ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

72ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1987

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4046 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
45 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το σπίτι — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
    ἀρχή: σελ. 4046 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 72

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ο ΤΟΥ «ἀν Πίσ᾽ ἀπὸ γκρίζα µισοδιάφανης ἀτμόσφαι- ρας, δάσος πυκνό, σὰν αὐτὸ γύρω µας, ποὺ ὁ ἱδρῶτας κι᾿ οἱ ἐκκρίσεις τοῦ σώματός του εὐωδιάζουν. ᾿Εκκρίσεις εὔοσμες, φυ- τικές. ᾿Απ᾽ τὴν ἄλλη ἡ σκονερὴ μεριὰ τοῦ δρόμου ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό. Περνούσαμε. Τὸ ἐξοχικό τους, λέγαμ᾽ εἰρωνικά. Τοὺς βλέπαμε µόνο καὶ πάντα στὸ πέρα- σµα. Στὶς ἀρχὲς μὲ τὸ δικό µας ἁμάξι, µε- τὰ κι ὅταν φύγαν ὁ ἄντρας µου καὶ τὸ παιδὶ κι᾿ ἄδειασε, ἡσυχία... Μείναμε δυὸ γυναῖκες. Τὸ λεωφορεῖο ἔχει στάση κοντά μας, σ᾽ ἕνα μὲ χαλασμένα σίδερα, χωρὶς στέγη, παγκάκι. Κάπου στὸ στενώτατο χῶρο τοῦ νοῦ µου συντελεῖται διαλυτικὴ ἐργασία, κι᾿ ἐνῶ τὰ γεγονότα πρέπει νᾶν᾽ ἐκεῖ... κενό, ὅπως ὁ- μίχλες στὰ πρωινὰ δέντρα. ᾿Αδύνατον νὰ θυμηθῶ τὸ τραγούδι. Γιὰ κεῖνον ἔλεγε, μό- νο γιὰ κεῖνον... Πρὶν χρόνια τοὺς πρωτοπρόσεξα κατεβά- ζοντας τὸ παιδὶ στὸ κάτω χωριὸ γιὰ ἐμβό- λιο, μιὰ καμαρούλα σὲ γωνιὰ φαρμακείου, ἀνακατωμένα κουτιά, φιαλίδια κι᾿ ἐπικίν- δυνα χαρτιὰ μὲ σκόνες. Σιωπή. Τὸ λαβομά- νο τσίγκινο, ἔπλενε κεῖνος τὰ χέρια του, μισὸς κτηνίατρος, μισὸς τελείως χωριάτης κι᾿ ὅπως γελοῦσε, τὴν ἔνεση στὸ χέρι, παράξενος συσχετισμός... μοῦρθ᾽ ἡ στρο- φἠ τοῦ δρόμου καὶ κάτι ποὺ δὲν θάπρεπε βέβαια νᾶν᾽ ἐκεῖ. Στὸ γυρισμὸ τὸ πρόσεξα. -- Γιὰ κύττα, εἶπα στὸν ἄντρα μου, ἐδῷ κά- ποιος ἔβαλε κασσονοθεμέλια μέσα στὴ σκόνη. Στροφή. Τ᾽ αὐτοκίνητο τὴν ἔπαιρνε κλει- στά, τὰ λεωφορεῖα ἀγκομαχοῦσαν μὲ κρε- μαστὲς τὶς πόρτες καὶ τζίβινα τὰ καθίσµα- τα, µολυβιά, γεμᾶτα σκόνη. στὴ στέγη μπόγους μὲ καραβόπανα δεµένους. Πιὸ πίσω τὰ πεῦκα. Ἣ ὄψη δίψας. Καὶ τὰ πρῶτα σκουπίδια καὶ καβαλίνες στὰ πλά- για τῆς χαράδρας. Κατάφορτη ἐκείνη μὲ χνοῦδι πράσινο ὥς κάτω θρεμμένη. Τὸ ᾿62 ἀκόμα. “ὥσπου νὰ περάσουμε τελείως, πρόφτασα κότες κοκκινωπὲς πλάϊ στὶς κασσόνες κι᾽ ΕΡΣΗ ΛΑΙΓΚΕ Τὸ σπίτι ὄχι κασσόνες πάλι, ἴσως τσίγκοι τετράγω- νοι, καὶ στὸ χτισμένο μ᾽ ἀγκωνάρια γκρε- μνοῦλι ἀκούμπαγαν ξεφτισµένες γρίλλιες ἀπὸ κατεδάφιση. Διακόσια µέτρα πιὸ κεῖ, στὸ χωριό, μπροστὰ στὸ καφενεῖο, εἴδαμε καὶ τὴ µο- τοσυκλέττα τους μ᾽ ἕνα µεγάλο κουτὶ γιὰ τὸν συνεπιβάτη. Πάρκαραν καὶ παῖρναν νερὸ μὲ τενεκέδες. Στὴν κληματαριὰ τρέχαν ἀφροί. Οἱ πλα- γιὲς ὁμαλὲς κι᾿ ἀπότομα πέρα, πολὺ ἀνά- σκελ᾽ ἡ θάλασσα ὠχρή, καυτερή, χύνο- ντας λάβα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειά της. Στὴ µο- τοσυκλέττα ὁ γέρος μὲ τὰ μπαλώματά του. ᾿Εκείνη στεκόταν. Νᾶταν πενήντα: Κάπως παχουλή, ὄχι χοντρή, κατοικίδιο σιωπη- λό, τὸ πρόσωπο χτυπημένο. Μιὰ στιγμὴ ποὺ περάσαμε. Μὰ νᾶχε τσεµμπέρι; Κι᾿ αὐτὸς ἀξούριστος, γκρίζα μαλλιὰ κι᾽ οἱ δυὸ κλεισμένοι σ᾽ ἕνα κο- σμοπολίτικο σῶμα καρικατούρας. «Νὰ ἔ- τσι, φτιάχνω κι᾿ ἐγώ τὸ ἐξοχικό µου στὴν εἴσοδο τοῦ χωριοῦ». Προχωρῶντας γελούσαμε. Δὲ βλέπουν τὰ χάλια τους, ἕνα χουφτα- λιασμένο, ἀπομυζημένο ἀντρόγυνο, ὅτι θὰ τούφυγαν τὰ παιδιά, παντρέψαν καὶ τὸ τελευταῖο... Ποτὲ δὲν ἄκουσα τ᾽ ὄνομά τους. Ποτὲ κα- νεὶς δὲν μοῦ μίλησε γι αὐτούς. Καὶ γώ στὰ δικά µου, χαμένη ἀπ᾽ τὶς βελόνες τῶν πεύκων’ ἕκανες ἔτσι κι᾿ εἴχανε ὅλα ξεφύ- γει κι᾿ ὁ τόπος σὰν καράβι ἀρμένισε μακρυά. Προσπαθῶ. Ἴσως ἀπὸ τὰ μάτια µου κλω- στὲς γερὲς τὸν δέσουν καὶ τὸν ἀκινητή- σουν ξανά. Σοῦ λέω, θὰ μείνω φρουρός νὰ στεριώνω τοῦ κόσμου τὰ ἐφήμερα. ᾿Εμεῖς εἴχαμε χτίσει σὲ μιὰ κατηφόρα τό- σο γερτή, πού, ὅταν πρωτοστάθηκα, πιά- στηκα ἀπ᾽ τὸν κορμὸ ἑνὸς δέντρου. -- Θὰ μπορέσουμε, εἶπα. -- Βεβαίως, μοῦχε πεῖ ὁ ἄντρας μου. Χτίσαμε λοιπόν. Μετὰ ἐρχόμαστε πάλι καὶ πάλι, νὰ γεμί- σουμε τὸ σπίτι παχουλὴ ζωή, ἀπογόνους ποὺ κλέψαν ἀπὸ μᾶς τὸν τόπο, ρίχνοντας
← καθαρισμένο κείμενο