ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
76ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Όταν ο γίγας αρχίζει να ξυπνά — ΜΕΤΕΩΡΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ἢ ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΙ ἢ
Ὅταν ὁ Γίγας ἀρχίζη νὰ ξυπνᾶ...
Θὰ λαλήσω σήμερα ἐν παραβολαῖς.
Λόγος ἔφθασε στ᾽ αὐτιά µας γιὰ κά-
ποιον Γίγαντα ποὺ εἶχε καταπλακωθῆ
ὕστερα ἀπὸ μετεωρολογικὲς καὶ γεω-
λογικὲς ἀναστατώσεις στὰ βάθη μιᾶς
σπηλιᾶς πρὸ ἀμνημονεύτων αἰώνων.
Οἱ θρύλοι γι᾿ αὐτὸν ἦταν τόσο ἐλλι-
πεῖς καὶ ἀσαφεῖς, ὅπως συμβαίνει σ᾿
αὐτὲς τὶς περιπτώσεις, ποὺ θὰ μποροῦ-
σε κανεὶς νὰ τοὺς κατατάξη στὴν κα-
τηγορία τῶν γνωστῶν παραμυθιῶν καὶ
νὰ μὴν τοὺς δώση σημασία. ᾿Αλλὰ τύ-
χη ἀγαθὴ προνόησε νὰ ἀνακαλύψουμε
κάποια σημάδια του, τὶς μοναδικὲς ἴ-
σως μαρτυρίες τῆς ὑπάρξεώς του, ἴχνη
ἀναμφισβήτητα κι ὁλοφάνερα, ὅσο καὶ
ἀσώματα, ἄνυλα: Στὴν ἀκρότατη κο-
ρυφὴ τοῦ πιθανολογούμενου παλαιοῦ
«βασιλείου» του ἀκούσαμε ἤχους ὑ-
περκόσμιους, παναρμόνιους, παράξε-
νους, ἀκατάληπτους στὸ πρῶτο ἄκου-
σμα, ἀλλὰ ἐξαίσια μελωδικοὺς ὅταν τ᾽
αὐτιά µας τοὺς συνήθισαν. Ὥ, αὐτὴ
τὴν ἁρμονία δὲν τὴν εἶχε ξανακούσει
ποτὲ κανεὶς ἀπὸ μᾶς, ξέφευγε τελείως
ἀπ᾽ ὅ,τι ἕως τότε εἶχε φθάσει στ᾽ αὐ-
τιά µας' καὶ ἡ ἀκατανίκητη γοητεία
τῆς μᾶς τράβηξε μαγνητισμένους πρὸς
τὴν κατεύθυνση ἀπ᾿ ὅπου ἐρχόταν, τὰ
ριζὰ τοῦ γιγαντιαίου διπλανοῦ βράχου.
Καθὼς πλησιάζαμε (µέσα σὲ μιὰ ἀ-
κουστικὴ μαγεία, ποὺ θὰ ἄξιζε νὰ γεν-
νηθῆ κανεὶς μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ τὴν
ἀπολαύση), εἴδαμε τὸν ὁδηγό μας νὰ
κοντοστέκεται μπροστὰ σὲ μιὰ ξερολι-
θιά, ποὺ προφανῶς χέρια ἀγροίκων,
δεισιδαιμόνων καὶ βαρβάρων γιδάρη-
δων εἶχαν ἀνεγείρει κι ἔκλεισαν μ᾽ αὐ-
τὴν τὸ στόμιο τῆς μεγάλης σπηλιᾶς.
Ὃ ὁδηγός μας πρῶτος γκρέμισε τὸ
θλιβερὸ κατασκεύασμα, ἀλλὰ κι ἐμεῖς
μαζί του ἐξαλείψαμε στὰ γρήγορα ὅλα
τὰ τεχνητὰ ἐμπόδια καὶ μπήκαμε, ἐνῶ
οἱ παναρμόνιοι ἦχοι τῆς ἁπαλῆς ἀνα-
πνοῆς -- ναί, τῆς ἀναπνοῆς! --- τοῦ
κοιμισμένου Γίγαντα ἠχοῦσαν μέσα
στὴ βράχινη κόγχη ὅλο καὶ πιὸ σα-
φεῖς, ὅλο καὶ πιὸ καθάριοι, ὅλο καὶ
πιὸ μαγευτικοί. Καὶ τότε διακρίναμε
στὰ βάθη της τὸ ἀκτινοβόλο σῶμα ἑ-
νὸς ἄφατου κάλλους Κούρου, μὲ τέ-
λειες ἀναλογίες, εὐσταλοῦς καὶ ἀπολί
τως πλαστικοῦ, ὅπως θὰ τὸν χαρακτή-
ριζε ἕνας ἀρχαῖος γλύπτης, Κούρου
τοῦ ὁποίου τὴν τελειότητα ποτὲ ἀν-
θρώπινα μάτια δὲν εἶχαν ἀντικρύσει
καὶ ποτὲ καλλιτεχνικὴ φαντασία δὲν
εἶχε συλλάβει.
Ἔμπλεοι θαυμασμοῦ καὶ δέους -“--- ἑ-
νὸς δέους, ἂς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ πῶ, χα-
ρούμενου, ποὺ δὲν εἶχε τίποτε τὸ κοινὸ
μὲ τὸ φόβο --- σταθήκαμε ἀποσβολωμέ-
νοι μπροστὰ στὸ ἐξαίσιο αὐτὸ πλάσμα,
ποὺ συγκρινόμενο μὲ τὸν ὁμορφότερο
σημερινὸ ἔφηβο θὰ ὑπερεῖχε ὅσο τὰ
μοντέλα τοῦ Πραξιτέλη ἀπὸ τὸν
Κουασιμόδο, τὸ πλάσμα, πού, σὰν νὰ ή-
ταν διάπυρο, καταύγαζε τὰ τοιχώματα
τῆς πανάρχαιας σπηλιᾶς μὲ πολύχρω-
µες λαμπρὲς ἀνταύγειες -- ἕνα εἶδος
διαστημικοῦ μαγνητισμοῦ ἢ ἄλλης ἄ-
γνωστης ἐκπεμπόμενης ἀκτινοβολίας
ποὺ διαπερνοῦσε καὶ ζωντάνευε ὅλα τὰ
κύτταρα τῆς ὑπάρξεώς µας. Κι ἔτσι, σὲ
μιὰ κατάσταση ὀνείρου ζώντας, γονα-
τίσαµε μὲ ὕψιστο σέβας δίπλα του κι
ἀρχίσαμε νὰ τοῦ μιλοῦμε γλυκά, νὰ
τὸν ἀγγίζουμε, νὰ τὸν χαϊδεύουμε ὅπως