ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
94ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1989
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η Ούσα της Ανατολής — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ο ΤΟΥ «Δ»
Κοντὰ στὰ σύνορα, ἐκεῖ ποὺ τὸ βα--
σιλικὸ ποτάμι πράσινο ἀπ᾽ τὰ νερό-
κρινα” καὶ κεῖνα ἀθίζανε στὶς ἀκαθό-
ριστες ὄχθες του τὶς γεμᾶτες πάπυρους
καὶ καλάμια καὶ μπαμποῦ. Πιὸ κεῖ ὁ-
ρυζῶνες χωρισμένοι μὲ ὑπερυψωμένα
τοιχαράκια, λάσπες ἤ πάσσαλους ἤ ἐ-
πιπλέοντες κορμούς. Η ζωὴ σ᾽ ἀγῶνα
μὲ τὸ νερό, ἀπ᾿ τὸ νερὸ σπάνια καλ-
λιέργεια ἐπιπεδοπρόσωπη, ποὺ γύριζε
στὸ νερὸ καὶ πάλι.
Κοντὰ στὰ σύνορα ἔμεν᾽ ἡ Οὔσα,
κοντούλα, πλατσομύτα, φεγγαροπρό-
σωπη κάποτε, ἀποστεωμένη τώρα, τὰ
ζυγωματικὰ μυτερά, τὸ δέρμα ρυζόχαρ-
το, 40 χρονῶν γριὰ παραδομένη στὸ θά-
νατο, καὶ πόσα τῆς ἔμεναν ἀκόμα; Ἢ-
δη πρηζόταν οἱ ἀρθρώσεις της σὲ ὑ-
γρασίες χρόνων καὶ γρόμποι παρουσιά-
στηκαν στὰ μεγάλα δάχτυλα τῶν σὰν
βεντάλλια γυμνῶν, ἀνοιχτῶν τῆς ποδι-
ῶν.
Τὸ ρύζι πάντα ἀπ᾿ τὸ νερὸ φυτρώ-
νει, ὀργώνεται στὸ νερὸ καὶ μόνο, θε-
ρίζεται ἀπ᾿ τοὺς βάλτους κομμένο.
Πέντε γέννες θανάτου τὴν εἶχαν ὅ-
πὼς κορμὶ φοινικιᾶς ξεράνει καὶ κεῖνο
πούμεινε, τὸ ἕνα, μακρυνὸ κι᾽ αὐτό,
φευγᾶτο, στρατιώτης νὰ προστατεύη
τὸ βασιλέα.
Μὴν πῆτε λέξη γιὰ τοὺς μονάρχες,
ἔχουν καὶ τοὺς ταΐζουν χήνα στὶς
γιορτὲς καὶ ὅλα ὅσα ἀπίθανα τῆς ἔ-
γραψε’ ὅταν ἔβαλε νὰ τῆς διαβάσουν
τὸ γράμμα (μισὴ μέρα δρόμο, ξυπόλυ-
τη τὸν πῆγε, τὰ τσόκαρα δεμένα στὸν
ὧμο), ὅταν μπῆκε στὸ πλαϊνὸ χωριὸ μὲ
μικρά, κομψὰ βηματάκια ὅπως ἁρμόζει
στὶς Κυράδες, τὶς ποὺ λαβαίνουν ἐπι-
στολές.
Ὃ γυιός της.
Τῆς εἶχε στείλει ὁ γυιός της 20
μπάτ, νὰ πάρη, λέει, ὕφασμα καὶ κεῖ-
νος εἶχε, λέει, χαρεῖ τὶς ὀμορφιὲς τοῦ
ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ
Ἢ Οὔσα τῆς ᾿Ανατολῆς
γρήγορου τούτου κόσμου. Εἶχε πιεῖ
κρασὶ μὲ μυρουδιὰ ποντικίλας κι εἶχε
δοκιμάσει τ᾽ αὐγὸ τῶν [00 ἡμερῶν μὲ
τὸν πηγμένο σὰν αἷμα κροκό.
Εἴκοσι μπάτ! Ποτὲ δὲν κράτησε
λεφτὰ στὰ χέρια. Τώρα τί νὰ τὰ κάνη;
Τὰ πῆρε, τὰ ἔρραψε σ᾽ ἕνα πανὶ μὴν
τῆς τὰ κλέψουν, τοῦ γυιοῦ της τὸ μό-
χθο ποὺ αὐτὴ εἶχε κάνει ἄντρα καὶ γύ-
ρισε ἀπὸ τὶς μπανονοφυτεῖες, τὶς πα-
ροδικές, λοξὲς βροχὲς νὰ τὴν τρέχουνε
πίσω, ἀνάκατες μὲ πνεύματα ζηλόφθο-
να.
"Οχι, δὲν θάπαιρνε ὕφασμα. Εἶχε
τὸ παλιὸ νυφιάτικο, τὴ ζώνη περασμέ-
νη διαγώνια πάν᾽ ἀπ᾿ τὸν ὦμο. ᾿Εκεῖ-
νος (ὁ πεθαμένος) τῆς τόχε πάρει κά-
ποτε σ᾽ ἔκρηξη ἀγάπης' καὶ τ᾽ ἄρεσε,
ἔλεγε, νὰ τὴ βλέπη νὰ πηγαινόρχεται
σέρνοντας δῆθεν βασγεστημένα τὴν
πατούσα, βράζοντάς του τὸ σπάνιο
τσάι, τὴν ὥρα ποὺ βγαῖναν οἱ ψυχὲς
τῶν προγόνων νὰ εὐωδιαστοῦν τὴν μυ-
ρουδιὰ τοῦ κόσμου: καὶ ξύνονταν στὴ
γωνιὰ τῆς καλύβας τους κλαίγοντας
γιὰ ἀνάμνηση.
Πᾶν τώρα αὐτά.
“Ὅπως γύριζε, σύντομο τ᾽ ἀπόγευ-
μα. Φτάνοντας στὸ πάνω σὲ πάσσα-
λους σανιδένιο σπίτι της, παραμέρισε
τὶς νερολίλιες τοῦ πλωτοῦ της κήπου
στὴν αὐλή, ἐκεῖνες ἀνέβαιναν τρυφερὰ
πράσινες, πίσω πάλι, στριφογύριζαν, ἀ-
νάκατες μὲ τοῦφφες χαμηλὸ καλάμι
καὶ τὴ μονάκριβη βενταλλομπανανιά,
τὴ γυρισμένη μὲ τὴ φαρδειά, ἀνοιχτή
τῆς παλάμη κατὰ τὸ σπίτι. Φυσοῦσαν
οἱ μουσῶνες, ἀνέμιζε ἡ μπανανιά, στὸν
κοντινὸ μαῦρο τοῦ σύννεφου δαίμονα,
νὰ τὸν παραµερίση, νὰ λάμψη γαλά-
ζιος-ἀνοιχτογάλαζος στίς ὑγρασίες, ὁ
Δράκος τ᾽ οὐρανοῦ, καυτός, γεμᾶτος
χρυσὲς βελόνες ζέστης.
ἽὍπως παραμέριζε τὶς νερολίλιες