ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
209ΜΑΙΟΣ 1999
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ελληνική και Ιουδαϊκή άντίληψις περί θεού — ΑΤΤΑΒΥΡΙΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Ἑλληνικὴ καὶ ἰουδαϊκὴ ἔννοια τοῦ «θεοῦ»
Ἀκόμα κι ἂν παραδεχθοῦμε πὼς τὸν φυσικὸν νόμο τὸν ἔθεσε ὁ Θεός, θὰ πρέπῃ νὰ παραδε-
χθοῦμε πὼς ὁ φυσικὸς νόμος εἶναι μία ἀπαραβίαστη θεία τάξις, ποὺ θὰ πρέπῃ νὰ τὴν σέβεται ὁ
πρῶτος θέσας αὐτὴν· γι’ αὐτὸ ὅποιος μιλᾶ γιὰ θαύματα δὲν ξέρει τὴν ἔννοια τοῦ θεοῦ. Οἱ δια-
τρίψαντες καὶ ἐγκύψαντες στὴν μελέτη πάντων τῶν ὁρατῶν κι ἀοράτων πραγμάτων πλέον ἐπι-
σταμένως, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ποτὲ δὲν ἰσχυρίσθηκαν πὼς γνώριζαν κάποιαν ἐπιστήμη γιὰ
τὸν θεό, γι’ αὐτὸ καὶ μεταξύ τους δὲν παρατηρήθηκε καμμιὰ φανατικὴ θρησκευτικὴ ἀναμέ-
τρησις. Δὲν ὑπῆρχε στὴν Ἑλλάδα καμμιὰ ἱερὰ βίβλος, ποὺ νὰ τοὺς ὁδηγῇ θεολογικά. Ἀπενα-
ντίας ἡ ἐλευθερία ἦταν ὁ ὁδηγός τους· κι οἱ φιλόσοφοι ὅποιας ἀποκλίσεως, θεωρίας ἢ ἀντιλή-
ψεως δὲν κινδύνευαν νὰ καταστοῦν «ἀποσυνάγωγοι», κι ἂν ἀκόμα ἠρνοῦντο δημοσίως τὴν
ὕπαρξιν τοῦ θεοῦ. Δὲν γνώριζαν κανένα θεολογικὸν πανελλήνιον ὅρο ἢ κανόνα ἔστω, κάποιον
Δελφικό, ποὺ καθένας νὰ ἦταν ὑποχρεωμένος νὰ τηρῇ. Ἡ θεία λατρεία ἦταν θεσμὸς τῆς κάθε
πόλεως, μὰ καὶ πάλι δὲν ὑπῆρχε κανένας νόμος ποὺ ν’ ἀπαγόρευε τὴν πίστιν σ’ ἄλλους ἢ σ’ ἄλλο
θεό.
Χαρά τους ἦταν νὰ μαθαίνουν τὶς θρησκευτικὲς ἀντιλήψεις ἄλλων λαῶν, ὁ δὲ περιβόητος πο-
λυθεϊσμὸς στοὺς φιλοσοφικοὺς διαλόγους ἦταν τόσο μονοθεϊστικός, ποὺ στὴν πραγματικότη-
τα λατρευόταν τὸ θεῖον. Ἐνῷ εἶχαν θρησκεία, δὲν εἶχαν ὅμως ὠργανωμένη ἐκκλησία καὶ ἐπαγ-
γελματικὸ (ἀμειβόμενο) ἱερατεῖο καὶ ἡ πίστις δὲν ἦταν αὐτὴ ποὺ ῥύθμιζε τὴν μετὰ θάνατον ζωή.
Βέβαια τὴν τήρησιν τῆς τάξεως τοῦ κόσμου τὴν ἀπέδιδαν στὸν θεὸ ἢ στοὺς θεούς, μὰ ποτὲ μὲ
τὴν ἔννοια πὼς ὁ θεὸς ῥυθμίζει ἀκόμα καὶ τὸν θάνατο ἑνὸς σπουργιτιοῦ. Γιατὶ θαύμαζαν βέβαια
τὴν σοφία, τὴν τάξιν, τὴν ἁρμονία τοῦ Σύμπαντος κι αὐτὸ τὸ Ἀριστοτελικὸ «πρῶτον κινοῦν»,
μὰ ποτὲ δὲν τὸ εἶδαν σὰν πηδάλιο ποὺ ῥυθμίζει ὅλους ὅσους κάτω ἀπ’ τὸν ἴδιο ἥλιο διαβιοῦν.
Ὁἀρχαῖος σοφὸς πάσχιζε νὰ βρῇ μιὰν ἄκρη γιὰ τὴν προέλευσιν τοῦ κόσμου· κι ἂν ἔγραφε σύγ-
γραμμα, μὲ τὴν ἄποψιν πὼς ὁ Κόσμος προῆλθε ἀπὸ τὸ νερὸ ἢ ἀπὸ τὸ πῦρ ἢ ἀπὸ τὸν ἀέρα, ποτὲ
δὲν θὰ κινδύνευε νὰ ἔλθῃ ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ὅποιο ἱερατεῖο.
