ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

54ΙΟΥΝΙΟΣ 1986

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 2990
Φύλλο στό PDF
47 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Επισκέπτης — ΜΑΡΜΑΤΣΟΥΡΗΣ, ΛΕΥΤΕΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 2990 · τέλος: δηλωμένο · τχ. 54

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

«το ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ 3 ᾿ ΤΟΥ Ἅ. ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΜΑΡΜΑΊΤΣΟΥΡΗΣ Ὃ ᾿ΕἘπισκέπτης Ὃ ξένος καθόταν δίπλα στὴν πηγή. Κοντά του καθισμένοι οἱ βροτοὶ τὸν κοίταζαν, ὅπως πάντα, μὲ θαυμασμὸ κι ἀφοσίωση. Τοὺς εἶχε μάθει πολλὰ ἀπ᾽ τὸ πρωι- νό, ποὺ πρωτόρθε καὶ ρίζωσε ἀναμεσά τους, κὶ εἶχαν περάσει πολλὰ φεγγάρια ἀπὸ τότε. Ὅλοι θυμοῦνται τὸν ἐρχομό του. Εἷ- χε ξεπροβάλει θεόρατος, μέσ᾽ ἀπ᾽ τὶς ἐλιές, ἦταν τουλάχιστον μισὸ μπόϊ πιὸ ψηλὸς ἀπ᾽ τὸν ψηλότερόν τους, τοὺς πλησίαζε σιγὰ -σιγὰ καὶ τοὺς χαμογε- λοῦσε μὲ καλωσύνη: αὐτοὶ φοβισμµέ- νοι, ἄλλοι κοίταζαν νὰ φύγουν, νὰ κρυφτοῦν κι ἄλλοι παίρνοντάς τον γιὰ θεὸ τὸν κοιτοῦσαν μὲ δέος ἀκίνητοι. Δίγες µέρες πρὶν ἔλθει ὁ ξένος στὸ μικρὸ οἰκισμὸ τῶν βροτῶν, ἕν᾽ ἀστέρι λαμπρὸ εἶχε κατέβει σιγά - σιγὰ ἀπ᾽ τὸν οὐρανό, κάθησε γιὰ λίγο στὴν κο- ρυφὴ τοῦ κοντινοῦ βουνοῦ καὶ μετὰ χάθηκε. Ὃ γέρο .- Εὐρύνομος, ποὺ εἶχε δεῖ πολλὰ στὴ ζωή του, εἶχε γνωρίσει κι ἄλλους τόπους μακρινοὺς καὶ παρά- δοξους, πέρ᾽ ἀπ᾽ τὸ βουνὸ καὶ πέρ᾽ ἀπ᾿ τὴ θάλασσα κι ἤξερε νὰ λέει ἱστορίες διάφορες, πρόβλεψε ὅτι τὸ λαμπρὸ ἀ- στέρι ἦταν προμήνυμα μιᾶς σημαντι- κῆς ἀλλαγῆς, κάτι καινούργιο ἔφερνε στὸν τόπο. ὋὉ ξένος μὲ τὸ γεμᾶτο καλωσύνη πρόσωπο, ἄρχισε νὰ μιλάει κι ὅλοι κρεμάστηκαν στὰ χείλη του: «Κάλεσα ἐδῶ ἐσᾶς τοὺς λίγους, κι ὅ,τι σᾶς πῶ δὲν εἶναι γιὰ τοὺς πολ- λούς, αὐτοὺς θὰ τοὺς ἀφήσετε νὰ πι- στεύουν.στὸ μῦθο καὶ ἐγὼ θὰ πάρω θέ- ση πρὶν ἀπ᾽ αὐτὸν --- πολλὲς γενιὲς βροτῶν θὰ ρθοῦν καὶ θὰ φύγουν, πι- στεύοντας πὼς ἤμουν θεὸς ἤ γιὸς θε- ὤν. » Ἐσεῖς ὅμως, οἱ λίγοι, νὰ τὸ ξέρε- τε, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἕνας βροτός, ἀπ᾿ ἅλ- λον χρόνο, βροτὸς ὅμως σὰν καὶ σᾶς. » ΗἩρθα κοντά σας κυνηγημένος ἀπ᾿ τὰ δημιουργήματα τῆς ράτσας µου, ἦρθα καὶ ἔζησα µαζί σας ζητών- τας λυτρωμὸ καὶ σωτηρία. » Παλαίψαμε καὶ μεῖς, σὰν καὶ σᾶς, μὲ τὸ περιβάλλον µας καὶ δημµιουργή- σαµε, σὰν καὶ σᾶς, τοὺς οἰκισμούς μας, τὶς κοινωνίες µας καὶ τοὺς θεούς μας. » Στὴν ἀρχὴ οἱ θεοί µας ἦσαν ἁπλοῖ- κοί, ἄλλοι καλοὶ κι ἄλλοι κακοί. Μετὰ ἀρχίσαμε νὰ γεννᾶμε τὶς ἰδέες, οἱ ἰδέες µας παντρεύτηκαν μὲ τοὺς θεοὺς καὶ γέννησαν ἄλλους θεούς, «ἀνώτερους», μὰ οἱ θεοὶ οἱ «ἀνώτεροι» θέλουν πολ- λοὺς ὑπηρέτες, φανατικοὺς ἤ κατερ- γάρηδες, ποὺ μᾶς γέμισαν μῖσος καὶ ἀλληλοφάγωμα. »Μπήκαμε καὶ βγήκαμε πολλὲς φο- ρὲς στὰ σκοτάδια καμμιὰ φορὰ διά- φοροι σωτῆρες μᾶς βγάζαν ἀπ᾽ τὸ) να σκοτάδι γιὰ νὰ μᾶς ρίξουν στ᾿ ἄλλο, ὥσπου κάναμε τὴν ὕλη ἐνέργεια καὶ νομίζαμε ὅτι φωτιστήκαμε ἀπ᾿ τὴ φω- τιά της. Τότε ἀρχίσαμε πετώντας στὴν ἄκρη τοὺς παλιοὺς θεούς μας νὰ φτιά- χνουμε καινούργιους, νὰ τοὺς βάζουμε μέσα σὲ κουτιὰ καὶ νὰ προσπαθοῦμε συνεχῶς νὰ αὐξάνουμε τὶς κυψέλες τοὺς (ἀντίγραφα τῶν κυψελῶν τῶν 'μυαλῶν μας). Νομίζαμε, ἔτσι, ὅτι θὰ ἕ- χουμε τοὺς θεούς μὰς σκλάβους, ποὺ θὰ μᾶς κάνουν τὴ ζωὴ συνεχῶς καὶ καλύτερη. . » Ξαφνικὰ καὶ πολὺ ἀργὰ γιὰ μᾶς ἀ- νακαλύψαμε ὅτι σκλάβοι εἴμαστε ἐ-
← καθαρισμένο κείμενο