ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
170ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1996
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Αίμα και άμμος στα νεφελώματα — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
Αἷμα καὶ ἄμμος στὰ νεφελώματα
Ἢ ἀποστολὴ «Οογίᾳ εἰ» δρίσκεται στὸ νεφέλωμα τοῦ Μωῦσῆ. Οἱ ἐπίλεκτοι ἔχουν προωθη-
θεῖ µέχρι τὶς πεδιάδες Μωὰό καὶ στήνουν τὰ τσαντήρια τους κοντὰ στὸν ᾿Ιορδάνη, ἀπέναντι στήν
“ἱεριχώ. Κάπου ἐκεῖ καὶ τὸ φρέαρ τοῦ Μαδιὰμ καὶ ὁ ὀωμὸς τοῦ Βέελ-Φεγὠρ καὶ οἱ Μαδιανίτισ-
σες, ποὺ σεργιανίζουν ἀνέμελες, πρόσχαρες χαὶ πολλὰ ὑποσχόμενες.
Σαλεμένοι ἀπὸ τὶς σφαγές, δαρμένοι ἆ ἀπὸ τὸν σιμοὺν καὶ τὸ μαστίγιο τοῦ ἀρχηγοῦ τους, μὲ τὸ
αἷμα στὰ μάτια, μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια, ξερογλείφονται, ξενοκυττᾶνε, παρότι στὸν ᾿]αθὲ δὲν ἀ ἀρέ-
σουν τὰ πάρε- -δῶσε μὲ τις ἀλλοδαπές. Οἱ πιὸ ἀτίθασοι, οἱ πιὸ τολµηροί, περνᾶνε στὸ παρασύν-
θήµα, ποὺ τὸ πιάνουν στὸν ἀέρα τὰ κορίτσια καὶ χωρὶς καμμιὰ χρονοτριδὴ οἱ σχέσεις φιλίας καὶ
συνεργασίας μεταξὺ τῶν δύο λαῶν εἶναι γεγονός. «Καὶ γίνεται δράδυ καὶ γίνεται πρωΐ» καὶ ποῦ
τοὺς χάνεις -ποῦ τοὺς ὀρίσκεις, στὶς Μαδιανίτισσες καὶ στὰ ὅσα ὡραῖα καὶ συναρπαστιχὰ συ-
ντελοῦνται γύρω ἀπὸ τὸ δωμὸ τοῦ Βέελ-Φεγώρ. Κι ὄχι πὼς τοὺς καίγεται καρφάκι γιὰ τὸν Βέ-
ελ-- Φεγώρ, τοὺς ἀρκεῖ καὶ τοὺς περισσεύει ἡ «Νεφέλη», ἔτσι λένε οἱ ἀθεόφούοι τὸ Θεό τους, νὰ
ξεσχάσουν θέλουν τρομάρα τους, νὰ πάρουν μιὰν ἀνάσα, μαχριὰ ἀπὸ νεφελώματα καὶ ἀρχηγικὰ
χαμώματα. Γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ «ἠγέρθησαν παίζειν».
Θὰ τὸ πληρώσουν πολὺ ἀχριόά, γιατὶ ἡ «Νεφέλη» δὲ χωρατεύει χι εἶναι νὰ μὴν τὴν πιάσει ἡ
ζήλεια της καὶ τὸ ἐχδικητικό της. Γερὰ ὠχυρωμένο τὸ ἱερατεῖο, μὲ τὴ Νεφέλη κέρδερο καὶ τοὺς
λευΐτες μαντρόσκυλα, ἔχει τὸν τρόπο του νὰ φρονηματίζει τοὺς ἀμφισθητίες, ποὺ κουδαλᾶνε τὸ
διάολο μέσα τους. ο Μωῦσῆς γνωρίζει τοὺς κινδύνους καὶ διατηρεῖ τὸν ᾿Ιαδὲ σὲ κατάστασι ἐγρή-
γορσης. Ἢ Νεφέλη ποὺ τὸν καλύπτει, δὲν κλείνει μάτι ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο.
᾿Ασπρουδερὴ καὶ λαλίστατη τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα ἀγριεύει καὶ γίνεται χοκκινωπὴ -- ἐδῶ εἶμαι,
λεχρίτες, καὶ σᾶς ὀλέπω. Βλέπει πράγματι τοὺς προκομμένους της νὰ συγκυλιῶνται μὲ τὶς Μα-
διανίτισσες κι ἀναψοκοκχκινίζει μέρα μεσημέρι. Τὴν πιάνει τὸ ὑστερικό τῆς καὶ ξεσπάει πάνω στὸ
Μωῦσῆ: Ζηλεύω, ζηλεύω, ζηλεύω. 'Ο παναθεματισμένος ὁ Μαδιὰμ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρισκατά-
ρατο τὸν Βέελ-Φεγὠρ μοῦ πῆραν τὰ καλύτερα παιδιά. Πιάσε ὅλους τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ κρέμασέ
τους, μπὰς καὶ καλμάρουν τὰ νεῦρα μου.
