ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

164-165ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9867 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
62 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η Αστερίς και η πραγματική Ομηρική Ιθάκη — ΔΟΥΚΑΣ, Κ.
    ἀρχή: σελ. 9867 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 164

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΚΟΣΤΑΣ ΔΟΥΚΑΣ Ἡ ᾿Αστερὶς καὶ ἡ πραγματική Ομηρική Ἰθάκη ΕΠΙΤΟΠΑ ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΗΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ Οἱ φιλόλογοι καὶ οἱ ἀρχαιολόγοι, πρωτίστως δὲ οἱ “Ἕλληνες, πρέπει νὰ ἀσχοληθοῦν σο- δαρὰ μὲ τὸ θέµα τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποία ἔζησε καὶ ἔγραψε ὁ Ὅμηρος. Δὲν εἶναι δυ- νατὸν νὰ ἐξαχολουθοῦμε νὰ εἴμαστε προσκολληµένοι στὸ «διδαγµένο ὁμηρικὸ δόγμα», ὅπως διαμορφώθηκε ἀπὸ τὰ ἀλλόγλωσσα «ἱερὰ τέρατα» τῆς Φιλολογίας τοῦ περασμένου αἰώνα. Αὐτοὶ οἱ ὁμηριστὲς (Βόλφ, Βιλαμόθδιτς κ.ἄ.) πίστευαν, ὅτι οἱ γεωγραφικὲς περι- γραφὲς τοῦ Ομήρου ὡς πρὸς τὴν Ἰθάκη ὑπῆρξαν ἐπινόημα τῆς φαντασίας τοῦ ποιητοῦ, µο- λονότι ὁ Στράθων διαφωνεῖ καὶ θεωρεῖ τὸν ΄Ὅμηρο ὄχι ἁπλῶς γεωγράφο, ἀλλὰ τὸν ἱδρυτὴ τῆς γεωγραφικῆς ἐπιστήμης («ἀρχηγέτην εἶναι τῆς γεωγραφικῆς ἐμπειρίας ΄Όμηρον»: «Γε- ὠγραφικά», 6ιθλ. 1 82). Τὸ ἴδιο πίστευαν κατὰ τὸν Στράθωνα καὶ οἱ παλαιότεροι Φιλόσο- Φοι, ποὺ ἀσχολήθηκαν μὲ τὴν γεωγραφία, ὅπως ὁ Ἵππαρχος, ὁ Ἐρατοσθένης, ὁ Εὔδοξος κ.ᾱ. Ἔτσι οἱ Γερμανοὶ ὁμηριστὲς τοῦ περασμένου αἰώνα ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ χαρακτη- ρἰζουν ὡς περιττὸ καὶ ἀντιεπιστημονικὸ τὸ νὰ ἐρευνηθῆ μὲ ἀνασκαφὲς ἡ ἀνταπόκριση τῶν περιγραφῶν πρὸς τὴν πραγματικότητα, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχουν πολλὲς σοθαρὲς καὶ ἀνεξήγητες ἀντιφάσεις μεταξὺ τῶν ἐπῶν καὶ τῆς πραγματικότητας. Καὶ ὅμως ἡ ἀναμφισθήτητη γεωγραφική κατάρτιση τοῦ Ὁμήρου ὑπὸ τὸ φῶς τῶν σημε- οινῶν ἀνακαλύψεων τῆς ἀρχαιολογίας ἀποτελεῖ οὐσιῶδες ἀποδεικτικὸ μέσον γιὰ τὴν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἔζησε καὶ ἔγραψε ὁ μέγιστος τῶν ποιητῶν. Διότι ἔχει πλέον ἀποδειχθῆ, ὅτι τὰ σύγχρονα ἔπη τῆς ᾿Ιλιάδος καὶ τῆς ᾿Οδυσσείας, ὅπως μᾶς διεσώθησαν, ἀποτελοῦν με- τεγγραφὲς ἀπὸ παλαιότερες ἑλληνικὲς διαλέκτους, ἀφοῦ ἤδη στὰ ἰωνικὰ κείμενα σώζονται δείγματα τῆς ἀττικῆς καὶ τῆς αἰολικῆς διαλέκτου (Γκίλμπερτ Μάρρυ). Ἐξυπακούεται, ὅτι ὑπάρχει ἄμεσος γλωσσικὸς δεσμὸς μὲ τὶς Γραμμικὲς Γραφὲς Α καὶ Β καὶ κυρίως μὲ τὴν τε- λευταία, ποὺ ἔχει σχεδὸν πλήρως ἀποκρυπτογραφηθεῖ. Αὐτὸς καὶ µόνον ὁ γλωσσικὸς δε- σμὸς ἀποδεικνύει τὴν παλαιότητα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ γραφῆς. