ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
250ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2002
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ένας φωτισμένος μητροπολίτης είχε καταρρίψει από το 1930 το δόγμα "Εξ' Ανατολής το φώς" — ΚΟΥΒΑΛΑΚΗΣ, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
- Οι δήθεν "τουρκικές" νεοελληνικές λέξεις (β) — ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Τὸ ἄγνωστο ἔργο ἑνὸς μητροπολίτη
«Ἡ γλῶσσα τοῦ πρωτογόνου ἀνθρώπου εἶναι ἡ Ἑλληνική. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰω-
νόβιος ρίζα, ὁ ἀθάνατος κορμὸς, τοῦ ὁποίου παραφυάδες εἶναι πᾶσαι αἱ γλῶσσαι
τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου». (Ἀθηναγόρας)
ὉΜητροπολίτης Παραμυθίας Ἀθηναγόρας κατεῖχε ὅλες τὶς
εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες καὶ μαζὶ μ’ αὐτὲς τὰ Σανσκριτικά, Σου-
μεριακά, Αἰγυπτιακά, Ἑβραϊκά, Παλαιογοτθικά, Παλαιορ-
ρωσικὰ καὶ Περσικά. Ἡμοναδική του εὐρυμάθεια τοῦ ἐπέ-
τρεψε νὰ κατορθώσῃ ἕναν γιγάντιο ἄθλο: Προχωρώντας βαθιὰ στὶς ρί-
ΟΙ ΔΗΘΕΝ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ §Ε•ΕΙΣ
ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ (‚)
™ὲ προηγούμενο τεῦχος τοῦ «Δ» (247) δημοσιεύσαμε ὑπὸ τὸν τίτλο «Οἱ δῆθεν τουρκικῆς προέλευσης λέξεις
τῆς Νέας Ἑλληνικῆς» ἔρευνα τοῦ κ. Γιώργου Παπακωνσταντίνου, στὴν ὁποία ἀναφέρονταν οἱ διὰ μέσου
τῶν χιλιετιῶν ἱστορικὲς ἐπαφὲς τῶν Ἑλλήνων μὲ τὰ τουρκικὰ φῦλα ἢ τὶς ἄλλες ἐθνικὲς ὁμάδες τῆς Ἀσίας,
ποὺ συναποτελοῦσαν ἢ ἐπηρέαζαν γλωσσικὰ τὴν εὐρύτερη ἑνότητα λαῶν, ποὺ ὠνομάσθηκαν ἀργότερα
Τοῦρκοι. Οἱ ἱστορικὲς αὐτὲς ἐπαφὲς εἶναι πανάρχαιες, οἱ δὲ ἑλληνικὲς γλωσσικὲς ἐπιδράσεις ἐπὶ τῆς λεγόμενης
σήμερα Τουρκικῆς Γλώσσας, ὅπως ἀναλύθηκε στὸ προηγούμενο τεῦχος τοῦ «Δ», εἶναι βαθύτατες. Στὸ παρὸν
τεῦχος συνεχίζουμε τὴν κατ’ ἀλφαβητικὴ σειρὰ δημοσίευση ἑνὸς ἐνδεικτικοῦ γλωσσαρίου λέξεων, ποὺ ἀπὸ τὴν
ἐπίσημη Γλωσσολογία χαρακτηρίζονται «τουρκικῆς προέλευσης», ἀλλά, ὅπως ἀποδεικνύεται ἐδῶ, ἀποτελοῦν πα-
ρεφθαρμένες μορφὲς καὶ παράγωγα πανάρχαιων ἑλληνικῶν ριζῶν.
Καυγάς,ὁ = λεκτικὴ φιλονικία < Γὰβ + γὰβ →γα-
βουρ(δ)μᾶς →καβουρμάς.
βγὰς → καβγάς.
Καβούκι, τὸ = κέλυφος < κάπη = φάτνη →κάβη - α
(προστατευτικὴ ἐσοχὴ), καβάκι (ὑποκοριστικὸ) →κα-
βούκι. Ἡ ρίζα καπ-φ-β ἔχει τὴν ἔννοια τῆς προστασίας
(cave= σπήλαιο ἐγγλέζικα). Καυσία = μακεδονικὸς
πῖλος. Καπ + πῖλος →καπέλο, κάπσα, κάππα, καππό-
τα, κάπυρις = χειριδωτὸς χιτών, καπάκι κ.λπ. Ἐπίσης
κάπα + μος (κατὰ τὸ ἐρχομός, φαγωμός) →καπαμάς·
φαγητὸ ποὺ παρασκευάζεται ἐν κλειστῷ.
Καβουρδίζω,ρῆμα = καίω ἐν ξηρῷ (ἐπὶ φαγητῶν) <
καβ (καίω) + ουργῶ →καβουργῶ →καρβουρδῶ + ί-
ζω (ρηματικὴ κατάληξις) →καβουρδίζω →κα-
Κουτουροῦ,ἐπιρρ. = στὴν τύχη < κατὰ ρόον → κα-
ταροῦν →κουτουροῦ. Ὑπάρχουν καὶ οἱ τύποι ρου-
κουτοῦ (ἀντιμετάθεσις), ρουκοῦ (ὑποχωρητικά).
Καλντερίμι,τὸ <καλλίδρομον →καλδερίμι(ον) →
καλντερίμι.
Καζάνι,τὸ < κώδων →κωδάνι (ον) →καζάνι(ον)
μὲ παρετυμολογικὴ ἐπίδρασι τοῦ κάδος.
Καΐκι,τὸ = μικρὸ πλοῖο. Ἡλέξη σκάφος μὲ τὴν
ἔννοια τοῦ πλοίου προέρχεται ἀπὸ τὸν τρόπο κατα-
σκευῆς, ποὺ ἀκόμη ἐπικρατεῖ σὲ πρωτόγονους. Ἕνας
κορμὸς δένδρου ἐσκάπτετο καὶ κατέληγε σὲ εὔπλοο μο-
νόξυλο. Σὲ πολὺ παλιὰ ἐποχὴ τὰ σκαπτικὰ ἐργαλεῖα