ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

164-165ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9875 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
70 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Οι καίσαρες, οι εθνικισταί, το δάσος, η θάλασσα, οί πηγές — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 9875 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 164

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Οἱ καίσαρες, οἱ ἐθνικισταί, τὸ δάσος, ἡ θάλασσα καὶ οἱ πηγὲς Σᾶς ἀρέσει ὃ «Αστερίξ»; Εμένα πολύ. 'Ο ᾿Οδελιξ ἰδίως, ποὺ δὲ χάνει τὴν ὄρεξί του ποτὲ καὶ μὲ τίποτα᾽ καταύροχθίζει αὐθεντικὰ ἀγριογούρουνα χαὶ σαρώνει, τοὺς λεγεωνάριους, ὅπως ἐγὼ τὰ ταλαίπωρα μυρμηγκάκια, ποὺ σκαρφαλώνουν στὸν τελευταῖο ὄροφο τῆς πολυκατοικίας µου. Δὲ θὰ ἔλεγα, πὼς εἶναι ἰδιαίτερα γοητευτικὸς οὔτε καθαυτὸ ἐθνικιστής. ᾿Αλλὰ εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ παραμείνει ἀπαθής, ἔ ἔτσι καὶ δεῖ ρωμαϊκὴ περίπολο στὸ δάσος του. Κατὰ πὼς δείχνει τὸ πρᾶγμα, συντελεῖ ἀποφασιστικὰ στὴν ἐκτόνωσι κάποιων ἐπικίνδυνα καταπιεστικῶν ἀπωθημέ- γων µου, γι’ αὐτὸ καὶ μοῦ ἔχει γίνει ἀπαραίτητος. Βρισκόμαστε γύρω στὸ 50 π.Χ. καί, παλιάµου τέχνη κόσκινο, ἀντιγράφω: «Ὅλη ἡ Γι αλατία 6ρί- σχεται ὑπὸ ρωμαϊκὴ κατοχή. “Ολη; ΓΟχι! “Ἕνα χωριὸ ἀνυπότακτων Γαλατῶν ἆ ἀντιστέκεται ἀκόμη καὶ θὰ ἀντιστέκεται γιὰ πάντα στοὺς εἰσδολεῖς. Καὶ ᾗ ζωὴ δὲν εἶναι εὔκολη γιὰ τοὺς Ρωμαίους λεγεωνάριους...». Εξω φρενῶν ὁ καῖσαρ μὲ τοὺς ὑπανάπτυκτους αὐτοὺς χωρικοὺς τῆς τριτοκο- σμικῆς ἐπαρχίας του κατεδάζει καντήλια: --᾿Α, τοὺς π... (στάσι λεωφορείου) τοὺς ἐθνικιστάς, τοὺς ἀχάριστους, ποὺ θὰ μοῦ κάνουν ἐμένα σπάσιμο στὴν Ραχ Κοπίαπα. Αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ στείλω τοὺς κυανόκρανους. Κι ὅμως, ὅσους τρόπους κι ἂν μεταχειρίστηκε, δὲ μπόρεσε νὰ τοὺς φέρει δόλτα. Μέχρι καὶ τη- Λεοπτικὸ σταθμὸ προώθησε ἐχεῖ κοντά, ἀλλὰ τὸν κατεδάφισε ὁ ᾿Οδελιξ μὲ τὶς ἱερὲς πέτρες του. "Ηταν καὶ τὸ δάσος, ποὺ τοὺς κάλυπτε καὶ τοὺς τροφοδοτοῦσε μὲ πολὺ ὀξυγόνο. Καὶ τὸ φύλαγαν σὰν τὰ μάτια τους. Ὅταν πληροφορήθηκε ἀ ἀπὸ τοὺς κατασκόπους, ὅτι Αστερίδ, ᾿Οόελὶξ καὶ Σία παίρνουν ἀναδολικά, εἶδος μαγικοῦ ζωμοῦ ποὺ παρασκευάζει ὁ ὁ δρυΐδης Πανοραμὶξ ἆ ἀπὸ ρίζες: καὶ φύλλα τοῦ δάσους, ἀποφάσισε νὰ ἐφαρμόσει τὸ νόμο τῆς Ρώμης. Καὶ ὅλοι ξέρουμε, τί σημαίνει αὐτό, καθότι «ἡ Ρώμη ἐδοξάσθη γιὰ τοὺς δρόμους τῆς καὶ τοὺς νόμους της». Τοὺς ἤξερε ἀπὸ πρῶτο χέ- θι καὶ ὁ Σπάρτακος καὶ τὴ δόξασε τὸ κατὰ δύναμιν. Η ᾿ Αθήνα τὴ δοξάζει ἀκόμη μὲ τὸ «ρωμαϊκὸ δίκαιο», γι