ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
88ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1989
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το φάσμα των σημασιών του γράμματος "Ξ" — ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ, ΗΛΙΑΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Π.Δ. ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ.
Τὸ φάσμα τῶν σημασιῶν τοῦ «Ξ»
Ι. Τὸ γράμμα - σύμβολο «Ξ» οἱ παλαιοὶ γραμματικοὶ τὸ θεωροῦσαν σύνθετο
ἐκ τῶν ΓΗΣ ἢ ΚῚΣ ἢ ΧτΣ. Τὸ «Ἐ», παρ᾽ ὅλο ποὺ ὡς σύμβολο εἰσῆλθε ἐντὸς τοῦ
ἀλφαβήτου τὸ ἔτος 403 π.Χ. ἐπὶ ἄρχοντος Εὐκλείδου, ἓν τούτοις ὡς ἠχητικὸ ἐρέ-
θισµα «23», ἔστω καὶ ὑπὸ τὶς τρεῖς αὐτὲς μορφὲς τῶν παλαιῶν γραμματικῶν (ΓΣ ἢ
ΚΣ ἢ ΧΣ), ἀνήκει στὴν πρώτη περίοδο τῆς ὀνοματοποιίας (ὀνοματοθεσίας), τὴν
περίοδο δηλαδὴ τῶν πρώτων φωνημάτων ἢ φθόγγων μὲ σημασία καὶ τῶν πρώτων
μορφημάτων ἢ ἀρχεγόνων λέξεων.
Εἶναι φανερὸ ὅτι τὸ ἠχητικὸ ἐρέθισμα «Ξ» δὲν ὑπάρχει στὴν φύσι, ἀλλὰ τὸ
προκάλεσε ὁ ἔλλοψ (μετέπειτα “Ελλην), ὅταν μὲ κάποια πέτρα (πυριτόλιθος ἢ ὁ-
ψιανὸς) κατασκεύασε τὸ πρῶτο μαχαίρι, μὲ τὸ ὁποῖο κατεργάσθηκε τὰ θηρευτικὰ
ὅπλα ἐκ «δούρων» (δένδρων) καὶ τοὺς λεπτοὺς κλάδους «ἐξεσμένους» διὰ τῆς (πέ-
τρας) μάχαιρας τοὺς μετέβαλε σὲ «ξυστὰ» ὅπλα. ᾿Αλλὰ ἐκτὸς τῶν ὅπλων γιὰ τὴν
«θήραν» (κυνήγι) καὶ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν πάσης μορφῆς ἐχθρῶν μὲ τὴν αἰχμη-
ρὴ πέτρα, τὴν ὁποία ὠνόμασε «ξυρόν», ἀπέσπασε τὰ δέρματα (πέκος, δέρας, κώ-
διον) ἐκ τῶν ζώων, γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήση τόσο γιά ἔνδυσι καὶ ὑπόδησι ὅσο
καὶ γιὰ οἰκιακή χρῆσι. Αὐτὸ τὸ κατεργασμένο διὰ τοῦ ξυροῦ «δόρυ γαίης» (᾽Ο-
δύσ. 2, 167), τὸ αἰχμηρὸ καὶ λεῖο, τὸ ὠνόμασε «ξύλον». «Ξύλα νήια» πρὸς ναυπη-
γίαν ὠνομάζονταν τὰ κατεργασμένα ξύλα ἀπὸ τὸν ᾿ Ησίοδο ( Ἔργ. ᾿Ημέρ. στίχ.
806), ἀλλὰ «ξύλα» ἐλέχθησαν καὶ τὰ ἠμικατεργασμένα, δηλαδὴ τὰ τεμαχισμένα
γιὰ φωτιά, ὅπως ὁ "Ὅμηρος λέγει: «ξύλον αὖον... δρυὸς ἢ πεύκης» (᾽1λ. Ψ327).
ἽὍπως ἀμέσως καὶ ὁ πλέον ἀδαὴς ἀντιλαμβάνεται, ὁ ἦχος τοῦ «ξύω» ἢ «ξέω» καί
οἱ λέξεις ποὺ σχηματίσθηκαν διὰ τοῦ γράμματος - συμβόλου «Ξ» ἔχουν ἄρρηκτη
αἰτιώδη σχέσι μὲ τὸ ἀρχικὸ ἀκουστικὸ καὶ ὀπτικὸ ἐρέθισμα τοῦ ἐργαλείου «ξέ-
στρον», ποὺ ἐχρησιμοποιήθη ὑπὸ τοῦ ἔλλοπος πρὸς «ξέσιν».
Τονίζω καὶ ἐδῶ πάλι τὴν «αἰτιώδη σχέσι», γιὰ νὰ ὑπενθυμίσω στοὺς ἀναγνῶ-
στες τῆς παρούσης ἔρευνας (ἡ ὁποία διαδοχικῶς δημοσιεύεται στὸν «Δαυλὸ»), ὅ-
τι ἡ θέσι τῶν «ὠρίμων τῆς γλωσσολογίας», τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς ἐξωλογικῆς
«συμβατικότητος», σ᾽ ἕνα κατ᾽ ἐξοχὴν λογικὸ κατασκεύασμα, ὅπως εἶναι ἡ
γλῶσσα, ἔχει πλέον ἀνατραπῆ καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ πάψουν νὰ κρύπτωνται «διὰ τῆς
σιωπῆς τῶν». Οἱ δὲ ἄλλοι ποὺ προσέτρεξαν εἰς βοήθειαν, «οἱ δεινοί», ὅπως θὰ
τοὺς ἀπεκάλει ὁ Πλάτων, ἂς μὴ νομίζουν ὅτι τὸ ἐπιχείρημα πὼς τίποτε ἀκόμη
περὶ τῆς γραφῆς δὲν ἦλθε στὸ φῶς (ἀνασκάπτοντας τὴν γῆ: ἄρα θὰ ἐξακολου-
θοῦν τὸν παραλογισμό τους) ἔπαυσε νὰ ἔχη «εἰδικὸν βάρος», διότι ἐνώπιόν τῶν
ὑπάρχει ἀκέραιο τὸ μεγαλειῶδες μνημεῖο τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Δὲν
φθάνει, δηλαδή, γι᾿ αὐτοὺς ὅτι ἔχουν μπροστά τους τὸ λύκο, ὅπως λέει μιὰ ἑλ-
ληνικὴ παροιμία, πρέπει νὰ φαίνεται ὅτι ψάχνουν γιὰ τὰ ἴχνη του, καί μάλιστα
σκάπτοντας τὴν γῆ...