ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

108ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1990

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 6227 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
66 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ούφο — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 6227 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 108

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «Δ» ᾽Ανηφορίζοντας τὸ λεωφορεῖο, βα- ρὺ κι ἀσήκωτο, ξερνοῦσε ἀρρώστια καὶ θάνατο. Μπούκωνε τὰ ρουθούνια μὲ τὴν ἀρρώστια καὶ τὸ θάνατο τῆς πολιτείας. Ἤμουν φορτωμµένη μὲ τὰ δῶρα ποὺ προώριζα γιὰ τὰ παιδιὰ συγγενῶν καὶ φίλων, καὶ κατάκοπη. Άγιες Μέρες, βλέπεις! Μέρες χαρᾶς! ᾿Αρκεῖ νᾶχεις μιὰ βρύση νὰ τρέχει χιλιάρικα, καὶ θὰ τὸ χαρεῖς πολύ. Γιατὶ χαρὰ καὶ λεφτὰ πᾶνε μαζὶ γιὰ μικροὺς καὶ μεγάλους. Τὰ λεφτὰ πᾶνε καὶ μόνα τους. 'Η χαρὰ μόνη της δὲν πάει πουθενὰ πιά. Τὰ στή- λωσε. -- Προχωρεῖτε, προχωρεῖτε, σάλ- πιζε ὁ ὁδηγός. --- Πέσετε ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλο καὶ φαγωθεῖτε. --- Ἔχει καὶ κῆπο στὸ βάθος! ᾿Αλλὰ στὸ βάθος εἶχε ἀνάψει μεγά- λος καυγᾶς. Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε. Στριμωγμένη κάπου, προσπαθοῦσα νὰ ἰσορροπήσω, ἀλλὰ στὴν πρώτη στά- ση ὁ προνομιοῦχος παραδιπλανός µου κατέβηκε, καὶ μὲ φιδίσιους ἑλιγμοὺς κατάφερα νὰ κατακτήσω τὴν κενὴ θέ- ση, παίρνοντας τὸ δίκιο τοῦ μπροστι- νοῦ μου. Τώρα γαῖα πυρὶ μιχθήτω, εἶπα μέσα μου, καθὼς συμμάζευα τὶς σακ- κοῦλες μὲ τὴ γιορταστικὴ σαββούρα. "Ασε τοὺς ἄλλους νὰ σπρώχνονται καὶ νὰ τσαλαπατιοῦνται. Στὴν ἄλλη στάση ἀνέβηκε ἡ τσιγ- γάνα. Φούστα κλαρωτὴ καὶ μπόλια σφιγμένη κάτω ἀπὸ τὸ στῆθος. Καὶ τί στῆθος! Ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ καταλά- βω, γιατί ἔχουν ὄμορφο στῆθος οἱ τσιγγάνες. Ἴσως γι᾿ αὐτὸ τὶς φθονοῦν οἱ γυναῖκες τοῦ πολιτισμένου κόσμου. Εἶχε δεμένα τ᾽ ἄλουστα μαλλιά της σὲ βαρειὰ καὶ μακρυὰ πλεξοῦδα κι ἔσερνε δυὸ ξεθωριασμένα τσόκαρα. Ἔσερνε ἀ- ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ Οὖφο κόμα δυὸ ἐλεεινὰ μωρά, τὄνα στὴν ἀ- γκαλιὰ καὶ τ᾽ ἄλλο νά κρατιέται ἀπὸ τὴ φούστα τῆς καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ σταθεῖ ὄρθιο σὲ κάτι ποδαράκια λιανὰ σὰν ταβουλόβεργες, γυμνὰ καὶ μαυρι- δερά. ᾿Ετοῦτο ἔρριχνε φοβισμένες μα- τιὲς πέρα-δῶθε, ἐνῶ τὸ ἄλλο, ποὺ τὴν εἶχε ἀράξει στὸν κόρφο της, φαινόταν ἥσυχο στὴν ἀσύνειδη μακαριότητά του. Ἕως πότε, κακόμοιρο!.. Ἢ τσιγγάνα δὲν εἶχε ποῦ νὰ κρατη- θεῖ καὶ τραμπαλιζόταν ἐπικίνδυνα. Κι ὅμως δὲν ἔπεφτε. Κρατοῦσε γερὰ στὴν τρικυμία. Κυττοῦσε ἀγέρωχα πέρα μα- κρυά, πίσω ἀπὸ τοὺς δικούς της ὁρίζο- ντες. Δὲν κυττοῦσε κανένα. Οἱ ἄλλοι κυττοῦσαν τὴν τσιγγάνα. "Ἠσαν ἐκεῖ κυρίες ἀπὸ τὸ Πικέρμι μὲ τὰ φτηνὰ γουναρικά τους καὶ τὰ ξε- φτισμένα νύχια τους, ἀπ᾿ αὐτὲς ποὺ σὲ κυττοῦν καὶ θαρρεῖς πὼς σὲ βρίζουν καὶ νεαρὲς κοπέλλες ἀπὸ τὸ Γέρακα μὲ μίνι-σκέρτς καὶ μαύρη μπόττα ὡς τὸ γό- νατο, ποὺ μασοῦσαν τσίχλα μὲ ἀπαρά- μιλλη αὐτοπεποίθηση. Ἧ σαν ἀκόμα σπουδαῖοι νοικοκυραῖοι ἀπὸ τὸ Μαρα- θῶνα καὶ νέοι μὲ μπλοῦ-τζὴνς καὶ μπουφάν, ποὺ μιλοῦσαν δυνατὰ καὶ γε- λοῦσαν ἀκόμη δυνατότερα. Στὴ θέα τῆς τσιγγάνας ξέχασαν τοὺς καυγᾶδες καὶ τὰ κρυφοσπρωξίμα- τα, καὶ θυμηδία λυτρωτικὴ ξεχύθηκε στὸ φιλοθεᾶμον κοινόν. Οἱ γελαστικὲς ματιὲς καὶ τὰ εἰρωνικὰ κοφτὰ μειδιά- ματα ἔγιναν διασταυρούμενα πυρά, ποὺ μετέβαλαν τὸ λεωφορεῖο σὲ πυροτέ- χνημα ἀγαλλίασης καὶ τοὺς μέχρι πρὸ ὀλίγου ξένους καὶ ἀνταγωνιζόμενους συνταξιδιῶτες σὲ ἕνα ἑνιαῖο καὶ ἁρμο- νικὸ σύνολο. Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε. Ἢ τσιγγάνα ὡστόσο, μὲ τὸ πρόσω- πο πέτρινο θαρρεῖς, ἀγέρωχη καὶ μα- κρυνή, ἔμενε παντελῶς ἀδιάφορη. Ξέ-
← καθαρισμένο κείμενο