ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
187ΙΟΥΛΙΟΣ 1997
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ίωνάς — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ
λδ. Ἰωνᾶς
Γιὸς τοῦ ξακουστοῦ ᾿Αμαθὶ ὁ προπότοράς «μας» ὁ ᾿Ιωνᾶς. Μεγάλη προσωπι-
κότητα κι αὐτός, ὅπως κι ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι τοῦ συναφιοῦ. Τώρα θέθαια, ἂν ἔχῃς
γιὰ πατέρα τὸν ᾿Αμαθί, ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν πρέπει νὰ περιμένῃς καὶ πολλὰ πράγ-
ματα. Καὶ ὄντως, ρὲ παιδί μου, ἀπὸ γκαντεμιὰ σὲ γκαντεμιὰ τὸν πήγαινε τὸν
ἄνθρωπο. Μέχρι καὶ φάλαινα τὸν κατάπιε τὸν ἔρημο. ᾿Αν εἶναι δυνατόν, συνα-
πόγονοι. (Τὸ «συναπόγονοι» πάει κατὰ τὸ «σύντροφοι»). Ὅπως ὅλοι μαζὶ κα-
θόμαστε καὶ τρῶμε, ἔστω σὲ θεωρητικὴ ὁάση, μὴν ἀπελπίζεστε' κάποτε θὰ φᾶμε
καὶ στὸ ἴδιο τραπέζι. "Ετσι καὶ ὅλοι ἐμεῖς, ποὺ κατοικοῦμε σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο,
ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ιωνᾷ, τοῦ γκαντέμη, εἴμαστε. Γι αὐτὸ μὴν σᾶς κακοφαίνεται, ποὺ
αἰῶνες τώρα, ἀπὸ τότε ποὺ συνειδητοποιήσαμε τὴν ἱερή µας καταγωγή, πᾶμε
κατὰ διαόλου. ταν νὰ μὴν τὸ συνειδητοποιήσουμε.
᾿Αλλὰ ἂς δοῦμε τὰ πράγματα ἀπ᾽ τὴν ἀρχή. Τότε ποὺ ὁ προπάτοράς μας πῆρε
τὴν μεγάλη ἐντολὴ τοῦ ἐπίσης μεγάλου καὶ θεόρατου πολυχρονεμένου Γιαχθέ/
«Καὶ ἔγινε λόγος Κυρίου πρὸς ᾿Ιωνᾶν τὸν υἱὸν τοῦ ᾿Αμαθὶ λέγων. Σηκώθητι,
ὕπαγε εἰς Νινευὴ τὴν πόλιν τὴν μεγάλην καὶ κήρυξον κατ’ αὐτῆς: διότι ἡ ἀσέδεια
αὐτῶν ἀνέδη ἐνώπιόν μου» («᾿Ιωνᾶς» α΄ 1-2).
“Ὅμως ὁ ᾿Ιωνᾶς, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς περισσότερους προπάτορές μας ποὺ ἀκού-
γανε Γιαχδὲ καὶ τὰ κάνανε ἐπάνω τους, εἶχε ἀποφασίσει νὰ μὴν ἐνδώσῃ. Κι ἔτσι
ἀρχίζει καὶ ἡ γκαντεμιά του. ἤτανε νὰ μὴν ἀμφισδητήσῃ τὶς διαταγές. Τόλμη-
σε λοιπὸν νὰ πάρῃ ἕνα πλοῖο, ποὺ ταξίδευε πρὸς τὴν ἀντίθετη κατεύθυνση ἀπὸ
τὴν Νινευή, γιὰ τὴν πόλη Θάρσεις. "Όμως ὁ Γιαχθὲ καραδοκοῦσε. Τοῦ τὴν εἶχε
στημένη στὴν γωνία. «᾿Αλλ᾽ ὁ Κύριος ἐξήγειρεν ἄνεμον μέγαν ἐπὶ τὴν θάλασσαν
καὶ ἔγινε κλύδων μέγας ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ τὸ πλοῖον ἐκινδύνευε νὰ συντριφθῇ.
Καὶ ἐφοδήθησαν οἱ ναῦται, καὶ ἀνέδησαν ἕκαστος πρὸς τὸν θεὸν αὐτοῦ, καὶ ἔκα-
μον ἐκδολὴν τῶν ἐν τῷ πλοίῳ σκευῶν εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ ἐλαφρωθῇ ἀπ
αὐτῶν: ὁ δὲ ᾿]ωνᾶς κατέύη εἰς τὸ κοίλωμα τοῦ πλοίου καὶ ἐπλάγιασε, καὶ ἐκοιμᾶτο
θάθεως», («᾿Ιωνᾶς» α 4-5). Τὸν ἔγραψε μὲ λίγα λόγια κανονικὰ ὁ προπάτορας τὸν
Γιαχϑέ. Τέρας ψυχραιμίας. ᾿Αναίσθητος ἐντελῶς. "Ολοι οἱ ἄλλοι, παρακάλαγε ὁ
καθένας τὸν θεὸ ποὺ πίστευε, γιὰ νὰ σωθοῦν, καὶ ὁ προπάτορας ἔψαχνε, ποῦ νὰ
τὴν ἀράξῃ γιὰ νὰ ξαπλάρῃ. Περίπτωση ὁ ἄνθρωπος.
Τελικὰ μέσα στὸ ψάξιμο, γιὰ νὰ ὀροῦνε τί ἄλλο νὰ πετάξουνε, μήπως κι ἐλα-
φούνῃ τὸ πλοῖο, ἀνακαλύπτει ὁ πλοίαρχος τὸν προπάτορά «μας» νὰ κοιμᾶται
τοῦ καλοῦ καιροῦ. «Καὶ ἐπλησίασε πρὸς αὐτὸν ὁ πλοίαρχος καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν.
Τί κοιμᾶσαι σύ; σηκώθητι, ἐπικαλοῦ τὸν Θεόν σου, ἴσως ὁ Θεὸς μᾶς ἐνθυμηθῇ,
καὶ δὲν χαθῶμεν» (ἰωνᾶς α 6). Τώρα ψώνισε ἀπὸ σύέρκο ὁ πλοίαρχος. Βρῆκε θεό,
γιὰ νὰ τοὺς λυπηθῇ. Τὸν θεὸ τοῦ Ιωνᾶ. Αὐτὸν ποὺ τσιγκουνεύεται τὰ μῆλα καὶ
τὴν λάσπη. Καλά, δὲν ἤξερε, δὲν ρώταγε τοὐλάχιστον νὰ τοῦ ποῦνε; Κάποιοι
ἄλλοι ὅμως σκέφτηκαν νὰ ρωτήσουν. ἤΕτσι οἱ ναῦτες τοῦ πλοίου: «καὶ εἶπον ἕκα-
στος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ. ἔλθετε καὶ ἂς ρίψωμεν κλήρους, διὰ νὰ γνωρί-
σωμεν τίνος ἕνεκεν τὸ κακὸν τοῦτο εἶναι ἐφ᾽ ἡμᾶς. Καὶ ἔῤῥιψαν κλήρους καὶ ἔπε-