Θὰ μπορούσαμε νὰ ἰσχυρισθοῦμε, πὼς ὁ Ὀρφεύς, ὁ Ὅμηρος κι ὁ Ἡσίοδος ἦσαν παγκοσμίως
οἱ πρῶτοι θεολόγοι· ὡστόσο καμμιὰ γενιὰ τῶν Ἑλλήνων ἀνὰ τοὺς αἰῶνας δὲν εἶδε τὰ ἔργα τους
ὡς «ἁγία γραφή». Μὰ κι ὁ Σωκράτης, κι ὁ Πλάτων καὶ πολλοὶ ἄλλοι πάρα πολλὰ εἶπαν γιὰ τὸν
θεό, μὰ ποτὲ ἡ διδασκαλία τους δὲν ἐλήφθη ὡς θρησκειολογία ἢ ὡς θρησκευτικὴ κατήχησις ἢ
ὡς θεολογικὸ δόγμα, γιατὶ ἡ ἑλληνικὴ σκέψις δὲν ὑποτάχτηκε ποτὲ στὴν ὅποια θρησκευτικὴν
πίστιν. Μπορεῖ ἡ θεία λατρεία νὰ προστατευόταν ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς πόλεως, δηλαδὴ ἀπαγο-
ρευόταν στὸν ὁποιονδήποτε νὰ τὴν ἐμποδίζῃ νὰ τελῇται ἢ νὰ τὴν παραμελῇ, ὅμως δὲν ἀπαγο-
ρευόταν ἡ πίστις σ’ ἄλλους ἢ σ’ ἄλλο θεό.
Παρατηροῦμε λοιπόν, πὼς τὸ ὄνομα θεὸςστὴ γλῶσσα τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καὶ τοῦ Χριστιανι-
σμοῦ ἔχει διαφορετικὴν ἔννοια ἀπ’ αὐτὴν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Στὸν Χριστιανισμὸ ὁ Θεὸς εἶναι
ὄνομα κύριο, γράφεται μὲ Θ κεφαλαῖο, εἶναι συγκεκριμένος Θεός, εἶν’ ὁ Θεὸς τοῦ Μωϋσέως, εἶναι
ὁ Γιαχβὲ καὶ μόνον αὐτὸς ὑπάρχει κι ὄχι ἄλλος κανένας, μοναδικὸς κι ἀληθινός· ἐνῷ στοὺς
Ἕλληνες ἡ λέξις δὲν εἶναι κύριο ὄνομα. Ἀκόμα κι ὅταν ὑποτονίστηκε ὁ πολυθεϊσμός, κουβέ-
ντιαζαν γιὰ ἕνα ὑπέρτατο «ὄν»· καὶ τὸ θαυμαστὸ εἶναι, πὼς μὲ μιὰ τέτοια ἀντίληψιν περὶ τοῦ
θείου οἱ θεοὶ ἐξανθρωπίζοντο κι οἱ ἄνθρωποι ἐθεοποιοῦντο. Ἔτσι γιὰ ὅποιον Ἕλληνα δὲν
ἠσπάζετο τὸν πολυθεϊσμό, δὲν ὑπῆρχε κανένας ἐκκλησιαστικὸς θεσμὸς ἢ ὀργάνωσις τέτοια ποὺ
νὰ τὸν καθιστοῦσε «ἀποσυνάγωγο»· κι ὅποιαν ἀντίληψιν ἔτρεφε γιὰ τὸν θεό, δὲν κινδύνευε... νὰ
μὴ βρεθῇ παπάς, σὰν πέθαινε, νὰ τὸν θάψῃ, γιατὶ δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ παλαιὰ καὶ καινὴ «δια-
θήκη» οὔτε χαραγμένος «λόγος Θεοῦ» κι οὔτε καμμία λεγόμενη «Πατερικὴ θεολογικὴ ἄποψις»·
μόνο οἱ συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης αὐτοανακηρύχθηκαν «θεόπνευ-
στοι», ἐνῶ βλέπουμε πὼς κανένας σοφὸς ἐκ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων δὲν παραλογίζεται οὔτε στιγ-
μή, γιὰ νὰ ὀνομάσῃ τὰ ἔργα του «θεόπνευστα». Ὁ Ἱπποκράτης, γιὰ παράδειγμα, στὴν ὥρα τῆς
ἰατρικῆς του ἐπιδόσεως μιλοῦσε καὶ γνωμάτευε, ὅ,τι ἀφωροῦσε μόνο στὸ ἀνθρώπινο σῶμα κι ἔμε-