ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

94ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1989

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 5376 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
57 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η Ούσα της Ανατολής — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
    ἀρχή: σελ. 5376 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 94

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ο ΤΟΥ «Δ» Κοντὰ στὰ σύνορα, ἐκεῖ ποὺ τὸ βα-- σιλικὸ ποτάμι πράσινο ἀπ᾽ τὰ νερό- κρινα” καὶ κεῖνα ἀθίζανε στὶς ἀκαθό- ριστες ὄχθες του τὶς γεμᾶτες πάπυρους καὶ καλάμια καὶ μπαμποῦ. Πιὸ κεῖ ὁ- ρυζῶνες χωρισμένοι μὲ ὑπερυψωμένα τοιχαράκια, λάσπες ἤ πάσσαλους ἤ ἐ- πιπλέοντες κορμούς. Η ζωὴ σ᾽ ἀγῶνα μὲ τὸ νερό, ἀπ᾿ τὸ νερὸ σπάνια καλ- λιέργεια ἐπιπεδοπρόσωπη, ποὺ γύριζε στὸ νερὸ καὶ πάλι. Κοντὰ στὰ σύνορα ἔμεν᾽ ἡ Οὔσα, κοντούλα, πλατσομύτα, φεγγαροπρό- σωπη κάποτε, ἀποστεωμένη τώρα, τὰ ζυγωματικὰ μυτερά, τὸ δέρμα ρυζόχαρ- το, 40 χρονῶν γριὰ παραδομένη στὸ θά- νατο, καὶ πόσα τῆς ἔμεναν ἀκόμα; Ἢ- δη πρηζόταν οἱ ἀρθρώσεις της σὲ ὑ- γρασίες χρόνων καὶ γρόμποι παρουσιά- στηκαν στὰ μεγάλα δάχτυλα τῶν σὰν βεντάλλια γυμνῶν, ἀνοιχτῶν τῆς ποδι- ῶν. Τὸ ρύζι πάντα ἀπ᾿ τὸ νερὸ φυτρώ- νει, ὀργώνεται στὸ νερὸ καὶ μόνο, θε- ρίζεται ἀπ᾿ τοὺς βάλτους κομμένο. Πέντε γέννες θανάτου τὴν εἶχαν ὅ- πὼς κορμὶ φοινικιᾶς ξεράνει καὶ κεῖνο πούμεινε, τὸ ἕνα, μακρυνὸ κι᾽ αὐτό, φευγᾶτο, στρατιώτης νὰ προστατεύη τὸ βασιλέα. Μὴν πῆτε λέξη γιὰ τοὺς μονάρχες, ἔχουν καὶ τοὺς ταΐζουν χήνα στὶς γιορτὲς καὶ ὅλα ὅσα ἀπίθανα τῆς ἔ- γραψε’ ὅταν ἔβαλε νὰ τῆς διαβάσουν τὸ γράμμα (μισὴ μέρα δρόμο, ξυπόλυ- τη τὸν πῆγε, τὰ τσόκαρα δεμένα στὸν ὧμο), ὅταν μπῆκε στὸ πλαϊνὸ χωριὸ μὲ μικρά, κομψὰ βηματάκια ὅπως ἁρμόζει στὶς Κυράδες, τὶς ποὺ λαβαίνουν ἐπι- στολές. Ὃ γυιός της. Τῆς εἶχε στείλει ὁ γυιός της 20 μπάτ, νὰ πάρη, λέει, ὕφασμα καὶ κεῖ- νος εἶχε, λέει, χαρεῖ τὶς ὀμορφιὲς τοῦ ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ Ἢ Οὔσα τῆς ᾿Ανατολῆς γρήγορου τούτου κόσμου. Εἶχε πιεῖ κρασὶ μὲ μυρουδιὰ ποντικίλας κι εἶχε δοκιμάσει τ᾽ αὐγὸ τῶν [00 ἡμερῶν μὲ τὸν πηγμένο σὰν αἷμα κροκό. Εἴκοσι μπάτ! Ποτὲ δὲν κράτησε λεφτὰ στὰ χέρια. Τώρα τί νὰ τὰ κάνη; Τὰ πῆρε, τὰ ἔρραψε σ᾽ ἕνα πανὶ μὴν τῆς τὰ κλέψουν, τοῦ γυιοῦ της τὸ μό- χθο ποὺ αὐτὴ εἶχε κάνει ἄντρα καὶ γύ- ρισε ἀπὸ τὶς μπανονοφυτεῖες, τὶς πα- ροδικές, λοξὲς βροχὲς νὰ τὴν τρέχουνε πίσω, ἀνάκατες μὲ πνεύματα ζηλόφθο- να. "Οχι, δὲν θάπαιρνε ὕφασμα. Εἶχε τὸ παλιὸ νυφιάτικο, τὴ ζώνη περασμέ- νη διαγώνια πάν᾽ ἀπ᾿ τὸν ὦμο. ᾿Εκεῖ- νος (ὁ πεθαμένος) τῆς τόχε πάρει κά- ποτε σ᾽ ἔκρηξη ἀγάπης' καὶ τ᾽ ἄρεσε, ἔλεγε, νὰ τὴ βλέπη νὰ πηγαινόρχεται σέρνοντας δῆθεν βασγεστημένα τὴν πατούσα, βράζοντάς του τὸ σπάνιο τσάι, τὴν ὥρα ποὺ βγαῖναν οἱ ψυχὲς τῶν προγόνων νὰ εὐωδιαστοῦν τὴν μυ- ρουδιὰ τοῦ κόσμου: καὶ ξύνονταν στὴ γωνιὰ τῆς καλύβας τους κλαίγοντας γιὰ ἀνάμνηση. Πᾶν τώρα αὐτά. “Ὅπως γύριζε, σύντομο τ᾽ ἀπόγευ- μα. Φτάνοντας στὸ πάνω σὲ πάσσα- λους σανιδένιο σπίτι της, παραμέρισε τὶς νερολίλιες τοῦ πλωτοῦ της κήπου στὴν αὐλή, ἐκεῖνες ἀνέβαιναν τρυφερὰ πράσινες, πίσω πάλι, στριφογύριζαν, ἀ- νάκατες μὲ τοῦφφες χαμηλὸ καλάμι καὶ τὴ μονάκριβη βενταλλομπανανιά, τὴ γυρισμένη μὲ τὴ φαρδειά, ἀνοιχτή τῆς παλάμη κατὰ τὸ σπίτι. Φυσοῦσαν οἱ μουσῶνες, ἀνέμιζε ἡ μπανανιά, στὸν κοντινὸ μαῦρο τοῦ σύννεφου δαίμονα, νὰ τὸν παραµερίση, νὰ λάμψη γαλά- ζιος-ἀνοιχτογάλαζος στίς ὑγρασίες, ὁ Δράκος τ᾽ οὐρανοῦ, καυτός, γεμᾶτος χρυσὲς βελόνες ζέστης. ἽὍπως παραμέριζε τὶς νερολίλιες
← καθαρισμένο κείμενο