ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
239ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2001
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ανδρέας Λασκαράτος ή ο αφορισμός ενός διαφωτιστή — ΠΑΝΑΓΟΣ, ΣΑΡΑΝΤΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΑΑΝΝΔΔΡΡΕΕΑΑΣΣ ΛΛΑΑΣΣΚΚΑΑΡΡΑΑΤΤΟΟΣΣ
ἢ
ὁ ἀφορισμὸς ἑνὸς διαφωτιστῆ
Ἡ μικρὴ κοινωνία τῆς Κεφαλονιᾶς, ποὺ ἔζησε διαδοχικὰ τὸ ζυγὸ τῶν Βενε-
τσιάνων, τῶν Γάλλων καὶ τῶν Ἄγγλων, ὑποδέχθηκε κακῶς τὸν μεγάλο με-
ταρρυθμιστὴ καὶ διορθωτὴ τῶν ἐλαττωμάτων της Ἀνδρέα Λασκαρᾶτο, ποὺ
’χε θέσει σκοπὸ τῆς ζωῆς του τὴν ἐξόντωση τοῦ πολυκέφαλου τέρατος, ποὺ
λέγεται πλάνη καὶ ἐξαπάτηση. «Ὁ λαὸς φιλεῖ τὰ ἐξαπατᾶσθαι· τούτου ἕνε-
κα ἀνάγκη τοῖς ἄλλοις ἐπίκειται τὸ πλανᾶν αὐτόν», ἔλεγε ὁ ἐπίσκοπος Συνέ-
σιος· καὶ ὁ Γρηγόριος Ναζιανζηνὸς συμπληρώνει:«Δι’ ὕθλων (= μὲ ἀνοη-
σίες) δέον νὰ ἐπιβαλλώμεθα εἰς τὸν λαόν· ὅσον ὀλιγώτερον ἐννοεῖ οὗτος, τό-
σο μᾶλλον θαυμάζει»... ὉΚεφαλονίτης συγγραφέας δὲν τὰ πιστεύει αὐτά·
φρονεῖ ὅτι τὸν «ὄχλο» τὸν ἔφεραν στὸ κατάντημα αὐτὸ οἱ ἐπιτήδειοι, γιὰ νὰ
τὸν χρησιμοποιοῦν, ὅπως αὐτοὶ θέλουν. Ἀποφασισμένος νὰ ἀναμορφώσῃ
τὴν κοινωνία, νὰ ἐξαφανίσῃ τὶς πλάνες καὶ τὶς προλήψεις, νὰ καυτηριάσῃ τὶς
δεισιδαιμονίες καὶ τὶς κακὲς συνήθειες καὶ νὰ ἐξυγιάνῃ τὴν θρησκεία καὶ
τὴν πολιτικὴ ἀπ’ τοὺς «θρησκεμπόρους» καὶ τοὺς «λαοπλάνους» καταφεύ-
γει στὴ σάτυρα, ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα «ἠθικὸ ξυράφι, ποὺ κόβει τὶς παρασαρκί-
δες τῆς ψυχῆς...».
Ὁ Ἀνδρέας Τυπάλδος Λασκαρᾶτος γεννήθηκε στὸ Ληξούρι τῆς Κεφαλ-
ληνίας τὸ 1811 ἀπὸ ἀριστοκράτες γονεῖς. Δεκαετὴς μετέβη στὸ Ἀργοστόλι
«χωρὶς καμμιὰ προθυμία», ὅπου «ἀναγκάσθηκε νὰ φοιτήσῃ» στὴ Σχολὴ τοῦ
Κάστρου καὶ μετὰ στὴν Ἰόνιον Ἀκαδημία τῆς Κέρκυρας. Κατ’ ἀπαίτηση τῆς
οἰκογενείας του ξενιτεύεται στὸ Παρίσι (1836) καὶ ἐκεῖθεν στὴν Τοσκάνη,
ὅπου «ὑποχρεώθηκε νὰ καταπιῇ τὴν μελέτη τῶν νόμων, ὅπως καταπίνουμε
τὸ ρετσινόλαδο», γιὰ νὰ ἐπιστρέψῃ στὴν Κεφαλονιὰ (1839) «γάιδαρος δοτ-
τόρος (δόκτωρ)», ὅπως ὁ ἴδιος λέει σαρκαστικὰ («Ἅπαντα, τ. A´, σελ. 8 κ.ἑ.).
Ἀρνούμενος νὰ χρησιμοποιῇ τὴν ἰταλικὴ γλῶσσα στὶς ἀγορεύσεις του, ποὺ
ἦταν ἡ ἐπίσημη γλῶσσα τῆς Ἑπτανήσου, διεγράφη ἀπὸ τὸ δικηγορικὸ σῶμα
κι ἔτσι ἔμεινε χωρὶς δουλειὰ (1843).Τρία ἔτη ἀργότερα νυμφεύεται τὴν πλού-
σια καὶ μορφωμένη Πηνελόπη Κοργιαλένια, ἡ ὁποία «μπόρεσε νὰ ἐξευγε-
νίσῃ τὸν ἀδιάλλακτο καὶ σκληρὸ χαρακτῆρα του»·ἀπόδειξη, ὅτι ἔκαυσε
σχεδὸν ἀμέσως «τὰ πιὸ ἄσεμνα, ἂν καὶ πιὸ πνευματώδικα ποιήματά του»
(ὅ.π., σελ. 17). Τὸ 1850 κατεβαίνει ὡς ὑποψήφιος στὶς βουλευτικὲς ἐκλογὲς καὶ