ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
169ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1996
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Δαβίδ - Αμνών - Αβεσσαλώμ — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ
ις. 4αθίὸ -᾽Αμνὼν -᾿Αόεσσαλὼμ
᾿Ανάμεσα στὰ ἄλλα εἶχε καὶ δυὸ παιδιὰ ὃ προπάτοράς «μας» Δαδίδ, σκέτα μπουμπούκια.
Τὸν ᾽Αμνὼν καὶ τὸν ᾿Αδεσσαλώμ. Καὶ ὅπως λένε, τὸ μῆλο κάτω ἀπ' τὴν μηλιὰ θὰ πέσῃ; ἔτσι
κι' αὐτοὶ πῆραν τὰ χαρίσματα τοῦ πατέρα τους (6λ. «Δαυλόν», τεύχη 165, 166, 167, 168), ὁ δὲ
᾿Αμνὼν τὸν ξεπέρασε κιόλας. τσι, «μετὰ δὲ ταῦτα ᾿Αδεσσαλὼμ ὁ υἱὸς τοῦ 4αθὶὸ εἶχεν
ἀδελφὴν ὡραίαν, ὀνόματι Θάμαρ, καὶ ἠγάπησεν αὐτὴν ᾿Αμνὼν ὁ υἱὸς τοῦ Δαδίδ. Καὶ ἔπα-
σχε τόσον ὁ ᾿Αμνών, ὥστε ἠῤῥώστησε διὰ τὴν ἀδελφὴν αὐτοῦ Θάμαρ: διότι ἦτο παρθένος,
καὶ ἐφαίνετο εἰς τὸν ᾽Αμνὼν δυσκολώτατον νὰ πράξῃ τι εἰς αὐτήν» (Σαμουὴλ Β΄ (γ1- -2). Εἶχε
ὄντως σοδαρὸ ἠθικὸ πρόδλημα ὁ ᾽Αμνών μὲ τὴν ἀδελφή του: "Ηταν παρθένα καὶ φοδόταν
μήπως καὶ τὴν ἐξέθετε, ἐὰν θὰ πήγαινε μαζί της. Τέτοιας ἠθικῆς συγκρότησης ἦταν τὰ παι-
διὰ τοῦ «ἅγιου» προπάτορά «μας».
”Εσπαγελοιπὸν τὸ κεφάλι του νὰ 6ρῇ τί θὰ ἔκανε, γιὰ νὰ καταφέρῃ τὴν ἀδελφή του, ὥσπου
μιὰ μέρα ἕνας φίλος του, ὁ ᾿Ιωναδά6, τοῦ ἔδωσε τὴν ἰδέα: «πλάγιασον ἐπὶ τῆς κλίνης σου
καὶ προσποιήθητι τὸν ἄῤῥωστον' καὶ ὅταν ὁ πατήρ σου ἔλθῃ νὰ σὲ ἴδῃ, εἰπὲ πρὸς αὐτόν, ἂς
ἔλθῃ, παρακαλῶ, Θάμαρ ἡ ἀδελφή µου, καὶ ἄς μοὶ δώσῃ νὰ φάγω, καὶ ἂς ἑτοιμάσῃ ἔμπρο-
σθέν µου τὸ φαγητόν, διὰ νὰ ἴδω καὶ νὰ φάγω, ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῆς» (Σαμουὴλ Β’ ιγ΄ 5). Κύτ-
τα νὰ δῇς, τί κατέδασε ὁ νοῦς τοῦ φίλου. "Αλλωστε ἀσθενὴς καὶ ὁδοιπόρος ἁμαρτίαν οὐκ
ἔχει. Κάπως ἔτσι σκέφτηκε λοιπὸν καὶ ὁ γυιὸς τοῦ προπάτορά μας, καὶ νάτονε τάδλα στὸ
χρεθάτι, νὰ κάνει τὸν ψόφιο κοριό. Τότε ὁ Δαδὶδ ἔστειλε τὴν Θάμαρ νὰ τοῦ μαγειρεύσῃ καὶ
νὰ τὸν ταῖσῃ: «Καὶ ἡ Θάμαρ ἔλαδε τὰ κολλύρια, τὰ ὁποῖα ἔκαμε, καὶ ἔφερεν εἰς τὸν κοιτῶνα
πρὸς ᾿Αμνὼν τὸν ἀδελφὸν αὐτῆς: καὶ ὅτε προσέφερε πρὸς αὐτὸν διὰ νὰ φάγῃ, ἔπιασεν αὐτήν,
καὶ εἰπε πρὸς αὐτήν, ᾿Ελθέ, κοιμήθητι μετ᾽ ἐμοῦ, ἀδελφή μου» (Σαμουὴλ Β ιγ΄ 10- 11) Στὴν
ψύχρα τὸ προπατοράκι. Μέγας ἐραστής, σὰν τὸν πατέρα του. Καὶ φαντασθεῖτε, ὅτι αὐτὸς
ἄρχισε ἀπ’ τὴν ἀδελφή του. "Ετσι εἶναι αὐτά, μὲ ὅποιον δάσκαλο θὰ κάτσῃς τέτοια γράμμα-
τα θὰ μάθῃς. Ἢ δὲ ἀδελφή του εἶχε τρομακτικὲς ἠθικὲς ἀναστολές: «Ἢ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν.
