ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
232ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μαρτυρίες του Αριστοτέλους και νεώτερες για την ύπαρξη πετρελαίου σε Μακεδονία και Θράκη — ΜΑΡΓΕΤΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Μαρτυρίες τοῦ Ἀριστοτέλους
καὶ νεώτερες γιὰ τὴν ὕπαρξη
πετρελαίου σὲ Αἰγαῖο καὶ Θρᾴκη
ΕΠΑΛΗΘΕΥΟΝΤΑΙ ME ΤΙΣ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΓΕΩΤΡΗΣΕΙΣ
Στὸ τεῦχος 224-225 τοῦ «Δαυλοῦ» (Αὔγ. - Σεπτ. 2000) εἶχα ἀνα-
φερθῆ στὴν ἀρχαία μαρτυρία τοῦ Εὐδόξου τοῦ Κνιδίου (390-
340 π.X.), ὅτι στὸ Θρᾳκικὸ Πέλαγος πρὸς τὴν περιοχὴ τοῦ Ἱε-
ροῦ Ὄρους (σημερινὸ Ἅγιον Ὄρος) ἐπιπλέει (ὑγρὴ) ἄσφαλ-
τος. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλες παλαιὲς καὶ νεώτερες μαρτυ-
ρίες περὶ ὑπάρξεως πετρελαίου στὸ Θρᾳκικὸ Πέλαγος καὶ στὴ
Μακεδονία. Ἡ μία ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν περίφημο γραμματικὸ
τοῦ 5ου μ.X. αἰῶνος Στέφανο τὸν Βυζάντιο στὰ «Ἐθνικά» του,
τὴν ὁποία παραλαμβάνει ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ἀριστοτέλη «Περὶ
Θαυμασίων Ἀκουσμάτων». Ἡ ἄλλη μαρτυρία ἀναφέρεται ἀπὸ
τὸν Νικόλαο Φαρδὺ τὸν Σαμόθρᾳκα.
Λέγει λοιπὸν Στέφανος Βυζάντιος τὰ ἑξῆς στὸ προαναφερθὲν ἔργο του:
«Σιντία, πόλις Μακεδονίας πρὸς τῇ Θράκῃ ὡς Εὔδοξος (ὁ Κνίδιος) ἐν τε-
τάρτῳ Γῆς Περιόδου... γίγνεται δέ τι θαυμαστὸν παρ’ αὐτοῖς, ὣς φησιν
Ἀριστοτέλης· ποταμόν τινα εἶναι Πόντον προσαγορευόμενον, ἐν ᾧ κατα-
φέρεσθαί τινας λίθους, οἳ καιόμενοι τοὐναντίον πάσχουσι τοῖς ἐκ τῶν ξύ-
λων ἄνθραξι· ῥιπιζόμενοι μὲν γὰρ ἀποσβέννυνται ταχέως, ὕδατι δὲ ῥαινό-
μενοι ἀνάπτονται· ὅταν δὲ δὴ καίωνται, πονηρὸν ὄζουσι, καὶ παραπλήσιον
ἀσφάλτῳ, καὶ τὴν ὀσμὴν οὕτω δριμεῖαν ἔχουσιν, ὡς μηδὲν τῶν ἑρπετῶν
ὑπομένειν καιομένων αὐτῶν...».
[Δηλ.: ἩΣιντία εἶναι πόλι τῆς Μακεδονίας πρὸς τὰ ὅρια τῆς Θρᾴκης,
ὅπως ὁ Εὔδοξος στὸ τέταρτο βιβλίο τοῦ ἔργου του «Γῆς Περίοδος» λέ-
γει. Γίνεται δὲ κάτι θαυμαστὸ ἐκεῖ, καθὼς λέγει ὁ Ἀριστοτέλης. Ὅτι
εἶναι δηλ. κάποιος ποταμὸς καλούμενος Πόντος, στὸν ὁποῖο παρασύ-
ρονται μερικοὶ λίθοι, οἱ ὁποῖοι καιόμενοι συμπεριφέρονται ἀντίθετα
πρὸς τοὺς ξυλάνθρακες (ξυλοκάρβουνα), δηλ. φυσώμενοι σβήνουν τα-
χέως καὶ ὅταν ραντίζωνται μὲ νερό, ἀνάβουν. Ὅταν λοιπὸν καίωνται,
ἀναδίδουν κακὴν ὀσμὴ παραπλήσια μὲ τὴν ἄσφαλτο καὶ ἡ ὀσμὴ εἶναι
τόσο δριμεῖα, ποὺ κανένα ἀπὸ τὰ ἑρπετὰ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπομείνῃ, ὅταν
καίωνται αὐτοί (οἱ λίθοι).]