ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
99ΜΑΡΤΙΟΣ 1990
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- ΑΙΣΙΜΑ ΚΑΙ ΑΔΗΡΙΤΑ — χωρίς ὄνομα στόν κατάλογο
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ζι «οἱ
ΑΙΣΙΜΑ ΚΑΙ ΑΔΗΡΙΤΑ
ΒΝ
Τυχαῖες (/) παραποιήσεις
Στοὺς «Τάϊμς» (21-1-1990) ἐγράφη ἀπὸ κάποιον «συγγραφέα», ὅτι ἡ Μασσα-
λία ήταν πόλις Φοινίκων. ᾿Ασφαλῶς ὁ συγγραφεὺς δὲν ἀποτείνεται σ᾽ ὅσους ξέ-
ρουν, ἀλλὰ σ᾽ ὅσους ἀγνοοῦν. Τοὺς πληροφορεῖ ὅτι ἡ Μασσαλία ἱδρύθη ἀπὸ
τοὺς Φοίνικες, μὲ προφανῆ σκοπὸ νὰ ἀνεβάση στὴν ἐκτίμησι τῶν ἀναγνωστῶν
τῶν «Τάϊμς» τοὺς Φοίνικες. Πάλι καλὰ ποὺ δὲν ὑπεστήριξε, ὅτι ἡ Μασσαλία ἐ-
δημιουργήθη ἀπὸ τὸν ᾿Ελεάζαρ, γιὸ τοῦ Μαλαχία, ἐγγονὸ τοῦ ᾿Αββακούμ.
Εἶναι γνωστὸ σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο, ὅτι ἡ Μασσαλία ὑπῆρξε ἀποικία τῶν Φωκαέ-
ὧν, ποὺ ἀπὸ τὴν ᾿Ιωνία μετέβησαν ἐκεῖ. Ο Τίμαιος ἐτυμολογεῖ τὸ ὄνομα τῆς
Μασσαλίας ἀπὸ τὴν ἐντολή, τὴν ὁποία ἔδωσε ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου τῶν Φω-
καέων (μᾶλλον ὁ Εὔξεινος) πρὸς ἁλιέα νὰ δέση τὸ «ἀπόγειον σχοινίου». Ἔτσι «ἀ-
πὸ γοῦν τοῦ ἁλιέως καὶ τοῦ μᾶσσαι ὠνόμασται». Ο Στράβων (Δ΄) περιγράφει
πῶς ἔκτισαν οἱ Φωκαεῖς ἐπὶ πετρώδους ἐδάφους τὴν πόλι, τὴν ὁποία περιέβαλαν
μὲ ἀπόρθητα τείχη. Στὴν ἀκρόπολι τῆς Μασσαλίας ἀνηγέρθη μεγαλοπρεπὴς
ναὸς τοῦ ᾿Απόλλωνος καὶ ἄλλος τῆς ᾿Εφεσίας ᾿Αρτέμιδος (᾿Εφέσιον), τῆς ὁ-
ποίας πρώτη ἱέρεια διετέλεσε ἡ ᾿Αριστάρχη. Πλέον τῶν πεντακοσίων ἐτῶν ἡ
“Ελληνικὴ Μασσαλία ἐκυριάρχησε ναυτικῶς τῆς Μεσογείου καὶ ἵδρυσε πολλὲς
ἀποικίες π.χ. ᾿Εμπόριον, ᾿Αντίπολις, Ρόδος, ᾿ Αγάθη, ᾿Ημεροσκόπιον, ᾿Ολβία
κιτ.λ. Ἢ Νίκαια μάλιστα ἦτο καὶ αὐτὴ ἀποικιακὴ πόλις τῶν Φωκαέων τῆς
Μασσαλίας.
Πολιτικῶς ἡ διοίκησις ἦτο ἀριστοκρατικὴ ἀποτελουμένη ἐξ ἑξακοσίων «τι-
μούχων», οἱ ὁποῖοι ὥφειλαν νὰ εἶναι τουλάχιστον ἀπὸ τρεῖς γενεὲς Μασσαλιωτι-
κῆς καταγωγῆς. Στρατιωτικῶς διέθετε ἱσχυρὸ ναύσταθμο καὶ ἀξιόλογο στρατό,
ὥστε κατώρθωσε νὰ ἀποκρούση ὅλες τὰς ἐπιθέσεις τῶν βαρβάρων. Πολιτιστικῶς
ἀνεδείχθη εἷς λαμπρὸ κέντρο τοῦ ᾿Ελληνικοῦ πολιτισμοῦ, ὅπου σύχναζαν Γαλά-
τες, Ρωμαῖοι καὶ ἄλλοι βάρβαροι, γιὰ νὰ μαθαίνουν τὴν ᾿Ελληνικὴ γλῶσσα καὶ
τὶς ἐπιστῆμες, ἰδίως τὴν ἰατρική. ᾿Αξιοσημείωτη ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ δρᾶσι τῶν
Μασσαλιωτῶν ὡς πρώτων ὠκεανοπόρων ἐξερευνητῶν ὅπως τοῦ Εὐθυμίου, ᾿Αν-
νωνος καὶ τοῦ Πυθέα, ὁ ὁποῖος ἐξερεύνησε τὴν Θούλη καὶ συνέγραψε ἐνδιαφέ-
ροντα βιβλία, π.χ. «Περὶ ᾽Ωκεανοῦ», «Γῆς περίοδος» κ.τ.λ. ᾿Ακόμη καὶ σήμερα
τὸ Δημαρχεῖο τῆς Μασσαλίας φέρει τὴν ἐπιγραφή: «Δημαρχεῖον Φωκαέων» --
καὶ φυσικὰ ὄχι Φοινίκων.
Τὸ δεύτερο κροῦσμα παραπληροφορήσεως μᾶς ἦλθε ἀπὸ τὴν «Οὐάσιγκτων
Πόστ» (30-1-90), ὅπου ὁ Πλούταρχος βαπτίζεται Ρωμαῖος! Χωρὶς νὰ ἀμφιβάλλη,
ὁ ἀρθρογράφος σημειώνει: «ὅπως ὁ Πλούταρχος, ὁ Ρωμαῖος ἱστορικὸς εἶπε...».
Ὃ ἱστορικὸς καὶ φιλόσοφος Πλούταρχος, ὁ ἐπικαλούμενος «πάσης σοφίας ὁ-
φθαλμός», δὲν ἦταν βέβαια Ρωμαῖος, ἀλλὰ Ἕλλην ἀπὸ τὴ Βοιωτία. ᾿Εγεννήθη
στὴν Χαιρώνεια (περὶ τὸ 50 μ.Χ.) καὶ ἀπέθανε στοὺς Δελφοὺς (περὶ τὸ 125 μ.Χ.).
᾿Αριστοκρατικὸς ἐκ καταγωγῆς καὶ ἐκ μορφώσεως ἀνέλαβε ὕψιστα ἀξιώματα, ὅ-
πως «᾿Ανώτατος ᾿]ερεὺς καὶ ᾿Επόπτης» τοῦ Μαντείου τῶν Δελφῶν, «᾿Αγωνοθέ-