ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
168ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Δαβίδ(IV) — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ
ιστ. Δαόδιὸδ (1)
“Ὅπως εἴχαμε δεῖ καὶ στὰ προηγούμενα, ὁ προπάτοράς «μας» αὐτός, ἀφοῦ
ἔστειλε τὸν Οὐρία, τὸν ἄντρα τῆς Βὴθ- σαθεέ, στὸν πόλεμο, καὶ φρόντισε γὰ σκο-
τωθῇ, μποροῦσε πλέον ἐλεύθερα νὰ γεύεται τὴν χήρα τοῦ, χωρὶς νὰ φοόᾶται μή-
πως καὶ τοὺς κάνῃ τοακωτοὺς ὁ Οὐρίας. ᾿ Όχι δέδαια πὼς εἶχε κανένα πρόθλη-
μα, ἀλλὰ καλύτερα νὰ ξεμπερδεύῃ μιὰ καὶ καλή, σκέφτηκε. Τὸ παιδὶ ὅμως, ποὺ
εἶχε συλλάδει ἡ Βη0-σαθεὲ ἀπὸ τὸν 4 αθὶδ πρὶν σκοτωθῆ ὁ Οὐρίας καὶ γέννησε
ἀργότερα, τὸ ἔδαλε στὸ μάτι ὁ Γιαχόέ, γιὰ νὰ τοῦ θγῇ τοῦ προπάτορά µας. Καὶ
τότε «ἱκέτευσεν ὁ Δαδὶδ τὸν Θεὸν ὑπὲρ τοῦ παιδίου: καὶ ἐνήστευσεν ὁ Δαδίδ, καὶ
εἰσελθών, διενυκτέρευσε κοιτόµενος κατὰ γῆς» (Σαμουὴλ Β΄ ιδ΄ 16). Ὅμως «τὴν
ἡμέραν τὴν ἑδδόμην ἀπέθανε τὸ παιδίον» (Σαμουὴλ Β΄ ι6’ 18). «Ὅθεν εἶπεν ὁ
Δαόὶδ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ: Απέθανε τὸ παιδίον; Οἱ δὲ εἰπον. Τότε ἐσηκώθη
ὁ Δαδὶδ ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐλούσθη, και ἠλείφθη, χαὶ ἤλλαξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ
εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Κυρίου, καὶ προσεκύνησεν' ἔπειτα εἰσῆλθεν εἰς τὸν
οἶκον αὐτοῦ: καὶ ἐζήτησε νὰ φάγῃ, καὶ ἔδαλον ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἄρτον καὶ ἔφα-
γεν» (Σαμουὴλ Β΄ ιό’ 19- -20). Τόση ἦταν ἡ λύπη του λοιπόν, ποὺ ἔχασε τὸ παιδί
του, ὥστε, μόλις ἔμαθε τὸ νέο, ἔδαλε κάτω τὴν φρατζόλα καὶ τῆς ἄλλαξε τὸν ἀδό-
ξαστο. Τόση στεναχώρια, μόνο ψωμὶ κατέόαινε κάτω. Τὸν κακομοίρη τὸν προ-
πάτορά μας, ἀνορεξιὲς εἶχε. «Οἱ δὲ δοῦλοι αὐτοῦ εἶπον πρὸς αὐτόν. Τί εἶναι
τοῦτο τὸ ὁποῖον ἔκαμες; ἐνήστευες καὶ ἔκλαιες περὶ τοῦ παιδίου, ἐνῷ ἔξη: ἀφοῦ
δὲ ἀπέθανε τὸ παιδίον, ἐσηκώθης καὶ ἔφαγες ἄρτον;» (Σαμουὴλ Β΄ ιδ΄ 21). ρί-
στε ποῦ καταντή σαμε. Μέχοι καὶ οἱ ἱ μπάτλερ τοῦ μπαίνουνε τώρα τοῦ προπάτο-
