ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

172ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10395 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
30 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. "Ούκ έστιν ώδε" — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 10395 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 172

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ «Οὐκ ἔστιν ὧδε» Κάθε φορὰ ποὺ μὲ θωτοῦν, χαὶ πολλοὶ ρωτοῦν, τί ζώδιο εἶμαι, «ἅγιος Φεόρουάριος» ἀπαντῶ. Καὶ ἀνάδω. Κι᾽ ἔχω ὅλη τὴν χαλὴ διάθεσι νὰ τοὺς ἐξηγήσω τὸ πῶς καὶ τὸ γιατί, ἀλλὰ οἱ | ἄνθρωποι ἔχουν κιόλας στρίψει -ἄσ᾽ τὸν τρελλὸ στὴν τρέλλα του. Πατικώνω τότε τὴν ἀναμούρα στὰ ἐνδότε- θα, χάτω-χάτω, καὶ νὰ τὸ ἀπωθημένο' φίδι κολοδό. Μπορῶ νὰ τὸ ὄγάλω μὲ τὸ γράψιμο, ὅσο τὸ ὀγά- λω, ἀλλ᾽ ἔτσι καὶ ρίξῃ θλέφαρο ὁ Νικολάκῆς καὶ κάνει ἕνα «χμν», πάει, μὲ διέλυσε. Εἶναι καὶ ἡ για- γιά. Τὰ δικά µου κατεθατὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ τὰ σαρώσῃ με μιὰ μόνο λέξη: Φουσκοδεντριές. "Ἠσυχα- ἥσυχα, ὅπως θὰ ἔλεγε, «τὸ πάει γιὰ δροχὴ ὁ ὁ καιρός» ἤ «ὁ Φλεδάρης χι’ ἂν φλεδίσει...» ο χ σὰ νὰ μύρισε καλοκαίρι: κάτι σὰν ὑποψία, σὰν ἀδύναμο φτερούγισµα σὲ σπλάγχνα μητέρας" κάτι ἔρχεται, ἀνεδαίνει, κάτι ποὺ πάει νὰ γεννηθῇ στὸ φῶς. Ὦ Διόνυσε πολυώνυμε, «τὸ θεῖο πνεῦμα, ὅπως ἀνα- νεώνεται μέσα στὸ σύμπαν». Ἴακχε, ποὺ φροντίζεις τὰ μικρούλικα µπουμπουκάκια, τοὺς νιογέν- νητους τρ' υφεροὺς δλαστοὺς µέσα στὴ γή. Βάχχε, ποὺ ἀνασταίνεις τὸ ξερὸ κλῆμα τοῦ χειμῶνα μὲ τοὺς ζωογόνους χυμούς σου. Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ κοινωνόν µε παράλαδε. Κάτι ἤξεραν οἱ πρό- γονοι, ποὺ σὲ γιόρταζαν συνέχεια ἐπὶ τέσσερες μῆ νες τὸ χρόνο. Απὸ τὸ 4 εκέµόριο µέχρι τὸν ᾿Απρί- λιο. Τέσσερα ἦσαν τὰ Διονύσια: Τὰ ᾿Εν ᾿Αγροῖς ἢ τὰ Μικρά, τὰ Ἐν Λίμναις ἢ “Λήναια, τὰ ᾿Ανθε- στήρια καὶ τὰ ᾿Αστικά, τὰ Ἐν ἔάστει. Ἢ λατρεία σου χάνεται στὰ θάθη τῶν χρόνων, στὶς ρίζες τοῦ πολιτισμοῦ. Διόνυσος τὸ πρῶτο σου ὄνομα" ὁ υἱός τοῦ Διός, «ὁ ἐκπολιτίσας τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἐμπνεύσας εὐγενῆ ἐνθουσιασμόν, σύμδολον τῆς γενετικῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῆς φύσεως». Σοῦ χρωστᾶμε τὸ θέατρο, τὴ δραματικὴ ποίησι, τὸν πολιτισμὸ ποὺ λτυπή Ίθηκε ἀνελέη τα, γιὰ νὰ πιάσουµε πᾶτο μὲ τὸν Καραγκιόξη τῆς Ρωμιοσύνης. Βαφτίσαμε ἆ ἁμαρτία «τὴν γενετικὴ ν παραγωγικὴν δύναμιν τῆς φύ. σεως», χάσαμε «τὸν εὐγενῆ ἐνθουσιασμόν», καὶ «ἴδε ὁ ἄνθρωπος». Ἴδε ἡ μαμὰ “Ελλάς, μαμὰ γερό- ντων' καὶ φαλακρὸ δουνό, καὶ ποταμοὶ ξεραῖλα, καὶ χείμαρροι θολούρα, ποὺ περνῶντας µέσ᾽ ἀπὸ τὰ σπίτια µας ἀδειάξουν τὸ λιγοστό µας χῶμα σὲ θάλασσες δούρκους. ᾿Αλλά «ζῇ Κύριος». Καθ’ ἅ πληροφοροῦμαι, οἱ ἅγιοι πατέρες ἑτοιμάξονται ν ᾿ἀξιοποιήσουν τὴν χαψαλ ιά τῆς Πεντέλης μὲ ἐπαύ- λεις καί «πισίνες». "Αν ἐσὺ περπατοῦσες στὸ δουνό, ἄν ἡ "Αρτεμις εἶχε τὸ καραούλι τής ἐκεῖ πάνω, στὴν ἱερὰ μονή... Φεόρουάριος, ἡ μεγάλη γέννα" κι ὅπως κάθε γέννα, θέλει γενναιότητα. Οἱ δειλοὶ θὰ χρυφτοῦν πίσω ἀπὸ μάσκες" θὰ γίνουν μασκαρᾶδες, οἱ μασκαρᾶδες θ᾽ ἀλλάξουν ρόλο, θὰ ὑποδυθοῦν τὸν ἑαυ- τόν τους, ἔστω καὶ ἐν μέρει: ἡ οἶζα τοῦ θεάτρου. Οἱ ἀστυνομικοί μας θὰ ξεπεράσουν τὸν ἑαυτόν τους: θὰ γίνουν Ζορό, γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦν τὴν τιμή τῆς μπουμποῦ Τσιλέρ, ποὺ χατασπίλωσαν οἱ Κοῦρδοι. Κι ἐπειδὴ Κούρδους δὲν θὰ 6ροῦν στὸν Ασπρόπυργο, θὰ προγκήξουν τοὺς ἀρουραίους καὶ θὰ μᾶς χαλάσουν τὸ οἰκοσύστημα. Δὲν θὰ τὰ καταφέρουν ὅμως νὰ πιάσουν οὔτε ἕναν ἀπὸ δαύ- τους, γιὰ νὰ παίζουν τουλάχιστον τὰ παιδιά τῶν τσιγγάνων. Καὶ κλάααμα τὰ τοιγγανάχια, καὶ κλά- ααμα τὰ κανάλια µας. Ψυχραιμία, θ᾽ ἀνακράξῃ ὁ τσιγγᾶνος ἔμπλεως διονυσιακοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Εἶμαι ὁ ἄνθρωπος τῆς φύσεως. Δῶστε μου σπίτια, δουλειά, ΔΕΗ καὶ ΕΥΔΑΠ, καὶ ἀναλαμόάνω νὰ σώ- σω τὸ οἰκοσύστημα. Μαζί σου, τσιγγάνε' ἀλλὰ σὲ πῆρε κι ὅλας τὸ ποτάμι μετὰ τῶν ἀλλοφύλων. Εἶναι κι’ αὐτοὶ ποὺ θὰ πάρουν τὸ ὀρόμο γιὰ τὸν Παράδεισο, γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς. Μὴν τρομάζετε, καὶ δὲν πρόκειται νὰ τοὺς χάσουμε. Κανεὶς δὲν διάζεται νὰ φύγῃ γιὰ τὸν Παράδεισο. ᾿Εντὸς κι ἐπὶ τ’ αὐτὰ θὰ δώσουν τὴ μάχη τους καὶ ὑπὸ τὸ φῶς τῶν προδολέων. ᾿Η ἀλλοπρόσαλλη κι ἀλλοπαρμένη Ρωμιοσύνη θὰ ἑορτάσῃ μὲ τὰ «καρναδάλια» καὶ τὸ Τριώδιο ἀναμίξ, ποὺ τελικὰ θὰ κα- ταλήξουν στὰ «Κούλουμα», τὰ ξεφαντώματα τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου, ποὺ τόσο ἀκριδὰ πληρώσα- µε κάποτε. «Ὅλο καὶ περισσότεροι δῆμοι διοργανώνουν ἀποχριάτικες ἑορτές». Γεμᾶτοι οἱ δρόμοι «καρναθάλια», παρδαλούς καὶ παρδαλά - ἄχ, τὰ καὐμένα τὰ παιδάκια-, γεμᾶτοι καὶ οἱ ναοί τοῦ ἑδραϊκῆς καταγωγῆς θεοῦ. Σὲ σαρδανάπαλο ἀναδρασμὸ τὸ ἄστυ μας. Ο δυτικὸς καρνάδαλος καὶ ὁ ἀνατολικὸς Γιαχδὲ θὰ δώσουν τή μάχη τους, γιὰ νὰ «ἐνθουσιάσουν», νὰ καλύψουν τὸ κενὸ ποὺ ἄφησες Εσύ. Τραγωδία. Ποτὲ ἄλλοτε ἡ σχιζοφρένεια αὐτοῦ τοῦ τόπου δὲν φαίνεται τόσο καθαρά,
← καθαρισμένο κείμενο