ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
72ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1987
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το σπίτι — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ο ΤΟΥ «ἀν
Πίσ᾽ ἀπὸ γκρίζα µισοδιάφανης ἀτμόσφαι-
ρας, δάσος πυκνό, σὰν αὐτὸ γύρω µας, ποὺ
ὁ ἱδρῶτας κι᾿ οἱ ἐκκρίσεις τοῦ σώματός
του εὐωδιάζουν. ᾿Εκκρίσεις εὔοσμες, φυ-
τικές. ᾿Απ᾽ τὴν ἄλλη ἡ σκονερὴ μεριὰ
τοῦ δρόμου ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό.
Περνούσαμε.
Τὸ ἐξοχικό τους, λέγαμ᾽ εἰρωνικά.
Τοὺς βλέπαμε µόνο καὶ πάντα στὸ πέρα-
σµα. Στὶς ἀρχὲς μὲ τὸ δικό µας ἁμάξι, µε-
τὰ κι ὅταν φύγαν ὁ ἄντρας µου καὶ τὸ
παιδὶ κι᾿ ἄδειασε, ἡσυχία...
Μείναμε δυὸ γυναῖκες. Τὸ λεωφορεῖο ἔχει
στάση κοντά μας, σ᾽ ἕνα μὲ χαλασμένα
σίδερα, χωρὶς στέγη, παγκάκι.
Κάπου στὸ στενώτατο χῶρο τοῦ νοῦ µου
συντελεῖται διαλυτικὴ ἐργασία, κι᾿ ἐνῶ τὰ
γεγονότα πρέπει νᾶν᾽ ἐκεῖ... κενό, ὅπως ὁ-
μίχλες στὰ πρωινὰ δέντρα. ᾿Αδύνατον νὰ
θυμηθῶ τὸ τραγούδι. Γιὰ κεῖνον ἔλεγε, μό-
νο γιὰ κεῖνον...
Πρὶν χρόνια τοὺς πρωτοπρόσεξα κατεβά-
ζοντας τὸ παιδὶ στὸ κάτω χωριὸ γιὰ ἐμβό-
λιο, μιὰ καμαρούλα σὲ γωνιὰ φαρμακείου,
ἀνακατωμένα κουτιά, φιαλίδια κι᾿ ἐπικίν-
δυνα χαρτιὰ μὲ σκόνες. Σιωπή. Τὸ λαβομά-
νο τσίγκινο, ἔπλενε κεῖνος τὰ χέρια του,
μισὸς κτηνίατρος, μισὸς τελείως χωριάτης
κι᾿ ὅπως γελοῦσε, τὴν ἔνεση στὸ χέρι,
παράξενος συσχετισμός... μοῦρθ᾽ ἡ στρο-
φἠ τοῦ δρόμου καὶ κάτι ποὺ δὲν θάπρεπε
βέβαια νᾶν᾽ ἐκεῖ.
Στὸ γυρισμὸ τὸ πρόσεξα.
-- Γιὰ κύττα, εἶπα στὸν ἄντρα μου, ἐδῷ κά-
ποιος ἔβαλε κασσονοθεμέλια μέσα στὴ
σκόνη.
Στροφή. Τ᾽ αὐτοκίνητο τὴν ἔπαιρνε κλει-
στά, τὰ λεωφορεῖα ἀγκομαχοῦσαν μὲ κρε-
μαστὲς τὶς πόρτες καὶ τζίβινα τὰ καθίσµα-
τα, µολυβιά, γεμᾶτα σκόνη. στὴ στέγη
μπόγους μὲ καραβόπανα δεµένους. Πιὸ
πίσω τὰ πεῦκα. Ἣ ὄψη δίψας. Καὶ τὰ
πρῶτα σκουπίδια καὶ καβαλίνες στὰ πλά-
για τῆς χαράδρας. Κατάφορτη ἐκείνη μὲ
χνοῦδι πράσινο ὥς κάτω θρεμμένη.
Τὸ ᾿62 ἀκόμα.