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τοὺς Βέντρις καὶ Τσάντγουϊκ οἱ πήλινες πινακίδες τῆς ΓΓΒ, ποὺ ἀνεκαλύφθησαν καὶ ἀνεγνώσθησαν, ἀποτελοῦν καταλόγους προϊόντων ζώων, ἀντικειμένων καὶ ἀνθρώπων, πά- ρα πολλὲς λέξεις ταυτίζονται μὲ τὴν ὁμηρικὴ διάλεκτο, ὅπως π.χ. ἰμ-ρα-ίε -- θυγάτηρ, Κο-ννο Ξ- κοῦρος, {1-τ-ρο Ξτρίπους, πιθ-τὶ Ξ μέλι, Ι-]θ-ίε-]ᾶ Ξ ἱέρεια, ΓΘ6-ΝΨΟ-ίΟ-ΓΟ-ΚΟ-Νο (1εννοίτοΚπον/ο(!)- 25 Ξ λουτροχόος κ.ᾱ. Ἡ ἀναχάλυψη τοῦ Δισπηλιοῦ Καστοριᾶς ἦλθε νὰ ἐπιθεθαιώσει, ὅτι ἡ Γραμμικὴ Γραφὴ ἔχει ζωὴ πολλῶν χιλιετιῶν καὶ ἔχει προτεραιότητα, ὅπως ἄλλωστε ὁ ἀρχαιοελληνικὸς πολιτισμός, ἔναντι τῆς σφηνοειδοῦς τῶν Σουμερίων καὶ τῆς ἱερογλυφικῆς τῶν Αἰγυπτίων. Ἔτσι ἐξηγεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ᾿Ετεόκρητες, οἱ ὁποῖοι ἀποδεδειγμένως θαλασσοποροῦσαν ἤδη ἀπὸ τὴν 10η χιλιετία, δὲν ἐκόμισαν στὴν Ἑλλάδα οὔτε τὴν σφηνοειδῆ οὔτε τὴν ἱερογλυφικὴ ὡς νεωτερισμό, διότι ἁπλούστατα εἶχαν δικό τους σύστημα γραφῆς. Ἢ παλαιότητα τοῦ Ομήρου καὶ ἡ παλαιότητα τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς συναρτῶνται καὶ μὲ τὴν γεωγραφία, ἀφοῦ πάρα πολλὰ τοπωνύμια τῆς Ἑλλάδος ἄλλαξαν ὀνομασία κατὰ τὴν διαδρομὴ τῶν αἰώνων. Σὰν παραδείγματα θὰ ἀναφέρουμε, ὅτι ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Βοιωτία ἔλαδαν τὰ ὀνόματά τους μετὰ τὸν Τρωικὸ πόλεμο, ὅταν οἱ Βοιωτοὶ ποὺ ἐξετοπίσθησαν κα- τέλαθαν τὴν χώρα τοῦ Κἀδμου, ποὺ ὀνομάσθηκε Βοιωτία. Ἢ μικχρασιατικὴ Ἰωνία πῆρε τὸ ὄνομά της, ὅταν ἐξεδιώχθησαν οἱ "Ίωνες ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ διεπεραιώθησαν στὴν Μικρὰ ᾿Ασία. “Ολόκληρη ἡ Πελοπόννησος κατὰ τὴν 2η χιλιετία ὀνομαζόταν "Αργος. Ἡ Κέρκυρα παλαιότερα ὀνομαζόταν Δρεπάνη καὶ Μάκρις, κατὰ τὸν “Ὅμηρο ἴσως Σχερία καὶ ἀργότερα Κόρκυρα ἢ Κέρκυρα, γνωστὴ διεθνῶς ὡς Κορφοῦ ἀπὸ τὸ «κορυφή». Ἐπίσης ἡ ἰωνικὴ νῆσος Σάμος ὀνομαζόταν ἀρχικῶς Μελάμφυλλος, κατόπιν ᾿Ανθεμίς, ἀργότερα Παρ- θενία καὶ τελικῶς Σάμος (Στράδων, 457). Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀναφερθοῦμε σὲ κατάλογο πόλεων καὶ εὐρυτέρων περιοχῶν, ποὺ
← καθαρισμένο κείμενο