ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
193ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
- Η απιστία προς την αλήθεια — ΑΛΕΞΕΛΛΗΣ, ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
H H ΚΙΝΗΣΙΣ
H H ΚΙΝΗΣΙΣ
H H ΚΙΝΗΣΙΣ
H H ΚΙΝΗΣΙΣ
ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ
ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ
ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ
ΚΙΝΗΣΙΣ ΤΩΝ
ΙΔΕΩΝ
ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ
ΙΔΕΩΝ
ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ
ΙΔΕΩΝ
ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ
ΙΔΕΩΝ
ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΑΜ. ΑΣΠΙΩΤΗΣ, Ἀρχαῖοι Ἕλληνες μουσικοὶ
καὶ σῳζόμενα μουσικὰ ἀποσπάσματα μὲ μεταγραφήν τους εἰς
τὴν σύγχρονον Εὐρωπαϊκὴν μουσικὴν σημειογραφίαν
«...Μουσάων ἀρχώμεθα, ταὶ Διὶ πατρὶ ὑμνεῦσι τέρπουσιν μέγαν νόον...» («Θεογο-
νία»). Οἱ Μοῦσες ὡστόσο δὲν τέρπουν μονάχα τὸν νοῦν,ἀλλ’ «ἐπικουφίζουν τὰ ἄλγη»
καὶ ἕλκουν τὶς ψυχὲς πρὸς τὸ ὡραῖο καὶ τὸ ἀγαθό. Ὁ Ἀσκληπιὸς θεράπευε τοὺς ἀσθε-
νεῖς μὲ τὴν Μουσικὴ καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς «ἐπεκούφιζεν τὰ ἐκ τοῦ πολέμου ἄλγεα» κιθα-
ρίζοντας.
Ἡ λέξις Μουσική, ποὺ ἔχει περάσει αὐτούσια σ’ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου, προ-
έρχεται ἐκ τοῦ ρήματος «μυῶ»(: μυέω = διδάσκω, κατηχῶ, εἰσάγω κάποιον εἰς τὰ μυ-
στήρια) καὶ ἀπὸ τὶς Μοῦσες (τὶς θυγατέρες τοῦ Διὸς καὶ τῆς Μνημοσύνης), ποὺ
ὑπῆρξαν ἔφοροι ὅλων τῶν Ἐπιστημῶν καὶ ὅλων τῶν Τεχνῶν. «Ὁ ὅρος “Μουσικὴ”
ἀρχικῶς ἐσήμαινε τὴν παιδείαν καὶ πᾶσαν τέχνην σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὴν ψυχοπνευ-
ματικὴν ἀγωγήν, τὴν διανόησιν καὶ τὰς καλὰς τέχνας. Σήμερον μὲ τὸν ὅρον “Μου-
σικὴ” ἐννοοῦμε γενικῶς τὴν Τέχνην τῶν ἤχων· παρὰ τοῖς ἀρχαίοις αὕτη ἐκαλεῖτο
“Ἁρμονική”»,λέγει ὁ συγγραφεὺς τοῦ παρουσιαζόμενου βιβλίου, ποὺ μόλις ἐξέδω-
σε ὁ «Δαυλὸς» μὲ τὴν φιλολογική, γλωσσικὴ καὶ τεχνικὴ ἐπιμέλεια τοῦ διευθυντοῦ του.
Μία στενώτατη σχέσις συνδέει τὴν Μουσικὴ μὲ τὸν Πολιτισμό, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τὸ
Ἡ ἀπιστία πρὸς τὴν ἀλήθεια γεννᾷ τὸν Πολιτισμὸ
Ἡ Τέχνη χαρακτηρίζεται σαφῶς ἀπὸ τὸ διονυσιακό της πνεῦμα καὶ ἡ Ἐπι-
στήμη φαίνεται νὰ ἐξελίσσεται καὶ νὰ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸ ἀπολλώνειο
φῶς. Ὁ Νίτσε καθώρισε γιὰ τὴν ἐπιστήμη τῆς ἐποχῆς του, ὅτι ἐξελίσσεται
σύμφωνα μὲ τὸ ἀσκητικὸ ἰδανικό, τὸ ὁποῖο χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀναζή-
τηση τῆς ἀλήθειας, καὶ ἑπομένως ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη αὐτὴ ἐκλείπει πλήρως τὸ
διονυσιακὸ πνεῦμα. Ἐν τούτοις σήμερα, ἀναζητῶντας τὴν δομὴ τῆς ἐπιστή-
μης μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορία της, εἴμαστε σὲ θέση νὰ ἰσχυρισθοῦμε, ὅτι δὲν ἔχει
μόνο ἡ Τέχνη τὸ προνόμιο νὰ λειτουργῇ διονυσιακά, οὔτε ἔχει μόνο αὐτὴ τὸ
πλεονέκτημα νὰ ἀναζητᾷ τὴν μὴ-ἀλήθεια. Ἡ Ἐπιστήμη λειτουργεῖ καὶ λει-
τουργοῦσε διονυσιακὰ καὶ ἀπολλώνεια, ὅπου ὡς πρὸς τὸ μεθοδολογικό τους
πλαίσιο οἱ ὅροι σημαίνουν ἐπαγωγὴ καὶ ἀπαγωγὴ (σύνθεση καὶ ἀνάλυση)
ἀντίστοιχα. Αὐτὸ ποὺ ἀρχίζει νὰ ἀλλάζῃ σήμερα εἶναι, ὅτι οἱ ἐπιστήμονες
ἐγκαταλείπουν τὸ ἀσκητικὸ ἰδανικό, τὴν πεποίθηση ὅτι ὑπάρχει Ἀλήθεια,