ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

77ΜΑΙΟΣ 1988

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4394 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
57 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η κάρτα που έπρεπε να χτυπηθεί — ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ, Σ.
    ἀρχή: σελ. 4394 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 77

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΙΗΓΗΜΑ . ΤΟΥ͂ «ἀν Ἤτανε νέα, ἕνα θῆλυ ἔμορφο καὶ γερό. ΄Ἠτανε ἡ θηλύτης καὶ ἡ ὑγεία --- κ᾽ ἐκεῖνος ἤτανε ἡ ὑγεία, μιὰ ὥριμη, σίγουρα ἁρμοδεμένη ὑγεία. Τὴν πόθη- σε, κι ὁ πόθος του ἤτανε ἕνα ἄθροισμα ρώμης καὶ προστατευτικότητας--- πίσω του ὁ, συγκρατημένος ὁπωσδήποτε, διεκδικητὴς τῶν ἴδιων δικαιωμάτων ποὺ κάποτε διέστελλαν τὰ στήθη κά- ποιου προγόνου μὲ ρόπαλο. ταν ἕ- νας ἔμορφος πόθος, ποὺ ἄνθισε θριαμ- βευτικὰ γιὰ τὴ δόξα της τὴ γυναίκεια --- εἰς δόξαν της. ᾿Εκείνη δὲν τὸ κατά- λαβε, ἢ δὲν τὸ κατάλαβε «ἔτσι» --- ὅλη τῆς τὴ ζωὴ πάσχιζε γιὰ τὴν ὑποψία, γιὰ τὴ συνείδησιν ἑνὸς γεγονότος, γιὰ τὴν κοινωνία τῆς μὲ τὸ Γεγονός. Δὲν τὸ κατάλαβε «ἔτσι» --- μιὰ ἧττα μὲ χι- τῶνα θριάμβου. Δὲ μπόρεσε νὰ φαντασθεῖ, δὲ μπό- ρεσε νὰ ὑποθέσει, πόσο μάταιες ἔβγαι- ναν οἱ πεποιθήσεις τῆς ἀτέλειωτης ἐ- φηβείας της. Ἔλεγε πώς ἤξερε -- ἤ- ξερε αὐτή, ἤξερε, τάχε λογαριάσει, τά- χε μετρήσει: ἡ νίκη της θὰ γράφονταν τρυγητὸς ἀπαρόμοιαστων λουλουδιῶν. Θά χε τὴν ἀνεκλάλητη τελειότητα ἕ- νὸς κρίνου ὑπερμεγέθους, ποὺ πάνω του θὰ προσθέτονταν ἡ ἀποσταγματικὴ χάρις χιλιάδων κρίνων, θὰ ἦταν ἡ ταύ- τισί της μὲ τοῦτο τὸ πελώριο, κομψό, ἐ- πικὸ ἄνθος. Θὰ ἤθελε νὰ τὰ εἰπεῖ ὅλ᾽ αὐτὰ στὰ βιβλία ποὺ ἔγραφε... Πώς ὅλη της τὴ ζωὴ πάσχιζε γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀναμενόμε- νη ταύτισι͵ αὐτὴ τὴν ἄρρηκτη συναρ- μογὴ τοῦ συνόλου της, τῆς σάρκας της (μιᾶς σάρκας ποὺ εἶναι καὶ λείπει, ποὺ διαπερᾶται καὶ διαφεύγει ἄπεφθο κάλ- λος σὲ παρὸν ἀποτρόπαιο) μὲ τὸ Γεγο- νός, μὲ τὸν ἀπαράγραπτα ὁριοθετημέ- νον ἀπ᾿ τὸ Γεγονὸς χρόνο. Μὰ τώρα Σ.Γ.Γ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ Ἢ κάρτα ποὺ ἔπρεπε νὰ χτυπηθεῖ δὲν εἶχε ἀμφιβολίες: ὕστερ᾽ ἀπ᾿ αὐ- τό, θά Ἴμεναν ὅλα ἔντονο φῶς, ἔντονο χρῶμα, πόνος καὶ πόνος, αἱμάτινο κ᾿ ἡ- δονικὸ τραῦμα στὴν κατάµεση τῶν μαστῶν, ἀτέλειωτα συνεχιζόμενη ἕ- κρηξι σὲ παγερὸ χῶρο, μαβὺ καὶ πύρι- νο ὄνειρο σ᾽ ὑποτονικοὺς ὁρίζοντες. - Μὰ γιατὶ εἶπα «ὄχι»; διερωτήθη- κε μάταια --κ᾿ ἦταν τὰ χείλη της ξε- ρά, λὲς καὶ στέγνωσε πάνω τους φαρμά- κι κόμπρα. Φρίκη ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου, φρίκη ὁ χρόνος, δέος --μιὰ παραφροσύνη. Μιὰ ὑστερικὰ ἀπαράδεκτη ἐξάρτησι, μιὰ παρανοϊκὴ διαμαρτυρία γιὰ τὸ τε- ρατῶδες ἄδικο: ὅλος ὁ βίος νὰ βγαίνει μιὰ δικασμένη, ἀπαγχονισμένη ἀναδρομὴ ντροπιαστικὰ αἰωρούμενη στὴν μηδαμινότητα τῆς «στιγμῆς μό- νης». Οὐού, λάθος πάνω ἀπ᾽ τὸ ἔγκλη- μα. Οὐού, λάθος φονικότερο κι ἀπ᾽ τὸ Φόνο --αὐτοχειρία καθόλου, τερα- τούργημα κλασματικό, φοβερὴ ἔνδειξι ἐφιαλτικοῦ παρονομαστῆ. Πῶς συν- θλίβεις. "Εμοιαζε ἀδιάφορη, σὰν εἶπε «ὄχι». Πῶς; Μὰ κεῖνος δὲν ἤξερε. Γιατί; Πῶς; Μὰ δὲν ὑπῆρχε «γιατί;», δὲν ὑπῆρχε «πῶς;», δὲν ὑπῆρχε καιρὸς -- εἶχε φύγει ὁ καιρός, εἶχε χαθεῖ καὶ δὲν τὸν εὕρι- σκε. τανε ἡ «στιγμὴ μόνη» καὶ εἶπε «ὄχυ. Αὐτό. Μὰ νὰ τὸ ἐρώτημα: «ταν πράγματι ἡ “στιγμὴ μόνη”. ἠ- ταν, ἀλήθεια» Μπορεῖ καὶ νάταν, ποιὸς ξέρει, κανεὶς δὲν τὸ ξέρει, κα- νείς, ποτέ... Λές «ὄχι», μὰ ἡ «στιγμή»; Αν συμπέσει! ὪὪ, κακιὰ λέξι, «ὄ- χι» τῶν ἡττημένων --ἄσπιλη λέξι. "Ανοιξε τὸ ψυγεῖο. Δάγκωσε ἕνα μῆλο -- ἔμοιαζε συμβολισμός. Αἰσθάν-
← καθαρισμένο κείμενο