αὐτὸ καὶ ἡ δικαιοσύνη θριαμὄεύει. Αὐτὸ ἄλλωστε θὰ πεῖ Ρωμιοσύνη καὶ «Ελληνορ- ρωμαϊκὸς πολιτισμός». Κολλῇστε ἀπὸ κοντὰ καὶ τὸ «Χριστιανικὸς» καὶ δοξάστε μὲ τὴν ψυχή σας. ᾿Αλλὰ λοξοδρομήσαμε. Πίσω στὸν καίσαρα, τοῦ πὶ ΧΙ ἐννοῶ, ἀφοῦ καίσαρες πιὰ δὲν ὑπάρχουν. Μὲ τὴν ἐξέλιξι τῆς γλώσσας καὶ τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν ἔχουν μετονομαστεῖ σὲ πρωθυπουρ- γοὺς καὶ προέδρους. Γιὰ ἕνα μεγάλο διάστημα εἴχαμε τοὺς χριστιανοὺς αὐτοκράτορες, ἐχτὸς ἀπὸ τὸν ᾿Ιουλιανὸ φυσικά, ποὺ ὠνομάστηκε Παραδάτης καὶ τὴν ἔφαγε πισώπλατα ἆ ἀπὸ τὸν ἅγιο Μερ- χούριο, μεγάλη ἧ χάρη του, ὥστε νὰ μποροῦμε μεῖς σήμερα νὰ κχοιμόμαστε ἥσυχοι. “Ο Καῖσαρ ὅμως τοῦ πῖ Χῖ εἰχε χάσει τὸν ὕπνο του. «Οὐκ ἐ ἐᾷ µε χαθεύδειν τὸ τοῦ δρυΐδου τρόπαιον», παρα- πονιόταν στὸ Βροῦτο, τὸ τεκνό. Ὥσπου ἕνα πρωί, σμπαραλιασμένος ἀπὸ τὴν ἀυπνία, ξέσπασε πά- νω στὸν κεντρικὸ ἐγκέφαλο τῶν μυστικῶν του ὑπηρεσιῶν:-- Θέλω τὸ δρυΐδη ἐδῶ καὶ τώρα, οὔρλια- ξε. Δὲν πέρασαν πολλὲς ὦ ὡρες καὶ οἱ ἄντρες μιᾶς περιπόλου, ποὺ ἔφερναν τὸ ὁρυΐδη σηκωτό, τὸν ἄδειασαν μπροστὰ στὰ πόδια του. -᾿Αδε. Τὸν πιάσαμε στὸ δάσος, ποὺ μάζευε γκύ. - Χαϊδάνια. Κάνατε καὶ ἱ μιὰ σωστὴ δουλειά. ᾿Εσύ, γέρο, δὲ ντρέπεσαι, νὰ ξεσηκώνεις τοὺς χωριάτεςι ἐνάντια στὴ διεθνῇ εἰρήνη; Κρῖμα ποὺ εἶσαι καὶ ἝἛλληνας, ᾿Αλλὰ δὲ φταῖτε σεῖς. ᾿Εγὼ φταίω, ποὺ σᾶς ἐγκρί- νω κονδύλια γιὰ ἀνοικοδόμησι. Φτιάξε ἀμέσως τὴ σούπα σου γιὰ τὰ παιδιὰ ἐδῶ, διαφορετικἀ θὰ σὲ παραπέµψω γιὰ ἐθνικισμό, τρομοκρατία, ἀντίστασι κατὰ τῆς ἀρχῆς, παράνομη ὁπλοφορία καὶ ὁπλοχρησία, Ὀιτα ἰοχ 564 {εχ. Τί νὰ κάνει ὁ γεροντάκος, δὲν ἄντεχε τὰ δασανιστήρια, καλάααα, λέει μέσα του, ἀφοῦ τὸ πᾶς γυρεύοντας, φτιάνει μιὰ σούπα μαϊμοῦ, νοστιµώτατη, ποὺ τὴ ρουφᾶνε οἱ Ρωμαῖοι καὶ πνίγονται στὶς τρίχες. Τρίχες, ἀπὸ τὶς ξανθὲς καὶ ἴσιες µέχρι τὶς μαῦρες καὶ κατσαρές, ποὺ μεγάλωναν χάπου δυὸ μέτρα τὴν ὥρα. Μπερδεύονται μὲ δαῦτες, γίνονται μαλλιὰ πουδάρια, χαὶ μὴν τὸν εἴδατε τὸ ὁρυΐδη. Ἥ ἀπάντησι τοῦ δάσους στὸν καίσαρα. Μυαλὸ ξουράφι ὁ μεγάλος, ἀλλὰ ἐδῶ τὴν πάτησε. δὲν εἶχε, παρὰ νὰ κάψει τὸ δάσος. ᾿ Απὸ τότε οἱ Χαΐίσαρες χαῖνε τὰ δάση. Οἱ Φράγχοι δὲν τὰ ἔκαψαν, ὁ σουλτᾶνος δὲν τὰ ἔκαψε, καὶ τοὺς προέκυψαν οἱ ροθολάτορες καὶ οἱ κλέφτες. "Ας πρόσεχαν. Οἱ “Ελλη νες, ποὺ λέγονται Ρωμαῖοι, τηροῦν ἀπὸ τότε τὸ ἔθιμο τοῦ χοιστουγεννιάτικου δέντρου, ἂν καὶ ὁ Χριστὸς δὲ γεννήθηκε ἐπὶ Πανοραμὶξ οὔτε κάτω ἀπὸ δέντρο. Αὐτὸς φαίνεται, πὼς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ πολλοὶ ἀμφισδητοῦν τὸ ἔθιμο. Καὶ ἐπειδὴ εἴμαστε λαὸς θαλασσινός, προτείνουν ν᾿
← καθαρισμένο κείμενο