ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
77ΜΑΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η κάρτα που έπρεπε να χτυπηθεί — ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ, Σ.
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΙΗΓΗΜΑ
. ΤΟΥ͂ «ἀν
Ἤτανε νέα, ἕνα θῆλυ ἔμορφο καὶ
γερό. ΄Ἠτανε ἡ θηλύτης καὶ ἡ ὑγεία ---
κ᾽ ἐκεῖνος ἤτανε ἡ ὑγεία, μιὰ ὥριμη,
σίγουρα ἁρμοδεμένη ὑγεία. Τὴν πόθη-
σε, κι ὁ πόθος του ἤτανε ἕνα ἄθροισμα
ρώμης καὶ προστατευτικότητας--- πίσω
του ὁ, συγκρατημένος ὁπωσδήποτε,
διεκδικητὴς τῶν ἴδιων δικαιωμάτων
ποὺ κάποτε διέστελλαν τὰ στήθη κά-
ποιου προγόνου μὲ ρόπαλο. ταν ἕ-
νας ἔμορφος πόθος, ποὺ ἄνθισε θριαμ-
βευτικὰ γιὰ τὴ δόξα της τὴ γυναίκεια
--- εἰς δόξαν της. ᾿Εκείνη δὲν τὸ κατά-
λαβε, ἢ δὲν τὸ κατάλαβε «ἔτσι» --- ὅλη
τῆς τὴ ζωὴ πάσχιζε γιὰ τὴν ὑποψία,
γιὰ τὴ συνείδησιν ἑνὸς γεγονότος, γιὰ
τὴν κοινωνία τῆς μὲ τὸ Γεγονός. Δὲν
τὸ κατάλαβε «ἔτσι» --- μιὰ ἧττα μὲ χι-
τῶνα θριάμβου.
Δὲ μπόρεσε νὰ φαντασθεῖ, δὲ μπό-
ρεσε νὰ ὑποθέσει, πόσο μάταιες ἔβγαι-
ναν οἱ πεποιθήσεις τῆς ἀτέλειωτης ἐ-
φηβείας της. Ἔλεγε πώς ἤξερε -- ἤ-
ξερε αὐτή, ἤξερε, τάχε λογαριάσει, τά-
χε μετρήσει: ἡ νίκη της θὰ γράφονταν
τρυγητὸς ἀπαρόμοιαστων λουλουδιῶν.
Θά χε τὴν ἀνεκλάλητη τελειότητα ἕ-
νὸς κρίνου ὑπερμεγέθους, ποὺ πάνω
του θὰ προσθέτονταν ἡ ἀποσταγματικὴ
χάρις χιλιάδων κρίνων, θὰ ἦταν ἡ ταύ-
τισί της μὲ τοῦτο τὸ πελώριο, κομψό, ἐ-
πικὸ ἄνθος.
Θὰ ἤθελε νὰ τὰ εἰπεῖ ὅλ᾽ αὐτὰ στὰ
βιβλία ποὺ ἔγραφε... Πώς ὅλη της τὴ
ζωὴ πάσχιζε γι᾿ αὐτὴ τὴν ἀναμενόμε-
νη ταύτισι͵ αὐτὴ τὴν ἄρρηκτη συναρ-
μογὴ τοῦ συνόλου της, τῆς σάρκας της
(μιᾶς σάρκας ποὺ εἶναι καὶ λείπει, ποὺ
διαπερᾶται καὶ διαφεύγει ἄπεφθο κάλ-
λος σὲ παρὸν ἀποτρόπαιο) μὲ τὸ Γεγο-
νός, μὲ τὸν ἀπαράγραπτα ὁριοθετημέ-
νον ἀπ᾿ τὸ Γεγονὸς χρόνο. Μὰ τώρα
Σ.Γ.Γ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ
Ἢ κάρτα ποὺ ἔπρεπε νὰ χτυπηθεῖ
δὲν εἶχε ἀμφιβολίες: ὕστερ᾽ ἀπ᾿ αὐ-
τό, θά Ἴμεναν ὅλα ἔντονο φῶς, ἔντονο
χρῶμα, πόνος καὶ πόνος, αἱμάτινο κ᾿ ἡ-
δονικὸ τραῦμα στὴν κατάµεση τῶν
μαστῶν, ἀτέλειωτα συνεχιζόμενη ἕ-
κρηξι σὲ παγερὸ χῶρο, μαβὺ καὶ πύρι-
νο ὄνειρο σ᾽ ὑποτονικοὺς ὁρίζοντες.
- Μὰ γιατὶ εἶπα «ὄχι»; διερωτήθη-
κε μάταια --κ᾿ ἦταν τὰ χείλη της ξε-
ρά, λὲς καὶ στέγνωσε πάνω τους φαρμά-
κι κόμπρα.
Φρίκη ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου, φρίκη
ὁ χρόνος, δέος --μιὰ παραφροσύνη.
Μιὰ ὑστερικὰ ἀπαράδεκτη ἐξάρτησι,
μιὰ παρανοϊκὴ διαμαρτυρία γιὰ τὸ τε-
ρατῶδες ἄδικο: ὅλος ὁ βίος νὰ
βγαίνει μιὰ δικασμένη, ἀπαγχονισμένη
ἀναδρομὴ ντροπιαστικὰ αἰωρούμενη
στὴν μηδαμινότητα τῆς «στιγμῆς μό-
νης». Οὐού, λάθος πάνω ἀπ᾽ τὸ ἔγκλη-
μα. Οὐού, λάθος φονικότερο κι ἀπ᾽ τὸ
Φόνο --αὐτοχειρία καθόλου, τερα-
τούργημα κλασματικό, φοβερὴ ἔνδειξι
ἐφιαλτικοῦ παρονομαστῆ. Πῶς συν-
θλίβεις.
"Εμοιαζε ἀδιάφορη, σὰν εἶπε «ὄχι».
Πῶς; Μὰ κεῖνος δὲν ἤξερε. Γιατί; Πῶς;
Μὰ δὲν ὑπῆρχε «γιατί;», δὲν ὑπῆρχε
«πῶς;», δὲν ὑπῆρχε καιρὸς -- εἶχε φύγει
ὁ καιρός, εἶχε χαθεῖ καὶ δὲν τὸν εὕρι-
σκε. τανε ἡ «στιγμὴ μόνη» καὶ εἶπε
«ὄχυ. Αὐτό. Μὰ νὰ τὸ ἐρώτημα:
«ταν πράγματι ἡ “στιγμὴ μόνη”. ἠ-
ταν, ἀλήθεια» Μπορεῖ καὶ νάταν,
ποιὸς ξέρει, κανεὶς δὲν τὸ ξέρει, κα-
νείς, ποτέ... Λές «ὄχι», μὰ ἡ «στιγμή»;
Αν συμπέσει! ὪὪ, κακιὰ λέξι, «ὄ-
χι» τῶν ἡττημένων --ἄσπιλη λέξι.
"Ανοιξε τὸ ψυγεῖο. Δάγκωσε ἕνα
μῆλο -- ἔμοιαζε συμβολισμός. Αἰσθάν-