ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
54ΙΟΥΝΙΟΣ 1986
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο Επισκέπτης — ΜΑΡΜΑΤΣΟΥΡΗΣ, ΛΕΥΤΕΡΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
«το ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ 3
᾿ ΤΟΥ Ἅ.
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΑΡΜΑΊΤΣΟΥΡΗΣ
Ὃ ᾿ΕἘπισκέπτης
Ὃ ξένος καθόταν δίπλα στὴν πηγή.
Κοντά του καθισμένοι οἱ βροτοὶ τὸν
κοίταζαν, ὅπως πάντα, μὲ θαυμασμὸ
κι ἀφοσίωση.
Τοὺς εἶχε μάθει πολλὰ ἀπ᾽ τὸ πρωι-
νό, ποὺ πρωτόρθε καὶ ρίζωσε ἀναμεσά
τους, κὶ εἶχαν περάσει πολλὰ φεγγάρια
ἀπὸ τότε.
Ὅλοι θυμοῦνται τὸν ἐρχομό του. Εἷ-
χε ξεπροβάλει θεόρατος, μέσ᾽ ἀπ᾽ τὶς
ἐλιές, ἦταν τουλάχιστον μισὸ μπόϊ πιὸ
ψηλὸς ἀπ᾽ τὸν ψηλότερόν τους, τοὺς
πλησίαζε σιγὰ -σιγὰ καὶ τοὺς χαμογε-
λοῦσε μὲ καλωσύνη: αὐτοὶ φοβισμµέ-
νοι, ἄλλοι κοίταζαν νὰ φύγουν, νὰ
κρυφτοῦν κι ἄλλοι παίρνοντάς τον γιὰ
θεὸ τὸν κοιτοῦσαν μὲ δέος ἀκίνητοι.
Δίγες µέρες πρὶν ἔλθει ὁ ξένος στὸ
μικρὸ οἰκισμὸ τῶν βροτῶν, ἕν᾽ ἀστέρι
λαμπρὸ εἶχε κατέβει σιγά - σιγὰ ἀπ᾽
τὸν οὐρανό, κάθησε γιὰ λίγο στὴν κο-
ρυφὴ τοῦ κοντινοῦ βουνοῦ καὶ μετὰ
χάθηκε.
Ὃ γέρο .- Εὐρύνομος, ποὺ εἶχε δεῖ
πολλὰ στὴ ζωή του, εἶχε γνωρίσει κι
ἄλλους τόπους μακρινοὺς καὶ παρά-
δοξους, πέρ᾽ ἀπ᾽ τὸ βουνὸ καὶ πέρ᾽ ἀπ᾿
τὴ θάλασσα κι ἤξερε νὰ λέει ἱστορίες
διάφορες, πρόβλεψε ὅτι τὸ λαμπρὸ ἀ-
στέρι ἦταν προμήνυμα μιᾶς σημαντι-
κῆς ἀλλαγῆς, κάτι καινούργιο ἔφερνε
στὸν τόπο.
ὋὉ ξένος μὲ τὸ γεμᾶτο καλωσύνη
πρόσωπο, ἄρχισε νὰ μιλάει κι ὅλοι
κρεμάστηκαν στὰ χείλη του:
«Κάλεσα ἐδῶ ἐσᾶς τοὺς λίγους, κι
ὅ,τι σᾶς πῶ δὲν εἶναι γιὰ τοὺς πολ-
λούς, αὐτοὺς θὰ τοὺς ἀφήσετε νὰ πι-
στεύουν.στὸ μῦθο καὶ ἐγὼ θὰ πάρω θέ-
ση πρὶν ἀπ᾽ αὐτὸν --- πολλὲς γενιὲς
βροτῶν θὰ ρθοῦν καὶ θὰ φύγουν, πι-
στεύοντας πὼς ἤμουν θεὸς ἤ γιὸς θε-
ὤν.
» Ἐσεῖς ὅμως, οἱ λίγοι, νὰ τὸ ξέρε-
τε, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἕνας βροτός, ἀπ᾿ ἅλ-
λον χρόνο, βροτὸς ὅμως σὰν καὶ σᾶς.
» ΗἩρθα κοντά σας κυνηγημένος
ἀπ᾿ τὰ δημιουργήματα τῆς ράτσας
µου, ἦρθα καὶ ἔζησα µαζί σας ζητών-
τας λυτρωμὸ καὶ σωτηρία.
» Παλαίψαμε καὶ μεῖς, σὰν καὶ σᾶς,
μὲ τὸ περιβάλλον µας καὶ δημµιουργή-
σαµε, σὰν καὶ σᾶς, τοὺς οἰκισμούς
μας, τὶς κοινωνίες µας καὶ τοὺς θεούς
μας.
» Στὴν ἀρχὴ οἱ θεοί µας ἦσαν ἁπλοῖ-
κοί, ἄλλοι καλοὶ κι ἄλλοι κακοί. Μετὰ
ἀρχίσαμε νὰ γεννᾶμε τὶς ἰδέες, οἱ ἰδέες
µας παντρεύτηκαν μὲ τοὺς θεοὺς καὶ
γέννησαν ἄλλους θεούς, «ἀνώτερους»,
μὰ οἱ θεοὶ οἱ «ἀνώτεροι» θέλουν πολ-
λοὺς ὑπηρέτες, φανατικοὺς ἤ κατερ-
γάρηδες, ποὺ μᾶς γέμισαν μῖσος καὶ
ἀλληλοφάγωμα.
»Μπήκαμε καὶ βγήκαμε πολλὲς φο-
ρὲς στὰ σκοτάδια καμμιὰ φορὰ διά-
φοροι σωτῆρες μᾶς βγάζαν ἀπ᾽ τὸ) να
σκοτάδι γιὰ νὰ μᾶς ρίξουν στ᾿ ἄλλο,
ὥσπου κάναμε τὴν ὕλη ἐνέργεια καὶ
νομίζαμε ὅτι φωτιστήκαμε ἀπ᾿ τὴ φω-
τιά της. Τότε ἀρχίσαμε πετώντας στὴν
ἄκρη τοὺς παλιοὺς θεούς μας νὰ φτιά-
χνουμε καινούργιους, νὰ τοὺς βάζουμε
μέσα σὲ κουτιὰ καὶ νὰ προσπαθοῦμε
συνεχῶς νὰ αὐξάνουμε τὶς κυψέλες
τοὺς (ἀντίγραφα τῶν κυψελῶν τῶν
'μυαλῶν μας). Νομίζαμε, ἔτσι, ὅτι θὰ ἕ-
χουμε τοὺς θεούς μὰς σκλάβους, ποὺ
θὰ μᾶς κάνουν τὴ ζωὴ συνεχῶς καὶ
καλύτερη. .
» Ξαφνικὰ καὶ πολὺ ἀργὰ γιὰ μᾶς ἀ-
νακαλύψαμε ὅτι σκλάβοι εἴμαστε ἐ-