“ὥσπου νὰ περάσουμε τελείως, πρόφτασα
κότες κοκκινωπὲς πλάϊ στὶς κασσόνες κι᾽
ΕΡΣΗ ΛΑΙΓΚΕ
Τὸ σπίτι
ὄχι κασσόνες πάλι, ἴσως τσίγκοι τετράγω-
νοι, καὶ στὸ χτισμένο μ᾽ ἀγκωνάρια γκρε-
μνοῦλι ἀκούμπαγαν ξεφτισµένες γρίλλιες
ἀπὸ κατεδάφιση.
Διακόσια µέτρα πιὸ κεῖ, στὸ χωριό,
μπροστὰ στὸ καφενεῖο, εἴδαμε καὶ τὴ µο-
τοσυκλέττα τους μ᾽ ἕνα µεγάλο κουτὶ γιὰ
τὸν συνεπιβάτη. Πάρκαραν καὶ παῖρναν
νερὸ μὲ τενεκέδες.
Στὴν κληματαριὰ τρέχαν ἀφροί. Οἱ πλα-
γιὲς ὁμαλὲς κι᾿ ἀπότομα πέρα, πολὺ ἀνά-
σκελ᾽ ἡ θάλασσα ὠχρή, καυτερή, χύνο-
ντας λάβα ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειά της. Στὴ µο-
τοσυκλέττα ὁ γέρος μὲ τὰ μπαλώματά του.
᾿Εκείνη στεκόταν. Νᾶταν πενήντα: Κάπως
παχουλή, ὄχι χοντρή, κατοικίδιο σιωπη-
λό, τὸ πρόσωπο χτυπημένο.
Μιὰ στιγμὴ ποὺ περάσαμε. Μὰ νᾶχε
τσεµμπέρι; Κι᾿ αὐτὸς ἀξούριστος, γκρίζα
μαλλιὰ κι᾽ οἱ δυὸ κλεισμένοι σ᾽ ἕνα κο-
σμοπολίτικο σῶμα καρικατούρας. «Νὰ ἔ-
τσι, φτιάχνω κι᾿ ἐγώ τὸ ἐξοχικό µου στὴν
εἴσοδο τοῦ χωριοῦ».
Προχωρῶντας γελούσαμε.
Δὲ βλέπουν τὰ χάλια τους, ἕνα χουφτα-
λιασμένο, ἀπομυζημένο ἀντρόγυνο, ὅτι θὰ
τούφυγαν τὰ παιδιά, παντρέψαν καὶ τὸ
τελευταῖο...
Ποτὲ δὲν ἄκουσα τ᾽ ὄνομά τους. Ποτὲ κα-
νεὶς δὲν μοῦ μίλησε γι αὐτούς. Καὶ γώ
στὰ δικά µου, χαμένη ἀπ᾽ τὶς βελόνες τῶν
πεύκων’ ἕκανες ἔτσι κι᾿ εἴχανε ὅλα ξεφύ-
γει κι᾿ ὁ τόπος σὰν καράβι ἀρμένισε
μακρυά.
Προσπαθῶ. Ἴσως ἀπὸ τὰ μάτια µου κλω-
στὲς γερὲς τὸν δέσουν καὶ τὸν ἀκινητή-
σουν ξανά. Σοῦ λέω, θὰ μείνω φρουρός νὰ
στεριώνω τοῦ κόσμου τὰ ἐφήμερα.
᾿Εμεῖς εἴχαμε χτίσει σὲ μιὰ κατηφόρα τό-
σο γερτή, πού, ὅταν πρωτοστάθηκα, πιά-
στηκα ἀπ᾽ τὸν κορμὸ ἑνὸς δέντρου.
-- Θὰ μπορέσουμε, εἶπα.
-- Βεβαίως, μοῦχε πεῖ ὁ ἄντρας μου.
Χτίσαμε λοιπόν.
Μετὰ ἐρχόμαστε πάλι καὶ πάλι, νὰ γεμί-
σουμε τὸ σπίτι παχουλὴ ζωή, ἀπογόνους
ποὺ κλέψαν ἀπὸ μᾶς τὸν τόπο, ρίχνοντας