ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
97ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1990
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Κτύπος - Κρόνος - Κάδμος — ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ, ΗΛΙΑΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΗΛΙΑΣ Λ. ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ
Κτύπος. -- Κρόνος. -- Κάδμος
«Τοῦτον δὲ Κρόνου υἱὸν εἶναι ὑβριστικὸν μὲν ἂν τι δόξειεν εἶναι ἀκούσαντι ἐξαίφ-
νης, εὔλογον δὲ μεγάλης τινὸς διανοίας ἔκγονον εἶναι τὸν Δία’ κόρον γὰρ σηµαίνει
οὐ παῖδα, ἀλλὰ τὸ καθαρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκήρατον τοῦ νοῦ.» [Πλάτων, «Κρατύλος»
396 Ὁ: Γι᾿ αὐτὸν δὲ (τὸν Δία) θὰ νόμιζε κανεὶς ὅτι εἶναι ὑποτιμητικὸ νὰ εἶναι υἱὸς
τοῦ Κρόνου, ἂν ἔξαφνα τὸ ἄκουγε, γιατὶ θὰ περίμενε φυσικὰ νὰ ἀκούσῃ ὅτι εἶναι
ἀπόγονος μεγάλου πνεύματος ὁ Δίας. (Αλλ᾽ ἂν ὅμως ἐξετάση σοβαρὰ τὸ πρᾶγμα,
θὰ ἰδῆ ὅτι ἔχει ἄδικο) διότι ἡ λέξι «κόρος» (ποὺ φανερώνει τὸν Κρόνον), δὲν ση-
μαίνει «μικρό παιδὶ» ἀλλὰ τὴν καθαρότητα αὐτοῦ καὶ τὸ ἀμόλυντον τοῦ νοῦ].
[Τὸ κείµενο ποὺ ἀκολουθεῖ ἀποτελεῖ ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου τοῦ κ. Η. Λ. Ταο., ποὺ
θὰ ἐκδώση σύντομα ὁ «Λαυλός», στὸ ὁποῖο θὰ παρουσιασθῆ σὲ συστηματικὴ πλέον
μορφὴ ἡ ἔρευνα γιὰ τὴν ἀποκρυπτογράφησι τῶν σημασιῶν τῶν γραμμάτων τοῦ
᾿Αλφαβήτου, ποὺ ἔχει ἤδη δημοσιευθῆ ὑπὸ μορφὴν ἄρθρων στὸν «Δαυλὸ» (τεύχη
72 ἕως 90)}
Εἶναι καὶ ἐδῶ πάλι φανερό, ὅτι ἡ ἀνάλυσι τῶν ὀνομάτων σταματᾶ στὸ «ἔτυ-
μον». Θὰ ἐπανέλθω ὅμως στὸ τέλος καὶ ἐπ᾽ αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος. "Ας δοῦμε ἀμέ-
σως τὸ σύμφωνο «Κ». ᾿Αρχίζω μὲ τὴν «ἱστορία» τοῦ «Κ», ὅπως αὐτὴ διεσώθη μέ-
σα ἀπὸ τὶς πανάρχαιες λέξεις ποὺ στηρίχθηκαν στοὺς ἀρχέγονους «φθόγγους μὲ
σημασία», στὰ ἀρχέγονα ὀνόματα τῶν πραγμάτων. ᾿Η ἱστορία ξεκινᾶ πάντοτε ἀ-
πὸ τοὺς ἕλλοπας θηρευτάς. Μὲ ποιὰ ὅμως ἠχητικὰ καὶ ὀπτικὰ ἐρεθίσματα μπορεῖ
νὰ συνδεθῆ ὁ ἦχος «Κ-άπα» καὶ σὲ ποιὲς προσωδίες κατέληξε ἡ μίμησι; Εἶναι
γνωστό, ὅτι δὲν ὑπῆρξε καὶ δὲν εἶναι μόνο ὁ ἄνθρωπος θηρευτής, ἀλλὰ καὶ ὅλα
τὰ σαρκοβόρα ζῶα εἶναι ὑποχρεωμένα, γιὰ τὴν ἐπιβίωσί των, νὰ θηρεύουν, νὰ
ἔλλο-χεύουν καὶ νὰ φονεύουν τά θηράματά των, γιὰ νὰ χορτάσουν τὴν πεῖνα των.
Τὸ ἴδιο βεβαίως κάνουν καὶ τὰ σαρκοβόρα πτηνά, τὰ ὄρνεα, οἱ «οἰωνοί», ὅπως τὰ
ἀναφέρει ὁ "Ὅμηρος. Καὶ τὰ ὄρνεα βεβαίως ἔλλο-χεύουν μὲ τὸν δικό τους τρόπο.
Πετοῦν διαγράφοντας κύκλους καὶ διὰ τῆς ὀξυτάτης των ὁράσεως διακρίνουν κά-
τω στὸ ἔδαφος τὰ μικρά σὲ μέγεθος κυρίως φυτοφάγα ζῶα, καὶ ἐπιπίπτουν ἐπ᾽ αὖ-
τῶν ἀναρπάζοντάς τα. Εἶναι δὲ φυσικὸ νὰ εἶναι ἀνάλογο πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ἅρ-
παγος πτηνοῦ καὶ τὸ θήραμα. Ποιὰ ὅμως ἡ σχέσι τῶν σαρκοβόρων ὀρνέων μὲ
τὸν φθόγγο «Κ»;
Ἢ ἀπάντησι δίδεται ἀπὸ τὸν ΄Ομηρο (Οδ. Ν 87, Ιλ. Χ 139, "Οδ. Ο 526).
Ας δοῦμε τί λέει: (α) «... οὐδέ κεν ἴρηξ κίρκος ὁμαρτήσειεν, ἐλαφρότατος πετε-
ηνῶν» [οὔτε γεράκι, ποὺ εἶναι τὸ πιὸ γρήγορο πουλί, θὰ δίωκε ἐπερχόμενο μ᾽ αὖ-
τὸ τὸν τρόπο]. (β) «᾿Ηύτε κίρκος ὄρεσφιν, ἐλαφρότατος πετεηνῶν» [Καθὼς ᾱ-
κριβῶς ὁ κίρκος στὰ βουνά, τὸ πιὸ εὐκίνητο ἐκ τῶν πτηνῶν]. (γ) «Ως ἄρα οἱ εἰ-
πόντι ἐπέπτατο δεξιὸς ὄρνις, κίρκος, ᾿Απόλλωνος ταχὺς ἄγγελος» [Καθὼς μ᾽ αὖ-
τὸν τὸν τρόπο ἐκεῖνος μίλησε, πέταξε ἀπὸ τὰ δεξιά τὸ πουλὶ κίρκος, ὁ ταχὺς ἀγ-
γελιαφόρος τοῦ ᾿Απόλλωνος]. Τὸ «γεράκι» οἱ Ἕλληνες τῶν νεώτερων χρόνων
τὸ ἔλεγαν καὶ «κιρκινέζι». Τὸ ὄνομα κίρκ (ἡνέζι τοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὴ φωνὴ ποὺ ἐκ-
βάλλει πετῶντας, τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μιμηθῆ μὲ τὸν φθόγγο