ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
199ΙΟΥΛΙΟΣ 1998
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο πλούτος της αρχαιοελληνικής μαγειρικής — ΚΑΤΑΝΟΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΤΑΝΟΣ
Ὁ πλοῦτος τῆς ἀρχαιοελληνικῆς μαγειρικῆς
Ἡ Ἑλληνικὴ μαγειρικὴ τέχνη χάνεται στὰ βάθη τῆς ἀπώτερης ἱστορίας. Ἤδη
ἀπὸ τὴν παλαιολιθικὴ περίοδο εὑρέθησαν στὸν ἠπειρωτικὸ καὶ Αἰγαιακὸ χῶρο
ἀπανθρακωμένοι σπόροι καὶ ποικίλα λίθινα καὶ ὀστέινα ἐργαλεῖα γιὰ τὴν πα-
ρασκευὴ τροφῶν. Ἡ Ἑλληνικὴ «μυθολογία» ἀναφέρει τὸν Προμηθέα ὡς ἐπι-
νοητὴ τοῦ πυρὸς καὶ ἄλλων χρήσιμων πραγμάτων. Ἀπὸ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκα-
πάνη τὰ ἀρχαιότερα ἴχνη φωτιᾶς (1 ἑκατομμ. ἐτῶν) στὴ γῆ ἦρθαν στὸ φῶς στὸ
σπήλαιο τῶν Πετραλώνων ἀπὸ τὸν ἀνθρωπολόγο Ἄρη Πουλιανὸ (βλέπε A. Που-
λιανοῦ, «Τὸ Σπήλαιο τοῦ Ἀρχανθρώπου τῶν Πετραλώνων»).
Στὴν Νεολιθικὴ περίοδο μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας,
τῆς ἁλιείας καὶ τοῦ κυνηγιοῦ ὑπάρχει πλούσια τροφή, ὅπως μαρτυροῦν τὰ διά-
φορα ἀγγειοπλαστικὰ εὑρήματα ποὺ ἐχρησιμοποιοῦντο πρὸς ἀποθήκευση σι-
ταριοῦ, κριθαριοῦ, βαλανιδιῶν, φυστικιῶν, ἀμυγδάλων, ἐλαιολάδου κ.ἄ. (Βλέπε
«Νεολιθικὸς Πολιτισμὸς στὴν Ἑλλάδα», Ἵδρυμα Γουλανδρῆ· καὶ Δημ. Θεοχά-
ρη, «ΝεολιθικὴἙλλάς»). Γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐλιὰ καὶ τὸ κλῆμα καλλιεργήθηκαν
τὴν ἐποχὴ τοῦ πρώιμου χαλκοῦ (5.300 π.X.). Ὁ Διόνυσος θεωρεῖται ὡς εὑρέτης
τῆς ἀμπέλου. Ἡ ἐλιὰ ἦταν δῶρο τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς στὴν ἀνθρωπότητα. Μὲ τὴν
συμπίεση δερμάτινου σάκκου καὶ μὲ τὴν βοήθεια λοστοῦ γινόταν ἡ ἔκθλιψη ἐλαι-
ολάδου. Σ’ αὐτὸν τὸν πλοῦτο τῆς διατροφῆς συνετέλεσε ἡ πλούσια πανίδα καὶ
χλωρίδα τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου.
Ἡ τέχνη τῆς μαγειρικῆς εἶναι γνωστὴ στὸν Ὅμηρο. Γνώριζε τὴν μπύρα (οἶνον
κρίθινον), τὴν ποικιλία τῶν φαγητῶν καὶ τὴν πολυτέλεια τῶν δείπνων. Ὁ Ὅμη-
ρος πίστευε στὴν ἁπλῆ καὶ αὐτάρκη ζωὴ γιὰ τοὺς νέους, πρότεινε ἐγκράτεια καὶ
σωφροσύνη, λέγοντας ὅτι οἱ ἐπιθυμίες καὶ οἱ ἡδονὲς γίνονται ἰσχυρὲς μὲ τὴν πο-
λυφαγία. Στὸν χρυσὸ αἰῶνα τοῦ Περικλέους ἡ γαστρονομία ἔφθασε στὸ ἀποκο-
ρύφωμά της καὶ τὴν συνέχισαν οἱ διάδοχοι τοῦ M. Ἀλεξάνδρου. Ξακουστοὶ μά-
γειροι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπως ἀναφέρει ὁ γραμματικὸς Ἀθήναιος ὁ Ναυκρα-
τίτης, ἦσαν οἱ περίφημοι Ἆγις (Ἀργεῖος ποιητὴς ποὺ ἔγραψε καὶ βιβλίο γιὰ
τὴν μαγειρικὴ τέχνη μὲ τίτλο «Ὀψαρτικά»), Χαριάδης, Θίμβρων, Νηρεύς, Σω-
τηρίδης κ.ἄ.
Ὁ Ἀθήναιος ἔχει κωδικοποιήσει, χρησιμοποιώντας ὡς πηγὲς ἑκατοντάδες
συγγραμμάτων στὴν βιβλιοθήκη τῆς Ἀλεξανδρείας, τὶς γαστρονομικὲς συνή-
θειες τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων. Τὸ ἔργο του «Δειπνοσοφισταὶ» ἦταν τριάντα βι-
βλία. Σώζονται σήμερα 15 βιβλία μὲ πολλὰ χάσματα. Εἶναι ἕνα ἀξιοθαύμαστο
ἔργο μὲ πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὴν μαγειρικὴ καὶ διατροφὴ τῶν Ἑλλήνων. Δια-
βάζοντάς το, διαπιστώνει κανείς ὅτι τὰ μαγειρικὰ παρασκευάσματα ὅλων τῶν
λαῶν φέρουν τὴν σφραγίδα τῆς Ἑλληνικῆς μαγειρικῆς τέχνης. Ἀκόμα καὶ ἡ ἐτυ-
μολογία τῆς λέξεως «δίαιτα»(dietστὰ Ἀγγλικὰ) προέρχεται ἀπὸ τὸ δαίς, δα-
τεῖσθαι, δηλ. «μοιράζειν». Δαῖτος(μερίδα) λεγόταν ἡ τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου, διό-