ρά μας. Κουμάντο στὸ στομάχι του θὰ κάνανε; ᾿Εσχατη παρακμή. ᾿Αλλὰ αὐτός,
σὰν ἅγιος ἄνθρωπος ποὺ ήταν, τοὺς ἄνοιξε διάλογο: «Καὶ εἶπεν. Ενῶ ἔτι ἔζη τὸ
παιδίον, ἐνήστευσα καὶ ἔκλαυσα, διότι εἰπον, τίς ἐξεύρει; ἴσως ὁ Θεὸς μὲ ἐλε-
ήσῃ, καὶ ζήσῃ τὸ παιδίον' ἀλλὰ τώρα ἀπέθανε: διὰ τί νὰ νηστεύω;» (Σαμουήλ Β΄
ι6 22-23). "Αντε θρὲ κουτορνίθια, πᾶτε νὰ πιάσετε ἐσεῖς τὸν προπάτορα; Γιὰ όλά-
χα τὸν περάσατε; Γι’ αὐτὸ μιὰ ζωὴ δοῦλοι θᾶσαστε. Πῆγε γιὰ τὴν μεγάλη ξαριὰ
καὶ δὲν τοῦ ἔκατσε. Τί νὰ κάνουμε; Τξόγος εἶναι αὐτός. “Ὅλο ἑξάρες καὶ πεντά-
ϱες θὰ φέρνεις; Μπαρμπούτι ἔπαιζε μὲ τὸν Γιαχόέ, καὶ ἔχασε ἕνα παιδί. Τὴν µία
χερδίδεις, τὴν ἄλλη χάνεις. "Ετσι εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα. "Οχι, θὰ τὸν ἔπιανε
κῶτσο τὸν προπάτορά µας ὁ Γιαχόέ. “Ενα παιδὶ μεῖον, δὲν πειράξει, κάνουμε
ἄλλα. ἜἜτσι «καὶ παρηγόρησεν ὁ Δαόδὶδ τὴν Βὴθ-σαθεὲ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ
εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν, καὶ ἐκοιμήθη μετ᾽ αὐτῆς, καὶ ἐγέννησεν υἱόν, καὶ ἐκάλεσε
τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σολομών"» (Σαμουὴλ Β΄ ιδ΄ 24).
Καὶ τὴν «παρηγόρησε» λοιπὸν τὴν Βὴ θ-σαδεὲ ὁ προπάτοράς μας (ἔτσι τὸ λέ-
νε στὰ ἑδραϊκά), καὶ ἔόγαλε καὶ τὴν χασούρα μὲ τὸν νέο γυιό. Καὶ ἀφοῦ παρη-
γόρησε πολλὲς φορὲς ἀκόμα τὴν Βὴ θ-σαδεὲ καὶ ὅλες τὶς ἄλλες παλλακίδες καὶ
γυναῖκες του, καρδάμωσε καὶ ἔφυγε γιὰ τὸν πόλεμο. «Καὶ συνήθροισεν ὁ Δαδὶδ
πάντα τὸν λαόν, καὶ ὑπῆγεν εἰς Ραόδά, καὶ ἐπολέμησεν ἐναντίον αὐτῆς, καὶ ἔκυ-
οίευσεν αὐτήν. Καὶ ἔλαδε τὸν στέφανον τοῦ δασιλέως αὐτῶν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς
αὐτοῦ, τὸ δάρος τοῦ ὁποίου ἦτο ἕν τάλαντον χρυσίου μὲ λίθους πολυτίμους: καὶ
ἐτέθη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ Δ αδίδ' καὶ λάφυρα τῆς πόλεως ἐξέφερε πολλὰ σφό-
ὁρα» (Σαμουὴλ δ΄ ιό 29- 20). ”Εόαλε καὶ τὸ εἰδικὸ ματογυάλι στὸ μάτι, τὸ ἐξέτα-
σε ἂν εἶναι γνήσιο, καὶ πόσα καράτια ἦταν οἱ λίθοι, τὸ ζύγισε στὰ χέρια, ὅπως