Τί νὰ κάνει καὶ ὁ Μωῦσῆς, Θεὸς εἶναι αὐτός, τὸ καὶ τὸ λέει στὸ λαό-- ζηλεύει ὁ Θεός, παραλύ-
ει ὁ λαός, τὸν πιάνει τὸ σύγχρυο καὶ τ᾽ ἀπήλογο, ἀποόλακώνεται, καὶ ὁ Μωῦσῆς κρεμάει τοὺς
ἀρχηγοὺς μὲ ὅλῃ του τὴν ἄνεσι. Μπήγουν τὰ σχουσμάρια οἱ γυναῖκες, σηκώνουν ψιλὴ κραυγὴ
τὰ παιδιὰ ν᾿ ἀνατριχιάζει ὁ Ιορδάνης, ἀλλὰ ἡ Νεφέλη δὲ λέει νὰ ὄγάλει τὸ σκασμό: «Φονεύσα-
τε ἕχαστος τοὺς ἀνθρώπους αὑτοῦ, τοὺς ὅσους προσεκολλήθησαν εἰς τὸν Βέελ-Φεγὠρ» (Αριθ-
μοί, ΚΕ".
Βαρὺς κι ἀσήκωτος ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πάνω στὰ ταλαίπωρα ἀνθρωπάχκια, θὰ δρεθεῖ ἀντιμέ-
τωπος μὲ τὸ αἷμα ποὺ θ᾽ ἀνυψωθεῖ, γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὸ μικρὸ ἀδερφό, τὸ γιό, τὸν ἐγγονό. Βλέ-
πει τὰ σκοῦρα ὁ Μωῦσῆς καὶ στρέφεται στοὺς κριτὰς -ἤ ὥρα τῆς Δικαιοσύνης. Πεταρίζουν
ἐκεῖνοι ὀλέφαρο κατὰ Λευῖτες μεριά, μπαίνουν στὸ νόημα, κι ἀστράφτουν τὰ μαχαίρια. Κι ἀνε-
θοκατεθαίνουν' χτυπᾶνε δεξιὰ-ζερδά. Θεία μανία ἡ ζήλεια τοῦ Θεοῦ-τρέλλα φονικὴ περιτρέχει
τὸ στρατόπεδο, τὸ ᾿δάφει κόκκινο. Καυτὸ τὸ χνῶτο τῆς ἐρήμου, μυριστικὴ ἥ ἄχνα τοῦ αἵματος ἀνε-
δαίνει πρὸς: τὸν οὐρανὸ «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς». Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνθρωποθυσίες,
τί στὴν εὐχὴ εἶναι. Μολὠχ-]αθέ. Θεοὶ τῆς ἀπανθρωπιᾶς καὶ τῆς σφαγῆς. Καὶ τῆς ἀνωμαλίας.
Μέσα στὴν κόλαση τῶν πεδιάδων Μωάό δυὸ µίσχοι λουλουδιῶν ἀργοσαλεύουν. Εἶναι ὁ ἄνε-
μος τῆς ζωῆς ποὺ περνάει. Ὁ Ζιμόρὶ καὶ ἡ Χασόί, ποὺ προχωροῦν ἀργὰ σὰ σὲ ὄνειρο πιασµένοι
χέρι-χέρι. Γιὸς τοῦ Σαλοῦ ὁ νέος, «ἄρχοντος ἐπισήμου» τοῦ Ισραήλ: θυγατέρα τοῦ Σοὺρ ἡ κοπέλλα,
«ἀρχηγοῦ λαοῦ ἐν Μαδιάμ». Τὶ ὡραῖοι τρελλοί/! Προκαλοῦν. Φθάνουν ἀγέρωχοι μπροστὰ στὴ
σκηνὴ τοῦ μαρτυρίου μὲ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λευῖτες, τὰ πιὸ ἀδίστακτα μαχαίρια τοῦ Ισραήλ: στα-
ματοῦν γιὰ λίγο καὶ τραθοῦν πάλι τὸ δρόµο τους’ ἀνεθαίνουν τὶς χιλιετίες. «Σὺ δὲ ᾿Ισραὴλ ({ε-
ρατεῖον), οὐκ ἐνετράπης»... καὶ στέλνεις ξοπίσω τους τὸν Φινεές' γιὸ τοῦ ἱερέα Ἐλεάζαρ, ἐγγο-