ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

174ΙΟΥΝΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10593 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
68 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μπλεξίματα-μπερδέματα — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
    ἀρχή: σελ. 10593 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 174

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Μπλεξίμµατα-μπερδέματα «Περίμενε χωρὶς πίστι, γιατὶ μπορεῖ γὰ εἶναι πίστι γιὰ κάτι λανθασμένο. Περίμενε χωρὶς ἀγά- πῆ, γιατὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀγάπη γιὰ κάτι λανθασμένο» (Τ.Σ. "Ελλιοτ): «περίπλοκα τέρατα, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ στοχαστοῦµε»' ὡς καὶ αὐτὴ «ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι πιὰ δική σου». Ποιός εἰναι ὁ «ὑπεράνθρωπος Κύκλωπας ποὺ ὄλέπει μ’ ἕνα μάτι, χαὶ θέλεις νὰ τὸν διώξεις»; Μὰ σὰν «ἔρθει τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ποιός ἀντέχει, «νά ᾽ναι μόνος σκοτεινὸς μέσα στὴ γύ χτα κι ἀκυδέρνη- τος σὰν τ’ ἄχερο στ’ ἁλώνι»; Τὸ ἄντεξε ὁ ὁ ᾿Οδυσσέας' γι’ αὐτὸ καὶ ἦρθε ἡ δία ἀρωγός. Τὸν εἶδα νὰ περνάει ἀνάμεσα στὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυδδι, νὰ παρακάμπτει τὶς Σειρῆνες, νὰ ἐμπαίζει τὸν Κύκλωπα. «Τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου»: τὸ μυστικὸ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ Θεοῦ μιᾶς στάνης τῆς ἐρήμου: καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ ἄνανδρο καὶ πιὸ σιχαμερὸ ἀπὸ τὸ χτύπημα στὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου». Τότε εἶναι, ποὺ θ᾽ ἀρχίσει. καὶ γιὰ μᾶς τὸ μεγάλο μπέρδεμα, τόσο μεγάλο, ποὺ μὲ τὸ μπὰμ τῆς ᾿Ανάστασης μᾶς τρώει ἡ ἔγνοια: «Κύριε, εἶναι μήπως ὁ καιρός, γιὰ ν᾿ ἀποκαταστήσεις τὴ ὅα- σιλεία τοῦ Ἰσραήλ; » { «Πράξεις ᾿Αποσι.» Ἱ. 6). «Δὲν ξέρουμε τίποτα, δὲν ξέρουμε πὼς εἴμαστε ξέ- μπαρχοι (...) μέσα σὲ μιὰ πατρίδα ποὺ δὲν εἶναι πιὰ δική μας». Ο Σεφέρης εἶναι τραγικός, καὶ μὲ τὸ δίκιο του. Στὸ «πλήρωμα τοῦ χρόνου» ἀκριδῶς ὁ σαρκοδόρος Θεός, ποὺ καιροφυλακτοῦσε, ὕαινα μέ- σα στοὺς αἰῶνες, θὰ κάνει τὸ μεγάλο δῆμα γιὰ τὴ δόξα του, γιὰ τὴν «κυριαρχία τοῦ ᾿Ισραὴλ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν» --᾿Ισραὴλ σημαίνει ἰσχυρός. Τὰ «στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην» ἀφοροῦν αὐτοὺς ποὺ προορίξονται γιὰ «δοῦλοι καὶ δοῦλαι» του. δὲν θά ρθη μὲ τὸ μαχαίρι αἱματοστάλαχτο «με- θυσµένον ἀπὸ τὸ ᾿ αἷμα τῶν πεφονευμένων καὶ τῶν αἰχμαλώτων», ἀλλὰ μὲ τὴ λαλιὰ πού δωσε στὴ «6ουόδἠ ᾿Ασία» ὁ ᾿Αλέξανδρος. Ἢ σκιὰ τῆς ᾿Ακρόπολης εἶναι καταλυτική, καὶ ὃ καίσαρας τῆς Ρώμης δὲν εἶναι ὁ ᾿ΩΥ οὔτε ὁ Μαδιάμ, γιὰ νὰ αἰφνιδιαστῆ ἀπὸ τὴν ἀκρίδα τῆς ἐρήμου μὲ τὶς ὑπερφίαλες καὶ παρανοϊκὲς φιλοδοξίες. Ὃ Γ ιαχδὲ δὲν θ᾽ ἀμφισόητήση τὴν ἐξουσία του -- «χέ- οι ποὺ δὲ μπορεῖς νὰ τὸ δαγκώσεις, Φίληστο»" στόχος του ἐξ ἄλλου δὲν εἶναι ᾗ Ρώμη. -γιὰ Ρω- µαίους θὰ μιλᾶμετώρα,- ἀλλὰ δ΄ Ελληνισμός, ποὺ τοῦ ξελόγιασε ὡς καὶ αὐτοὺς τοὺς ἱερεῖς του, ποὺ πῆραν τὸ δρόμο γιὰ τὰ γυμναστήρια. Τὸ κάστρο τῆς ἐλεύθερης σκέψης πρέπει νὰ πέση ἐδῶ καὶ τώρα, γιατὶ µόνον ἔτσι θὰ µπορέση νὰ περπατήση ἡ δασιλεία του καὶ ν᾿ ἁπλωθῆ «σ’ ὁλό- χληρη τὴν οἰκουμένη». Κάτω ἀπὸ τὸν θαρὺ θηματισμὀ τῶν ρωμαϊκῶν λεγεώνων, µέσα στὴ γε- γικὴ ἀνασφάλεια καὶ ταραχὴ θὰ εὕρισκε ρωγμὲς καὶ περάσματα. Σύμφωνα μὲ τὴ νέα του πολι- τική θὰ προσπαθήση ν᾿ ἀπομονώση τὸν καίσαρα, νὰ τὸν ξεγελάση: θὰ τὸν κολακέψη, θὰ τὸν χα- θησυχάση μὲ τὰ «ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω» καὶ «πᾶσα ἐξουσία ἐκ Θεοῦ, (...) Θε- οὔ γάρ ἐστιν (ἡ ἐξουσία)» («Πρὸς Ρωμ.» 13). Θὰ δοθῆ ρητὴ ἐντολὴ στοὺς δούλους ποὺ θὰ χρη- σιµοποιήση: «Ὑπαχκούετε στοὺς κυρίους σας τοῦ κόσμου αὐτοῦ μὲ φόόον καὶ τρόμον (...) ὅπως εἰς τὸν Χριστόν. Νὰ δουλεύετε (...) σὰν δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ χάνουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ (..), σὰν νὰ ὑπηρετεῖτε τὸν Κύριον (...). "Ο,τι καλὸ χάνει ὁ καθένας, θὰ τὸ πάρει ἀπὸ τὸν Κύ- ριον» («Πρὸς Ἔφεσ.» 6.5-8). Καὶ πράγματι ὁ «Κύριος» θὰ ἀνταποδώση τὸ «καλὸ» ἐπιστρατεύ- οντας «ἀγγέλους», ποὺ θὰ διευκολύνουν τὸν Παὔλο καὶ τοὺς συνεργάτες του. Ο Σπάρτακος φυ- σικὰ θὰ : πάρη τὴν ἄγουσα γιὰ τὴν κόλασι. Καὶ ὅμως. «Ὁ Χριστιανισμὸς (διάδαξε Παυλιομὸς) ἐ ἐπεχράτησε (λέει) τοῦ Ἑλληνισμοῦ, γιατὶ κατήργησε τὴ δουλεία, ποὺ εἶχαν καθιερώσει οἱ Ἕλληνες χαὶ γιατὶ ἀνύψωσε τὴ γυναῖκα, ποὺ οἱ Ἕλληνες (πάντα οἱ Ελληνες) εἶχαν καταφρονήσει». Τὸ εἰπε ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος: «Οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος» («Πρὸς Γαλ.» 3. 26-29). Τὸ εἶπε: «οὐκ ἔνι», ἀλλὰ ὡς «ἀπόγονοι τοῦ ᾿Αδραὰμ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» καὶ «κληρονόμοι τοῦ ΓΙ Ἰαχδὲ θάσει τῆς ὑποσχέσεως» Καὶ --τί χα- ρά/- μόλις πρόσφατα πληροφορη θήκαµε: ἀπὸ τὸν ἡμερήσιο τύπο, ὅτι «ὅλοι εἴμαστε “Εόραῖοι». Ὃ Παῦλος, σύντεκνοι, εἰπε κι ἄλλο «οὐκ ἔνι», μὰ «πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι», μᾶς τὸ Φόρεσε φέ- σι--τό ᾽χε τὸ χούι νὰ λέει καὶ νὰ ξελέει. Μόνο ποὺ δὲ μᾶς τὸ πέταξε κατάµουτρα κι ὅποια πάρει ὁ Χάρος, ὅπως ὁ᾿ Αθανάσιος: μᾶς φέσωσε μὲ πολλὲς στριφλιῶρες καὶ περικοκλάδες, γιατὶ πέρα ἀπὸ τὸ ἐπιχειρηματικὸ δαιμόνιο (τὸ ἑλληνικὸ χρῆμα πήγαινε κατὰ “Ἱερουσαλὴμ μεριὰ) διέθετε πολιτικὸ καὶ διπλωματικὸ τάλαντο μεγάλο. «Θέλω νὰ ξέρετε (λέει), ὅτι κεφαλὴ κάθε ἀνδρὸς εἶναι ὁ Χριστός, κεφαλὴ δὲ τῆς γυναίκας ὁ ἄνδρας, κεφαλὴ δὲ τοῦ Χριστοῦ ὁ Θεός. Κάθε ἄνδρας (..) μὲ σκεπαομένη τὴν κεφαλήν του ντροπιάζει τὴν κεφαλήν του. Κάθε γυναῖκα (...) μὲ ἀκά-
← καθαρισμένο κείμενο