Μή, ἀδελφέ μου, μὴ μὲ ταπεινώσῃς... τώρα λοιπόν, παρακαλῶ, λάλησον πρὸς τὸν δασιλέα'
διότι δὲν θέλει μὲ ἀρνηθῆ εἰς σὲ» (Σαμουὴλ Β΄ ιγ΄ 12-13). Τί να λαλήσῃ πρὸς τὸν δασιλέα, ποὺ
εἶχε λαλήσει ὁ ἴδιος. Πές το στὸν Δαδίδ, τοῦ λέει ἡ ἀδελφή του, καὶ αὐτὸς δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ
«πάω» μαζί σου. ᾿Απ’ ὅ,τι καταλαδαίνετε, ἦταν «θέμα ἱεραρχίας» καὶ ἐνημέρωσης. Θέμα
ἐσωτερικοῦ κανονισμοῦ. Τώρα τὸ πῶς ἦταν τόσο σίγουρη ὅτι ὁ πατέρας τῆς θὰ ἔδινε τὴν ἄδεια
νὰ «πάῃ» μὲ τὸν ἀδελφό της, δὲν θέλει καὶ πολλὴ σοφία, γιὰ νὰ τὸ καταλάδουμε. Τοῦ Δαδὶδ
ἦταν ἡ οἰκογένεια, μεγαλωμένοι ὅλοι ἐκεῖ μέσα μὲ ἀνώτερες ἠθικὲς ἀξίες. "Ηξερε ἡ μικρά...
ἜΕλα ὅμως ποὺ δ᾽ Αμνὼν δὲν κρατιότανε, οὔτε καὶ περίμενε γιὰ ἐξουσιοδοτήσεις καὶ ἄδεια;
Καὶ «δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ εἰσακούσῃ τῆς φωνῆς αὐτῆς; ἀλλ᾽ ὑπερισχύσας ἐκείνης, ἐδίασεν
αὐτήν, καὶ ἐκοιμήθη μετ᾽ αὐτῆς» (Σαμουὴλ Β΄ ιγ΄ 14). ᾿Απὸ δῶ ὄγῆκε τὸ «ἦταν διασμός».
Στὴν ἀρχὴ ναί. Τὴν ὄδίασε λοιπὸν καὶ μετὰ κοιμή θηκαν παρέα. ᾿Αδελφικὴ ἀγάπη. ᾿Αφοῦ τὰ
κατάφερε ὅμως τὸ προπατοράκι, πῆγε περίπατο ὁ ἔρωτας καὶ ἡ ἀδελφοκαψούρα. «Τότε ὁ
᾿Αμνὼν ἐμίσησεν αὐτὴν μῖσος μέγα σφόδρα' καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν ὁ ᾿Αμνών, σηκώθητι, ὕπα-
γε» (Σαμουὴλ Β΄ ιγ΄ 15). Μεγάλε, ἄξιε γυιὲ τοῦ πατέρα σου. "Αμα κάνει δὲ αὐτὰ στὴν ἀδελ-
φή του ἀμέσως μετὰ τὴν πράξη, φαντασθεῖτε τί θὰ κάνῃ στὶς ἄλλες. Ζωντανὲς θὰ τὶς γδέρ-
γει.
Ἥ ἀδελφούλα του ὅμως, ποὺ εἶχε γλυκαθεῖ, τοῦ ἀπαντᾶ: «δὲν εἶναι αἰτία τὸ κακὸν τοῦτο,
τὸ νὰ μὲ ἀποδάλῃς εἶναι μεγαλύτερον τοῦ ἄλλου, τὸ ὁποῖον ἔπραξας εἰς ἐμὲ» (Σαμουὴλ Β΄ ιγ΄
ἰ6). Προσέξτε ἀξιολό όγηση τοῦ κακοῦ. Τὸ ὅτι τὴν δίασε δὲν ἦταν τόσο µεγάλο κακό, τὸ νὰ
τὴν παρατήση ἦταν µεγαλύτερο. "Οταν ἔόγαζε τὶς θεωρίες μὲ τὰ διάφυρα συμπλέγματα ὁ