ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

168ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10107 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
62 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Δαβίδ(IV) — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 10107 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 168

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ ιστ. Δαόδιὸδ (1) “Ὅπως εἴχαμε δεῖ καὶ στὰ προηγούμενα, ὁ προπάτοράς «μας» αὐτός, ἀφοῦ ἔστειλε τὸν Οὐρία, τὸν ἄντρα τῆς Βὴθ- σαθεέ, στὸν πόλεμο, καὶ φρόντισε γὰ σκο- τωθῇ, μποροῦσε πλέον ἐλεύθερα νὰ γεύεται τὴν χήρα τοῦ, χωρὶς νὰ φοόᾶται μή- πως καὶ τοὺς κάνῃ τοακωτοὺς ὁ Οὐρίας. ᾿ Όχι δέδαια πὼς εἶχε κανένα πρόθλη- μα, ἀλλὰ καλύτερα νὰ ξεμπερδεύῃ μιὰ καὶ καλή, σκέφτηκε. Τὸ παιδὶ ὅμως, ποὺ εἶχε συλλάδει ἡ Βη0-σαθεὲ ἀπὸ τὸν 4 αθὶδ πρὶν σκοτωθῆ ὁ Οὐρίας καὶ γέννησε ἀργότερα, τὸ ἔδαλε στὸ μάτι ὁ Γιαχόέ, γιὰ νὰ τοῦ θγῇ τοῦ προπάτορά µας. Καὶ τότε «ἱκέτευσεν ὁ Δαδὶδ τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ παιδίου: καὶ ἐνήστευσεν ὁ Δαδίδ, καὶ εἰσελθών, διενυκτέρευσε κοιτόµενος κατὰ γῆς» (Σαμουὴλ Β΄ ιδ΄ 16). Ὅμως «τὴν ἡμέραν τὴν ἑδδόμην ἀπέθανε τὸ παιδίον» (Σαμουὴλ Β΄ ι6’ 18). «Ὅθεν εἶπεν ὁ Δαόὶδ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ: Απέθανε τὸ παιδίον; Οἱ δὲ εἰπον. Τότε ἐσηκώθη ὁ Δαδὶδ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐλούσθη, και ἠλείφθη, χαὶ ἤλλαξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, καὶ προσεκύνησεν' ἔπειτα εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ: καὶ ἐζήτησε νὰ φάγῃ, καὶ ἔδαλον ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἄρτον καὶ ἔφα- γεν» (Σαμουὴλ Β΄ ιό’ 19- -20). Τόση ἦταν ἡ λύπη του λοιπόν, ποὺ ἔχασε τὸ παιδί του, ὥστε, μόλις ἔμαθε τὸ νέο, ἔδαλε κάτω τὴν φρατζόλα καὶ τῆς ἄλλαξε τὸν ἀδό- ξαστο. Τόση στεναχώρια, μόνο ψωμὶ κατέόαινε κάτω. Τὸν κακομοίρη τὸν προ- πάτορά μας, ἀνορεξιὲς εἶχε. «Οἱ δὲ δοῦλοι αὐτοῦ εἶπον πρὸς αὐτόν. Τί εἶναι τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔκαμες; ἐνήστευες καὶ ἔκλαιες περὶ τοῦ παιδίου, ἐνῷ ἔξη: ἀφοῦ δὲ ἀπέθανε τὸ παιδίον, ἐσηκώθης καὶ ἔφαγες ἄρτον;» (Σαμουὴλ Β΄ ιδ΄ 21). ρί- στε ποῦ καταντή σαμε. Μέχοι καὶ οἱ ἱ μπάτλερ τοῦ μπαίνουνε τώρα τοῦ προπάτο- ρά μας. Κουμάντο στὸ στομάχι του θὰ κάνανε; ᾿Εσχατη παρακμή. ᾿Αλλὰ αὐτός, σὰν ἅγιος ἄνθρωπος ποὺ ήταν, τοὺς ἄνοιξε διάλογο: «Καὶ εἶπεν. Ενῶ ἔτι ἔζη τὸ παιδίον, ἐνήστευσα καὶ ἔκλαυσα, διότι εἰπον, τίς ἐξεύρει; ἴσως ὁ Θεὸς μὲ ἐλε- ήσῃ, καὶ ζήσῃ τὸ παιδίον' ἀλλὰ τώρα ἀπέθανε: διὰ τί νὰ νηστεύω;» (Σαμουήλ Β΄ ι6 22-23). "Αντε θρὲ κουτορνίθια, πᾶτε νὰ πιάσετε ἐσεῖς τὸν προπάτορα; Γιὰ όλά- χα τὸν περάσατε; Γι’ αὐτὸ μιὰ ζωὴ δοῦλοι θᾶσαστε. Πῆγε γιὰ τὴν μεγάλη ξαριὰ καὶ δὲν τοῦ ἔκατσε. Τί νὰ κάνουμε; Τξόγος εἶναι αὐτός. “Ὅλο ἑξάρες καὶ πεντά- ϱες θὰ φέρνεις; Μπαρμπούτι ἔπαιζε μὲ τὸν Γιαχόέ, καὶ ἔχασε ἕνα παιδί. Τὴν µία χερδίδεις, τὴν ἄλλη χάνεις. "Ετσι εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα. "Οχι, θὰ τὸν ἔπιανε κῶτσο τὸν προπάτορά µας ὁ Γιαχόέ. “Ενα παιδὶ μεῖον, δὲν πειράξει, κάνουμε ἄλλα. ἜἜτσι «καὶ παρηγόρησεν ὁ Δαόδὶδ τὴν Βὴθ-σαθεὲ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν, καὶ ἐκοιμήθη μετ᾽ αὐτῆς, καὶ ἐγέννησεν υἱόν, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σολομών"» (Σαμουὴλ Β΄ ιδ΄ 24). Καὶ τὴν «παρηγόρησε» λοιπὸν τὴν Βὴ θ-σαδεὲ ὁ προπάτοράς μας (ἔτσι τὸ λέ- νε στὰ ἑδραϊκά), καὶ ἔόγαλε καὶ τὴν χασούρα μὲ τὸν νέο γυιό. Καὶ ἀφοῦ παρη- γόρησε πολλὲς φορὲς ἀκόμα τὴν Βὴ θ-σαδεὲ καὶ ὅλες τὶς ἄλλες παλλακίδες καὶ γυναῖκες του, καρδάμωσε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν πόλεμο. «Καὶ συνήθροισεν ὁ Δαδὶδ πάντα τὸν λαόν, καὶ ὑπῆγεν εἰς Ραόδά, καὶ ἐπολέμησεν ἐναντίον αὐτῆς, καὶ ἔκυ- οίευσεν αὐτήν. Καὶ ἔλαδε τὸν στέφανον τοῦ δασιλέως αὐτῶν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, τὸ δάρος τοῦ ὁποίου ἦτο ἕν τάλαντον χρυσίου μὲ λίθους πολυτίμους: καὶ ἐτέθη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Δ αδίδ' καὶ λάφυρα τῆς πόλεως ἐξέφερε πολλὰ σφό- ὁρα» (Σαμουὴλ δ΄ ιό 29- 20). ”Εόαλε καὶ τὸ εἰδικὸ ματογυάλι στὸ μάτι, τὸ ἐξέτα- σε ἂν εἶναι γνήσιο, καὶ πόσα καράτια ἦταν οἱ λίθοι, τὸ ζύγισε στὰ χέρια, ὅπως
← καθαρισμένο κείμενο