ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
190ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1997
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ίώβ — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ
λς. Ἰὼδ (11)
“Ὅπως εἴχαμε ὑποσχεθῆ σὲ προηγούμενο τεῦχος (ἰδὲ «4», τεῦχος 186), δὲν
θὰ μπορούσαμε νὰ ἐξαντλήσουμε τὴν περιγραφὴ αὐτῆς τῆς μεγάλης προσω-
πικότητας, τοῦ προπάτορά «μας» τοῦ ᾿]ώδ, μόνο σὲ ἕνα τεῦχος. "Ετσι ξανα-
γυρίζουμε σ᾿ αὐτόν. Τὸν εἴχαμε ἀφήσει λοιπὸν τὸν προπάτορά μας ξεδράκω-
το μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ξεδράκωτους κι αὐτούς, φίλους του, νὰ κάθωνται ὅλοι
παρέα κάτω στὸ χῶμα καὶ νὰ κλαῖνε τὴν μοῖρα τους, κάνοντας ντοὺς μὲ χῶμα,
γιὰ νὰ καθαρίσουν - ἀπὸ τί ἀραγε; Τί νάναι πιὸ δρώμικο ἀπὸ τὸ χῶμα; Καὶ
καθόντουσαν ἐκεῖ ἑπτὰ μέρες καὶ ἑπτὰ νύχτες, χωρὶς νὰ ποῦνε μιὰ κουδέντα.
Ὥσπου κάποια στιγμὴ ὁ προπάτορας μίλησε. Καὶ τί εἶπε; «Εἴθε νὰ χαθῇ ἡ
ἡμέρα, καθ’ ἣν ἐγεννήθην, καὶ ἡ νύξ, καθ’ ἣν εἶπον: ἐγεννήθη ἀρσενικόν. “Ἢ
ἡμέρα ἐκείνη νὰ εἶναι σκότος» (]ὼδ γ΄ 3-4). Προσέξτε, τί εἶπε ὁ ἄνθρωπος
μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ μερόνυκτα σκέψης. Θέλει νὰ χαθῇ, λέει, ἡ ἡμέρα ποὺ γεννή-
θηκε καὶ μαζί της νὰ χαθῇ καὶ ἡ νύκτα, ποὺ εἶπε, ὅτι γεννήθηκε ἀρσενικό.
᾿Αλλὰ ἂν χαθοῦν καὶ ἡ ἡμέρα ἐκείνη καὶ ἡ νύκτα μαζί, τότε πῶς στὸ καλὸ ἡ
ἡμέρα ἡ χαμένη πιὰ θὰ εἶναι σκοτάδι, ἄρα νύκτα; Τί εὐφυΐα ὁ προπάτορας.
Μᾶς μπέρδεψε ὅλους μας. Φαντασθῆτε, ὅταν δὲν σκέφτεται, τί λέει.
Καὶ ἀφοῦ εἶπε κι ἄλλα τέτοια πολλά, πῆρε τὸν λόγο ὁ ᾿Ελιφὰς ὁ Θαιμανί-
της, ποὺ κι αὐτὸς σκεφτότανε ξεδράκωτος ἑπτὰ μερόνυκτα καὶ τοῦ ἀπαντά-
ει: «᾿ Εὰν ἐπιχειρισθῶμεν νὰ λαλήσωμεν πρὸς σέ, θέλεις δυσαρεστη θῇ; ἀλλὰ τίς
δύναται νὰ κρατηθῇ ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσῃ;» (]ὼδ δ΄ 2). Μὲ λίγα λόγια παίξα-
νε τὰ στρατιωτάκια ἀμίλητα, ἀκούνητα καὶ στὸν τοῖχο κολλημένα, γιὰ τὸ ποι-
ὁς θὰ μπορέσῃ νὰ κρατηθῇ περισσότερο, χωρὶς νὰ μιλήσῃ. Μὲ μία παραλλαγή
ὅμως: ᾿Ιουδαῖοι ἀμίλητοι, ἀκούνητοι καὶ στὸ χῶμα ξεδράκωτοι καθισμένοι.
Καὶ ὁ προπάτορας ἔχασε. Μίλησε πρῶτος, τώρα ἄφοδα μποροῦσαν νὰ μι-
λήσουν καὶ οἱ ὑπόλοιποι. Ο ᾿Ελιφᾶς ἐν τῷ μεταξὺ ἀρχίζει νὰ πλέκῃ τὸ ἐγκώ-
μιο τοῦ Γιαχδέ. "Ας ἀπολαύσουμε λίγο τὸ γνωστὸ τροπάριο τῶν λερωμένων
ὀπισθίων, στὴν καθαρεύουσα, ὅταν ἀκοῦνε Γιαχδέ, σὲ μία ἀκόμα παραλλαγή:
«Ιδού, μακάριος ὁ ἄνθρωπος τὸν ὁποῖον ἐλέγχει ὁ Θεός: διὰ τοῦτο μὴ κατα-
φοόνει τὴν παιδείαν τοῦ Παντοδυνάµου' διότι αὐτὸς πληγώνει καὶ ἐπιδένει"
κτυπᾷ καὶ αἱ χεῖρες αὐτοῦ ἰατρεύουσιν» (]ὼδ ε’ 17-18).
"Ηταν ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα καὶ μόνο, ἀλλὰ μὲ πόσο ὑψηλὰ νοήματα.
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα μᾶς ξεκαθαρίζει γιὰ τὰ καλὰ τὸ θέμα τῆς ἐκπαίδευσης τοῦ
Γιαχδέ. ᾿Αναμφισδήτητα εἶναι μορφωμένος, πήγαινε μάλιστα καὶ σὲ ἰδιωτι-
κό.
᾽Εκεῖ φαίνεται, ὅτι ἔμαθε καὶ πρῶτες δοήθειες. ἤΕτσι, ὅταν δὲν ἔδρισκε ἄρρω-
στους, γιὰ νὰ θεραπεύσῃ, πρῶτα τοὺς δάραγε, γιὰ νὰ τοὺς κάνῃ νὰ ἔχουν ἀνά-
γκη ἰατρικῆς περίθαλψης καὶ ὕστερα τοὺς φάσκιωνε. "Ολα μὲ τὰ χεράκια του.
Ὃ προπάτορας ὅμως δὲν καταλάδαινε ἀπὸ τέτοια. ταν ἕτοιμος νὰ σκάσῃ: