ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
101ΜΑΙΟΣ 1990
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Εις τας Πάτρας — ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, ΚΛΕΑΝΘΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
. ΤΟΥ «Δ»
Μπῆκε στὸ σπίτι. ἔκλεισε μὲ προσοχὴ
τὴν πόρτα, ἔβγαλε τὸ σκληρὸ καπέλλο, τὸ
κρέμασε στὸν καλόγερο, ἀκούμπησε πάνω
στὸ τραπεζάκι τὸ σιδερένιο κουτί ποὺ εἶχε
στὴν ἀγκαλιά του. ἔβγαλε τὸ παλτό, τὸ κρέ-
µασε, πῆρε πάλι τὸ κουτὶ μὲ τὰ δυὸ χέρια
προσεχτικά, σὰν τοῦ παπᾶ ποὺ κρατᾶ μὲ
δέος τὸ ΓΑγιο Δισκοπότηρο. καὶ μπῆκε
στὴν τραπεζαρία.
Καλησπέρα, ᾿Ιουλία.
Καλῶς τον. Ελα κοντὰ στὸ μαγκά-
λι. Πῶς πήγαμε σήμερα:
-- Αν ἐξακολουθήσουμε κατ᾽ αὐτὸν
τὸν τρόπον, ἀσφαλῶς θὰ πραγματοποιηθεῖ
τὸ ὄνειρόν μου. Θὰ σὲ πάω εἰς τὰς Πάτρας.
Κάθησε μπροστὰ στὸ μεγάλο τραπέζι, ἀ-
κούμπησε τὸ κουτί, ἔβγαλε ἀπὸ τὴν τσέπη
τοῦ γιλέκου ἕνα κλειδάκι, ἄνοιξε τὸ κουτί,
τὸ ἀναποδογύρισε, ἀκούστηκε γαργαλιστι-
κὸς ὁ θόρυβος ποὺ ἔκαναν τὰ νομίσματα,
καθὼς σκόρπισαν ἐπάνω στὸ τραπέζι. Τὸ
πρόσωπό του ἔφεγγε, χαμογελοῦσε.
ἮΑν δὲν ντρεπόταν τὴν γυναῖκα του, θὰ
χαχάνιζε δυνατά. “Επειτα μὲ δάχτυλα ἐπιδέ-
ξια καὶ ἐξασκημένα ἔπιασε νὰ ξεχωρίζει τὰ
νομίσματα καὶ νὰ τὰ στήνει σὲ μικρὲς κο-
λῶνες. Τὰ πολλὰ ἦταν γρόσια καὶ δίγροσα.
ὑπῆρχαν κάμποσα μετζίτια καὶ δυὸ-τρία
ναπολεόνεια. Πῆρε ἕνα τεφτέρι ποὺ εἰχε πά-
νω στὸ τραπέζι, βούτηξε τὴν πέννα στὸ
μπουκαλάκι μὲ τὸ μελάνι. σημείωσε μὲ
προσοχὴ ἡμερομηνία, ποσὰ εἴσπραόης.
Ὅπως σοῦ τὸ λέγω, Ιουλία, καλή
μου. Αν συνεχίσουμε ἔτσι, γρήγορα θὰ σὲ
πάω εἰς τὰς Πάτρας.
ΧᾺ
Ὃ κύριος ᾿Αριστόβουλος διατηροῦσε
καλὸ κατάστημα μέσα στὴν ἀγορά. Μανι-
φατούρα. Πώλησις λιανικὴ καὶ χονὸρική.
Πελάτες, ἔμποροι, ραφτᾶδες. γυναῖκες
μπαινόβγαιναν στὸ μαγαζὶ κάθε μέρα καὶ οἱ
ἐμπορορράπτες ἤζεραν. ὅτι μόνο ἀπ᾿ τὸν
κύριο ᾿Αριστόβουλο θὰ πάρουν ἐγγυημένο
ὕφασμα. Ὅμως κι ἀπ᾽ τὰ χωριὰ στὸν ᾿Α-
ριστόβουλο εἶχαν ἐμπιστοσύνη. Τὸ μαγαζὶ
εἶχε ὁυὀ μεγάλοις πάγκους σὲ ὅλο τὸ μά-
κρος του. Πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο πρὸς τὰ δε-
ΚΔΕΑΝΟΘΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
Εἰς τὰς Πάτρας
διὰ ἦταν τὰ ράφια μὲ τὰ ἀνδρικὰ ὑφάσματα,
κασµήρια, τσόχες, σκωτσέζικα, τσουλάκια.
καμπαρτινέ, λινά, σατακροῦτες. ταν ὁ
μόνος στὴν ἀγορὰ ποὺ ἔφερνε ἐκεῖνο τὸ ἀ-
κατάλυτο ροῦχο, ποὺ ψώνιζαν οἱ πατερᾶ-
δες, γιὰ νὰ κάνουν παντελόνια στὰ παιδιά
τους, αὐτὸ ποὺ τὸ ἔλεγαν «πέλε ντὶ ντιάβο-
λο».
᾿Απὸ τὸν ἀπέναντι πάγκο ἦταν τὰ ρά-
φια μὲ τὰ γυναικεῖα τόπια. ποὺ ἅμα τὰ ξετύ-
λιγε ὁ κύριος ᾿Αριστόβουλος, γιὰ νὰ πα-
ρουσιάσει τὶς ποικιλίες τῶν χρωμάτων καὶ
τῶν σχεδίων τους, ἔλεγες πὼς κατέβαζε
μπροστά στὶς γυναῖκες τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄ-
στρα. Σάστιζαν οἱ κοκκῶνες, σὰν ἅπλωνε
πάνω στὸν πάγκο ὁ κύριος ᾿Αριστόβουλος
τὰ τόπια. Δὲν ξέρω, ἂν ἦταν ἄλλος τόσο ἐ-
πιδέόιος. ὅταν ἔπαιζε στὰ χέρια τὸ τόπι,
γιὰ νὰ τὸ δεδιπλώσει, ὅταν ἅπλωνε τὸ ὕφα-
σµα μὲ τρόπο. ποὺ νὰ κάνει νερὰ καὶ κυµα-
τισμούς. "Ἔπειτα ἔρριχνε ἄλλο ὕφασμα δί-
πλα. εδίπλωνε τρίτο τόπι ἀπ᾿ τὴν ἄλλη
μεριά. δημιουργοῦσε συνδυασμούς, ἔδενε
μεταζύ τους τὰ χρώματα, ταίριαζε τὰ σχέ-
δια, μιὰ φαντασμαγορία ἁπλωνόταν ἐπάνω
στὸν ἀπέραντο πάγκο. ᾿Απόμεναν οἱ γυ-
ναῖκες ἄφωνες, δὲν ἔβρισκαν σειρὰ νὰ ποῦν
μιὰ λέξη, ὁ κύριος ᾿Αριστόβουλος τὰ ἔλε-
γε ὅλα καὶ δὲ σταματοῦσε, παρὰ σὰν ἦταν
νὰ πιάσει τὸ µεγάλο ψαλλίδι καὶ νὰ κόψει.
--- Μὲ γειά σας...
Πλησίαζε τὰ σαράντα καὶ δὲν ἔβγαζε
ποτὲς ἀπὸ τὸ κεφάλι τὸ μαῦρο σκληρὸ
μπομπεόάκι, γιατὶ τὸν ἐνοχλοῦσε πολύ, ποὺ
τὰ μαλλιά του εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἀραιώνουν
τόσο. ποὺ σχηματιζόταν μικρὴ φαλάκρα.
Τὸ καπέλλο ἔβγαινε, μόλις περνοῦσε τὴν
πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, τὸ βράδυ. Γιατὶ ὁ κύ-
ριος ᾿Αριστόβουλος ἐργαζόταν «ἥλιο μὲ ἤ-
λιο», ποὺ λένε. ᾿Ανοιγε τὶς καπάντζες πρωΐ-
-προωΐ, περίμενε νὰ σκοτεινιάσει, γιὰ νὰ τὶς
κατεβάσει. Γύριζε δυὸ φορὲς τὸ μεγάλο
κλειδί, ἔπειτα περνοῦσε στοὺς χαλκᾶδες
τὴν ἁλυσίδα, ἔκλεινε τὴν ἄλλη, τὴν κρε-
μαστὴ κλειδαριά. Είχε ἕναν μικρό, ποὺ ἐρ-
χόταν τὸ πρωΐ, ἕκανε τὸ σκούπισμα καὶ τὸ
ξεσκόνισμα. ἔφευγε μετὰ νὰ πάει στὸ σχο-
λεῖο. Τὸ παιδὶ ἑαναρχόταν τὸ ἀπόγευμα γιὰ