ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
199ΙΟΥΛΙΟΣ 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- ΟΙ ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
OI ΓΕΝΝΗΤΟΡΕΣ TOY ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ιζ. Ἀριστοφάνης
Ὁ Ἀριστοφάνης ξεπέρασε τὶς διάφορες μορφὲς τελετουργικῶν δραμάτων, ποὺ ἐλάμβα-
ναν χώρα σὲ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος (Μέγαρα - Θρᾴκη) καὶ παρέκαμψε τὶς «γελωτο-
ποιΐες» τοῦ Κρατίνου, τὰ μασκαρέματα τοῦ Μάγνητος, τὶς ὀνειροφαντασίες τοῦ Κράτητος,
τὰ χωρατὰ τοῦ Εὐπόλιδος· φιλόδοξος καὶ ὑπερήφανος ποιητής, κατέστη δημιουργὸς τῆς
κωμ-ῳδίας, ποὺ ἀποτελεῖ ἐφάμιλλον λογοτεχνικὸν εἶδος τῆς τραγ-ῳδίας.
Οἱ κωμῳδίες τοῦ Ἀριστοφάνους ἔχουν ὑπερχωροχρονικὸ χαρακτῆρα καὶ νόημα· ἀπο-
τελοῦν συνδυασμὸ δριμύτατης σάτιρας καὶ λεπτότατης ποιήσεως, παρὰ τὸ ὅτι τὰ λυρικά του
κομμάτια βρίσκονται διεσπαρμένα ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ ἐνίοτε ἀλάξευτα. Ἔχουν σταθερὴ δομὴ
μὲ ἰσορροπημένη συμμετρία (ἀγωνιστικὰ στοιχεῖα – παράβασις – ἐπεισοδιακὰ στοιχεῖα)
καὶ πλαισιώνονται ἀπὸ ἰδέες. Οἱ χαρακτῆρες, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν βάση τῶν τραγῳδιῶν,
εἶναι καθολικοὶ καὶ αἰώνιοι, γι’ αὐτὸ καὶ ἀπετέλεσαν τὴν μήτρα, ἀπ’ ὅπου γεννήθηκε ἡ χα-
ρακτηρολογία.
Ὅπως στὶς τραγῳδίες, ἔτσι καὶ στὶς κωμῳδίες «χαιρόμαστε τὰ δάκρυά μας» [= γελοῦμε
μέχρι δακρύων:Πλάτων] καὶ τοιουτοτρόπως ὁδηγούμαστε εἰς «τὴν τῶν τοιούτων παθη-
μάτων κάθαρσιν», διότι οἱ γελοῖοι δὲν εἶναι λιγώτερον κακοδαίμονες τῶν τραγικῶν. Ὁ
ἴδιος ὁ ποιητὴς γράφει: «Καθαρίζω τὴν χώρα καὶ τὴν προστατεύω ἀπ’ τὸ κακό» («Σφῆκες»).
Ὁ Ἀριστοφάνης ὑπῆρξε γεννημένος κωμικός. Ξεχειλίζει ἀπὸ σπινθηροβόλο πνεῦμα,
τολμηρὴ φαντασία κι ἐπιθετικὴ διάθεση. Τὰ ὑπέροχα καὶ θορυβώδη μαστιγώματά του κατὰ
τῶν ἰσχυρῶν – γιατὶ μόνο αὐτοὺς θεωροῦσε ἄξιους διακωμῳδήσεως – κυκλοφοροῦσαν σ’
ὅλη τὴν Ἑλλάδα, παρέχοντας στοὺς Ἕλληνες ἄφθονες δυνατότητες ζωῆς, ποὺ τόσο ἔλει-
παν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη.
Ὁ Ἀριστοφάνης ἀντλεῖ τοὺς ἥρωές του ἀπ’ τὸ περιβάλλον του καὶ τὴν ἐποχή του· σπα-
νίως ἀνατρέχει στὴν μυθολογία («Νεφέλες», «Λυσιστράτη», «Πλοῦτος»), παρὰ τὸ ὅτι δια-
τηρεῖ ὁλοζώντανη τὴν αἴσθηση τοῦ παρελθόντος καὶ τῆς παραδόσεως. Ἐκμεταλλεύεται
κατὰ κόρον τὴν κωμικότητα τῆς καθημερινῆς ζωῆς καὶ ἰδιαίτερα τὶς πολιτικο-κοινωνικὲς
καταστάσεις. Στὴν σάτιρά του βρίσκει βοηθὸ τὴν ἴδια τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ποὺ τοῦ ἐπι-
τρέπει νὰ πλέκῃ μεγαλοφυῆ καὶ ἐνοχλητικὰ λογοπαίγνια. Ἀντιστρέφει λοιπὸν τὶς σημασίες
τῶν λέξεων, διαστρέφει καὶ παρερμηνεύει τὰ ὀνόματα, παίζει μὲ τὰ ἠχητικὰ παρώνυμα,
δημιουργεῖ σύνθετες λέξεις ποὺ στὸ «πνῖγος» τῶν παραβάσεων καὶ στὰ ἀγωνιστικὰ μέρη
καταντοῦν ἀπίθανα λεξιλογικὰ τερατουργήματα. Παρὰ ταῦτα δὲν χάνει τὴν Ἀττικὴ κομ-
ψότητα καὶ λεπτότητά του, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ φιλό-γλωσσοι καὶ φιλ-άρχαιοι Ἀλεξανδρινοὶ
νὰ τὸν μελετοῦν ὅσο καὶ τὸν Ὅμηρο.
Ὁ κωμῳδιογράφος δὲν ἀνῆκε σὲ καμμιὰ πολιτικὴ παράταξη καὶ σὲ κανένα κοινωνικὸ
ρεῦμα: οὔτε δημοκρατικὸς ἦταν οὔτε ἀριστοκρατικὸς· οὔτε προοδευτικὸς οὔτε συντηρητι-
κός. Κι ἂν ἐμμένῃ στὴν παράδοση, κι ἂν στρέφεται κατὰ τῶν σοφιστῶν καὶ τῆς νέας παι-
δείας, δὲν εἶναι ἐπειδὴ λατρεύει τὴν παράδοση καὶ τοὺς παλαιούς, ἀλλὰ διότι οἱ σοφιστές,
ὁ Σωκράτης κι ὁ Εὐριπίδης, ὄντας ἱκανώτατοι καὶ διασημότατοι, ἄφηναν ἀκάλυπτα τὰ
νῶτα τους μπροστὰ σ’ αὐτὸν τὸν ἀνιχνευτὴ τοῦ γέλιου. Στὴν πραγματικότητα οὐδεὶς τοὺς
ἐχρειάζετο περισσότερον αὐτοῦ καὶ οὐδεὶς τοὺς ἐκτιμοῦσε περισσότερον. Ἄλλωστε καὶ ὁ
ἴδιος ἦταν ἕνας τέλειος σοφιστής, μὲ σύγχρονη παιδεία καὶ συνήθειες: Ἦταν κομψός,
εὐφυής, δύσπιστος, ἀδέσμευτο πνεῦμα, σκεπτικιστής· τοῦ ἄρεσαν τὰ συμπόσια, οἱ κοινω-
νικὲς ἐκδηλώσεις καὶ οἱ ἑορτές· τὸν εὐχαριστοῦσε νὰ τὸν ὑπολογίζουν, νὰ τὸν συμβουλεύ-
ωνται καὶ – γιατί ὄχι – νὰ τὸν φοβοῦνται...