ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
199ΙΟΥΛΙΟΣ 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Παναθηναϊκά — ΜΑΜΑΝΕΑΣ, ΜΑΡΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
XPONIKA
Παναθηναϊκὰ
Νὰ λοιπὸν ποὺ «ἔσφιξαν οἱ ζέστες» καὶ τὸ πλεῖστον τοῦ ἐλεύθερου χρόνου
μας ἀναλίσκεται στὶς παραλίες, ὅπου σπεύδουμε ὁμοθυμαδόν, ἰδιαίτερα κατὰ
τὶς μεταμεσημβρινὲς ὧρες. Ἀνέκαθεν εἶχα μιὰ ἀπορία. Γιατὶ ἆραγε ἐμεῖς οἱ
λευκοί, ποὺ εἴμαστε «μιὰ χαρὰ» φυλή –τουλάχιστον ἔτσι νομίζω–, ἁπλώνου-
με τὰ σώματά μας στὸ φῶς τοῦ καλοκαιρινοῦ ἡλίου, γιὰ νὰ μαυρίσουν; Δὲν
ἀντιλέγω ὅτι, τηρουμένου τοῦ μέτρου πάντοτε, ἡ ἡλιοθεραπεία κάνει καλό.
Ὅσοι καὶ ὅσες ὅμως ἀποζητοῦν τὸ περιώνυμο «τροπικὸ μαύρισμα» θὰ ἔχουν
σίγουρα καὶ ἄλλους λόγους, λόγους αἰσθητικούς, ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὴν ἁπλῆ
ἀντίληψή τους περὶ ὡραίου καὶ φθάνουν μέχρι τὴν ναρκισσιστικὴ ὡραιοπά-
θεια. Πέρα ἀπὸ τὰ συνήθη καὶ ὀδυνηρὰ ἐγκαύματα ὑπάρχουν καὶ σοβαρότε-
ροι κίνδυνοι. Πάντως δὲν πτοούμεθα. Ἄλλωστε, κακὰ τὰ ψέματα, εἴμαστε
λαὸς φιγουρατζήδων.
Αὐτὲς τὶς σκέψεις συζητοῦσα καὶ μὲ τὸν ἀνηψιό μου τὶς προάλλες, ποὺ ἤμα-
σταν ξαπλωμένοι στὴν ἀμμουδιὰ κι ἀπολαμβάναμε τὸν μεσημεριανὸ ἥλιο,
ἀφοῦ προηγουμένως εἴχαμε ἐπιδοθῆ σὲ μερικὲς «βουτιές». Ἐκεῖνος μὲ ἄκου-
γε μὲ περίσκεψη, πασαλείβοντας ταυτόχρονα τὸ σῶμα του μὲ καροτίνη.
— Μὰ εἶναι τόσο ἁπλό! μοῦ εἶπε ξαφνικά. «Ἐὰν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ θεωρία
περὶ προελεύσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν Ἀφρικὴ εἶναι σωστὴ καὶ ὅτι προϊ-
όντος τοῦ χρόνου «ἀσπρίσαμε», τότε λογικὸ εἶναι νὰ ζητοῦμε ἀπεγνωσμένα
«ἐπιστροφὴ στὶς ρίζες».
Τελειώνοντας τὴν φράση του λύθηκε στὰ γέλια.
— Θύμισέ μου νὰ σὲ προτείνω στὸν Πουλιανὸ γιὰ μέλος τῆς Ἀνθρωπολο-
γικῆς Ἑταιρείας, εἶπα ἐγὼ μισογελώντας. Ἡ ἰδέα σου δὲν πρέπει νὰ πάῃ χα-
μένη. Στοιχηματίζω ὅτι, ἐὰν σὲ ἄκουγε ὁ Μπερνάλ, ὁ συγγραφέας τῆς «Μαύ-
ρης Ἀθηνᾶς», θὰ πάθαινε ἀκράτεια ἀπὸ τὴ χαρά του.
Μετὰ ἀπὸ ἕνα σύντομο διάλειμμα σιωπῆς ἐπανῆλθε καὶ μὲ ρώτησε:
— Ξέρεις τί ἡμερομηνία ἔχουμε σήμερα;
— Πρώτη Ἰουλίου, ἀπήντησα ἀδιάφορα.
— Ὄχι ἀκριβῶς, μοῦ ἀνταπήντησε. Ἔχουμε εἰκοστὴ ἕκτη τοῦ Ἑκατομ-
βαιῶνος, σύμφωνα μὲ τὸ ἀττικὸ ἡμερολόγιο.
— Μπράβο, εἶπα ἐγὼ ἔκπληκτος. Μὰ καλὰ πῶς τὸ θυμήθηκες;
— Πρὶν ἀπὸ λίγο μοῦ μίλησες γιὰ τὴν Ἀθηνᾶ ἔστω καὶ... μαύρη. Ἔτσι ἦρθαν
στὸ μυαλό μου τὰ Μεγάλα Παναθήναια, ποὺ ξεκινοῦσαν κάποτε αὐτὲς τὶς
ἡμέρες.
Αὐτὰ τὰ λόγια ἔκαναν τὸ μυαλό μου νὰ ξεφύγῃ γιὰ λίγο ἀπὸ τοὺς περι-
σπασμοὺς τοῦ περιβάλλοντος καὶ νὰ ταξιδέψῃ σὲ ἄλλους χρόνους, ποὺ κα-
νείς μας δὲν ἔζησε, ἀλλὰ ποὺ ὅλοι προσπαθοῦμε νὰ φανταστοῦμε, βλέποντας
τὰ κομμάτια τοῦ σπασμένου ἱστορικοῦ καθρέπτη καὶ προσθέτοντας σ’ αὐτὰ
τὴν δική μας προσωπικὴ ἀντίληψη γιὰ τὸ μεγαλειῶδες παρελθόν. Πρόσωπα
καὶ εἰκόνες τοῦ χαμένου καιροῦ ἔρχονταν στὴν σκέψη μου. Προσπαθοῦσα νὰ