ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
296ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2006
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Τελικά δεν αφορίστηκε ο Ν. Καζαντζάκης — ΠΡΙΦΤΗ, ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
20274
ΔΑΥΛΟΣ/296, Νοέμβριος 2006
Τελικὰ δὲν ἀφωρίσθηκε ὁ Ν. Καζαντζάκης
Κύριε Λάμπρου,
Στὸ τεῦχος 294 τοῦ «Δαυλοῦ» καὶ στὴ σε-
λίδα 20141, ἀναφέρεται, ὅτι μαζὶ μὲ τοὺς Λα-
σκαρᾶτο καὶ Ροΐδη ἔχει ἀφοριστῆ καὶ ὁ Νίκος
Καζαντζάκης. Πράγματι εἶχε γίνει μεγάλος θό-
ρυβος τότε, ἀλλὰ τελικὰ ὁ Καζαντζάκης δὲν
ἀφωρίστηκε.
Σᾶς στέλνω τὸ βιβλίο μου «Ὁ ἔνθεος καὶ κα-
τατρεγμένος Νίκος Καζαντζάκης», ὅπου δημο-
σιεύω καὶ ἕνα ἔγγραφο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πα-
τριαχείου, ὅπου ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔγινε
ποτὲ ἀφορισμὸς τοῦ Νίκου Καζαντζάκη.
Ταυτόχρονα νὰ σᾶς συγχαρῶ γιὰ τὴν ὡραία
μελέτη τοῦ «Δαυλοῦ» στὸ ἴδιο τεῦχος μὲ θέμα
«Ὁ Διονυσιασμὸς τῶν ἀρχαίων καὶ ἡ ἔκστα-
ση στὴ Ρὸκ Μουσική».
Στέλνω καὶ ἕνα ἐνημερωτικὸ σημείωμα γιὰ
τὴν «Διεθνῆ Ἑταιρεία Φίλων Νίκου Καζαν-
τζάκη».
Φιλικὰ
Κλεοπάτρα Πρίφτη
Συγγραφέας, Ἀθήνα
Ἀπάντηση «Δαυλοῦ»
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἀφοῦ ἐξέδωσε ἀρχικὰ μιὰ ἀντικαζαντζάκεια ἀνακοίνωση, ἡ ὁποία τὸ Πά-
σχα τοῦ 1954 ἀναγνώσθηκε σὲ 7.000 ναοὺς καὶ μοναστήρια τῆς Ἑλλάδας, συνέταξε τελι-
κὰ ἕνα κείμενο ἀφορισμοῦ κατὰ τοῦ Καζαντζάκη, τὸ ὁποῖο ἐστάλη στὸ Πατριαρχεῖο γιὰ προ-
συπογραφή, καθ’ ὅτι ἡ Κρήτη ἀνήκει στὴ δικαιοδοσία του. Ὅταν πέθανε ὁ Καζαντζάκης στὴ
Γερμανία, κι ἡ σορός του μεταφέρθηκε στὴν Ἀθήνα στὶς 4 Νοέμβριου τοῦ 1957, ὁ ἀρχιεπί-
σκοπος Ἀθηνῶν ἔδωσε ἐντολή, νὰ μὴν ἐπιτραπῇ νὰ μπῇ ἡ σορὸς τοῦ «βλάσφημου νεκροῦ»
σὲ κανένα ἀθηναϊκὸ ναὸ οὔτε νὰ τὸν κηδεύσῃ παπᾶς, μὲ ἀπειλὴ ἀφορισμοῦ ἐπίσης. Ἀφοῦ
ἡ σορὸς ἔμεινε μιάμιση ἡμέρα στὸ νεκροθάλαμο, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Ἀριστοτέλη Ὠνάση
μεταφέρθηκε μὲ εἰδικὴ πτήση τῆς «Ὀλυμπιακῆς» στὸ Ἡράκλειο, ὅπου δὲν τάφηκε σὲ νεκρο-
ταφεῖο, ἀλλὰ στὸν ἑνετικὸ προμαχῶνα τοῦ Μαρτινέγκο, ὅπου σκάφτηκε πρόχειρα ἕνας λάκ-
κος. Ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα «Κρητικὸ Βῆμα» (6.12.1982) διαβάζουμε: «Στὸν τάφο, ὅταν φτάσα-
με, περιμέναμε τὸν παπᾶ. Αὐτὸς δὲν ἦρθε. Καὶ τότε ὁ βρακοφόρος Μανώλης Μανουσογιάν-
νης ἔσπρωξε τὸ φέρετρο στὸ κενοτάφιο μὲ τοῦτα τὰ λιτά, ἐπικήδεια, λεβεντοκρητικὰ λόγια:
“Τέτοιοι ἄνθρωποι δὲν θάβονται μὲ εὐχές, οὔτε μὲ παπᾶδες...”.»
Ὁ Καζαντζάκης φέρεται ὡς ἀφωρισμένος, καθ’ ὅτι ἀφ’ ἑνὸς ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶχε συντάξει
τιῶν, στὴν αὐλὴ τοῦ σχολείου, ἀκόμα καὶ σὲ δρόμους μέσα στὸ χωριό, ἀκόμα καὶ
σήμερα θὰ βρῆτε κόκκαλα ἀνθρωπίνων σκελετῶν. Πέθαναν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ τὴν
ἐξαθλίωση, πέθαναν, γιατὶ τὰ λεφτὰ καὶ ὁ πρότερος πλούσιος βίος τους δὲν εἶχαν
ἀξία, πέθαναν, γιατὶ ὁ Θεός τους εἶχε πάει κάπου μεταξὺ Ἀμερικῆς καὶ Ἀγγλίας καὶ
ἀγωνιζόταν γιὰ τὸ «ὁλοκαύτωμα» καὶ ἐκείνους τοὺς «δύσμοιρους» Ἑβραίους. 380
ἄνθρωποι νεκροί, δὲν τοὺς ἀναφέρει καμμιὰ Ἱστορία, δὲν τοὺς κλαίει κανείς, τοὺς
ξέχασαν ἀκόμα καὶ οἱ συγγενεῖς τους, ποὺ πόνεσαν, ὅταν ἔμαθαν γιὰ τὸ Ἄουσβιτς.
Παραθέτω τὴν ἱστορία μιᾶς γυναίκας, ὅπως τὴν γράφει ἕνας χωριανός μου, ὁ Ἰω-
άννης Ἀντ. Χουζούρης: «στὴ γειτονιά μου ἤτανε κάποια φτωχιὰ φαμέλια πού ’χενε
πάρα πολλὰ παιδιά, κορίτσια καὶ κοπέλλια. Ἐπέθανε ὁ ἄντρας τζη πρῶτος ἀπὸ τὴν
πείνα, τί νά ’καμε ἡ ἔρημη μὲ τὰ μωρὰ ἐκεῖνα; Πεθαίνανε, καὶ τά ’θαβε ἡ ἴδια στὴν
αὐλή τζη κι ἔθαψε καὶ τὸ ὄγδοο καὶ ἔμεινε μοναχή τζη. Ἤτονε ἑτοιμόροπη κι ἐκείνη
καὶ πρησμένη, μὰ τὴ λυπήθηνε ὁ Θεὸς ἐκείνη τὴ καμένη. Καὶ ἡ γυναῖκα σώθηνε,
‣