ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

179ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10916 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
71 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η τελευταία νίκη — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 10916 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 179

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ Τέσσερα χρόνια εἶχαν περάσει, ἀπὸ τότε ποὺ τὸ χρυσόθουλλο διάταγμα τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Α΄ ἔσθησε τὴν ἱερὴ Φλόγα τῆς Ολυμπίας. Ὅμως οἱ σπινθῆρες ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἀναλαμπές της εἶχαν φωλιάσει στὰ 6άθη τῆς καρδιᾶς πολλῶν, κάνοντάς τους νὰ σφίξουν τὰ δόντια μὲ πεῖσμα. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ Εὐρυκλῆς ὁ ὁ Σπαρ- τιάτης, ἀθλητὴς ὁ ὀνομαστός, ποὺ ἐχείνη τὴν ὥρα, καθὼς τὸ γεμᾶτο φεγγάρι ἄρχιζε νὰ ἀχνοφαί- νεται στὸ στερέωμα, περπατοῦσε μὲ γοργὸ δῆμα στὴν καταπράσινη γῆ τῆς Ηλείας. Ἡ ἠρεμία τοῦ τοπίου δὲν ταίριαζε ὡστόσο καθόλου μὲ τὸ ἀνήσυχο καὶ ἀνυπόμονο όλέμμα τοῦ γεροδεμέ- νου ἄνδρα. 'Ὑπῆρχαν στιγμὲς ποὺ ἔστρεφε τὸ κεφάλι του ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, σὰν νὰ προσπαθοῦσε νὰ ἐντοπίσει χάτι.”"Αλλοτε πάλι τὸ πρόσωπό του γινόταν σχυθρωπό, καθὼς θυθιζόταν στὶς σχέ- Ψεις ποὺ τὸν θασάνιζαν. Καὶ ἦταν πολλὲς καὶ δυσάρεστες. Αἰσθανόταν, ὅτι μία ἀόρατη ἀπειλὴ πλανιόταν παντοῦ. Καὶ δὲν ἦταν ὁ μό- νος. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶχαν τὴν ἴδια πεποίθη- ση, ποὺ ἐπιδεδαιωνόταν καὶ ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ προσφάτου παρελθόντος. Μνῆμες δαμμένες μὲ τὸ αἷμα ἀνθρώπων ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ προ- δώσουν τὰ ἰδανικά τους. Σκοταδισμός, δασανι- στήρια, δολοπλολίες, φανατισμός, ὅλ᾽ αὐτὰ σ᾽ ἕναν τόπο ποὺ κάποτε οἱ ἀνθρώπινες ἀξίες ἦταν συνυφασμένες μὲ τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς καὶ τῆς δη- μιουργίας. Τώρα πιὰ μόνο νοσταλγικὲς σκέψεις. ᾽Απλῶς σκέψεις, διότι αὐτὲς δὲν μπόρεσε κανεὶς νὰ τὶς ἀπαγορεύσει. Μόνο οἱ πράξεις ἐτιμω- ροῦντο... Αὐτὰ γύριζαν σὰν δίνη μέσα στὸ μυαλὸ τοῦ Εὐρυκχλῆ καὶ χαλύόδωναν τὴ θἐλησή του. ἀντὶ νὰ τὴν ἀποδυναμώνουν. Εἶχε πάρει τὶς ἀποφά- σεις τοῦ τόσο αὐτὸς ὅσο καὶ οἱ ἄλλοι , τολμηροί, ποὺ εἶχαν συνεννοη θεῖ μυστικά μεταξὺ τους. Ὁ τόπος χαὶ ὁ χρόνος τῆς συναντήσεως ἦταν προ- χαθορισμένοι ἀπὸ καιρό. Ἔτσι μόνο μποροῦσε νὰ ἐξηγηθεῖ ἡ σπουδὴ τοῦ Εὐρυκλῆ, γιὰ νὰ προ- φτάσει. Ξαφνικὰ ὅμως κοντοστάθηκε. Λίγο μα- χρύτερα, μπροστά του, ἀντίχρυσε τὶς ἀγέρωχες φιγοῦρες δύο προπορευομένων ἀνδρῶν. Τοὺς γνώρισε ἀμέσως. Ἦταν ὁ Νιλίας ἀπὸ τὴν Πύλο καὶ ὁ Κλεόνικος ἀπὸ τὸ Λεῦκτρο, δρομεῖς καὶ οἱ δύο. Ὃ πρῶτος εἶχε διαχριθεῖ κάποτε στὴν ΜΑΡΙΟΣΜΑΜΑΝΕΑΣ Ἡ τελευταία νίκη ὁπλιτοδρομία. Ὃ Εὐρυκλῆς τοὺς φώναξε μὲ τὰ ὀνόματά τους χι ἐκεῖνοι σταμάτησαν καὶ τὸν πε- ρίμεναν. Ὅταν ἔσμιξαν, ἔσφιξαν μ᾽ ἐνθουσια- σμὸ τὰ χέρια τους καὶ συνέχισαν νὰ προχωροῦν συζητώντας. Καθώς ὁλοένα πλησίαζαν στὸν χῶρο ὅπου θὰ εὕρισκαν τοὺς ἀνθρώπους τους, εἶδαν ἀπὸ τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση τοῦ δρόμου νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος τους ἕνα κάρρο φορτωμένο μὲ ἄχυρο. Ὁ μεσόκοπος ἄνδρας ποὺ ἐπέδαινε σ᾽ αὐτό, ἕνας χαχεχτικὸς μὲ δύσμορφο κεφάλι καὶ μπιρμπιλωτὰ μάτια, ἀνταπέδωσε στὴν ἀρχὴ ἕνα νωχελικὸ χαιρετισμὸ στοὺς τρεῖς νέους, ἀλλὰ κατόπιν σταμάτησε τὸ ὄχημά του καὶ καλώντας τους προσπάθησε νὰ πιάσει κουδέντα μαζί τους. Οἱ δυὸ δὲν φάνηχαν νὰ παραξενεύονται. Μόνο ὁ Κλεόνικος προσπαθοῦσε νὰ χρύψει μὲ τρόπο τὸ πρόσωπό του. -Γιὰ ποῦ τὸ θάλατε, παιδιά μου; ρώτησε μὲ ἐγκάρδιο ὕφος ὁ ἁμαξᾶς: -Γιὰ τὴν πόλη, ἀδελφέ. Απάντησε γρήγορα ὁ Εὐρυκλῆς. Εἴμαστε ἀγοραστὲς δερμάτων. -Ὥρα καλὴ λοιπόν, εἶπε ὁ ἄγνωστος, ἐνῶ οἱ ματιές του ἔπεφταν στὸ πρόσωπο τοῦ Κλεονί- χου. Μὲ λένε Νήφωνα. Ἐὰν τυχὸν χαθῆτε, ἐλᾶτε νὰ σᾶς φιλοξενήσω ἀπόψε στὴν ἀγροιχία µου ἐδῶ δίπλα. ᾿ - Καὶ γιὰ ποιό λόγο νὰ χαθοῦμε; Εἰπε πει- ραγμένος ὁ Νιλίας. - Διότι ὁ δρόμος αὐτός, νέε μου, δὲν ὁδηγεῖ στὴν πόλη, ἀπάντησε ψυχρὰ ὁ Νήφων. - Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, ξένε, ἀλλὰ μὴ νοιάζεσαι. Δὲ χανόμαστε, ἀποχρίθηχε χαμογελαστὰ ὁ Εὐρυκλῆς. Τὸν χαιρέτισαν καὶ συνέχισαν τὴν πορεία τους. Ξέχασαν σχεδὸν ἀμέσως τὸ περιστατικό ὁ Εὐρυκλῆς καὶ ὁ Νικίας. Ο Κλεόνικος ὅμως ἔσπασε ξαφνικά τὴν αἰνιγματικὴ σιωπή του καὶ χράτησε ἀπὸ τὰ μπράτσα τοὺς δύο συναδέλφους του μὲ ἀγωνία. - ᾽᾿Αχοῦστε με, εἶπε, πρέπει νὰ σᾶς μιλήσω. Αὐτὸς ποὺ συναντήσαμε, δὲν μοῦ εἶναι ἀγνω- στος. Τὸν ξέρω. Τ᾽ ὄνομά του δὲν εἶναι Νήφων, ἀλλὰ Νάθαν. Πέρυσι, ὅταν θρισκόµουν στὴν Αττική, ἔγινα μάρτυρας τῶν θλιδερῶν γεγονό- των στὴν Ἐλευσῖνα. Αὐτὸς ὁ ἀχρεῖος ἦταν ἐκεῖ.
← καθαρισμένο κείμενο