ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

109ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1991

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 6289
Φύλλο στό PDF
48 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το "δύο" ως το φαινόμενο του πλήθους — ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ, ΗΛΙΑΣ
    ἀρχή: σελ. 6289 · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 109

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Η.Λ. ΤΣΑΊΤΣΟΜΟΙΡΟΣ Τὸ «νο ὡς φαινόμενο τοῦ πλήθους ἝΑγνωστη στὴν κοσμολογία ἡ γέννησή του ἀπὸ τὸ «ΕΝ» Τὸ Α (Ξ 1) καὶ τὸ Β (- 2) τοῦ ᾿Ἑλληνικοῦ ᾽Αλϕαβήτου Ι. ᾿Αφορμὴ γιὰ τὴν κατάθεσι σκέψεων ἐπὶ τοῦ ἐν ἐπικεφαλίδι θέματος ἀπετέ- λεσαν δύο σημαντικὰ γιὰ τὴν προσφορά τους σὲ προβληματισμοὺς ἄρθρα τοῦ «Δαυλοῦ»: (α) τοῦ κ. Σ.Γ.Γ. Παναγιωτάτου «Περὶ Εἰρήνης» καὶ (β) τοῦ κ. Γ.Κ. Παππᾶ μὲ τίτλο «Τὸ παράδοξον τοῦ Δυαδισμοῦ ἐμπόδιο γιὰ τὴν γνώση τοῦ κό- σµου». Τὸ κοινὸ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ τῶν δύο ἄρθρων εἶναι ὁ Ἡράκλειτος, τὸν ὁποῖο «ἐπισκέπτονταυ καὶ οἱ δύο συγγραφεῖς γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ θέµατός των. 2. ἔρευνα τοῦ «ΕΝΟΣ» ὡς τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων, κατὰ τὴν γνώμη µου, ξεκι- νᾶ εἰς χρόνον ἄγνωστον ἀλλὰ ἓν πάση περιπτώσει περνᾶ πίσω ἀπὸ τοὺς κλασσι- κοὺς χρόνους. 'Ο ᾿Αριστοτέλης [«Μετὰ τὰ φυσικὰ» 984 Ὁ 27] ξεκινῶντας µία σύ- ντοµη ἐξέτασι τῶν πρὸ αὐτοῦ ἐρευνητῶν τῆς γενέσεως τοῦ κόσμου λέγει: «Θὰ ἦ- δύνατο κανεὶς νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι πρῶτος ὁ ᾿ Ησίοδος ἐζήτησε τοιαύτην τινὰ ἀρ- χήν». Συνεχίζει δὲ λέγοντας: «Ησίοδος δέ, “πάντων μὲν πρώτιστα χάος γένετ᾽ αὐτὰρ ἔπειτα γαῖ᾽ εὐρύστερνος, ἠδ᾽ ἔρος ὃς πάντεσσι μετατρέπει ἀθανάτοισιν’». "Ἑρμηνεύοντας δὲ μερικὰ τῶν ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, θεωρεῖ τὸν ἔρωτα ἢ τὴν ἐπιθυ- μία ὡς τοιαύτην ἀρχήν... ὡς ἐὰν ὑπῆρχε στὰ ὄντα μία αἰτία, κινοῦσα καὶ συνδέ- ουσα τὰ πράγματα [«ὡς δέον ἐν τοῖς οὖσιν ὑπάρχειν τιν᾽ αἰτίαν ἥτις κινήσει καὶ συνάξει τὰ πράγματα» ]}. Θὰ σταθῶ ἐπ᾽ ὀλίγον ἐδῶ: (α) διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ συνοπτικὴ ἀναφορὰ τοῦ ᾿Α- ριστοτέλους στὰ ὑπὸ τῆς Θεογονίας ἀναφερόμενα ὡς τὴν ἀρχὴν τῆς ὀντογενέ- σεως ὄχι μόνον ἀνεπαρκέστατη ήταν, ἀλλὰ καὶ ἀνερμήνευτα τὰ πλέον σπουδαῖα ἐκ τῶν ἐντὸς τῶν εἰσαγωγικῶν ἄφησε. Οὐδόλως π.χ. τὸν ἀπησχόλησε ἡ φράσι ὅ- τι «πάντων μὲν πρώτιστα Χάος γένετ᾽». Μᾶς ἀφήνει μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι: πρώτη ἀρχὴ ὁ Ἔρος. Οὔτε ἐπίσης τὸν ἀπησχόλησε ἡ ἔννοια τῆς Γαίας, τῆς «εὐρυστέρ- νου ἢ εὐρυκόλπου», ἥτις «πρῶτον μὲν ἐγείνατο ἴσον ἑαυτῇ οὐρανὸν ἀστερό- ενθ᾽», ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ἐξίσωσι Γαῖα Ξ Κόσμος δίδει μίαν ἄλλη διάστασι στὴν θέσι τῶν «παμπαλαίων» κοσμολόγων τῆς «Θεογονίας», θέσι τὴν ὁποία, ὅπως θὰ δοῦμε, ἐπαναλαμβάνουν οἱ σύγχρονοι κοσμολόγοι. Τὴν θέσι δὲ αὐτὴν δίδαξαν στὸν ᾿ Ησίοδο οἱ ᾿Ολυμπιάδες Μοῦσες, ὅταν εὑρίσκετο στὸν ᾿Ελικῶνα: «Τόνδε δὲ πρώτιστα θεαὶ πρὸς μῦθον ἔειπον» (Θεογ., στίχ. 22. 24)]. Οὔτε τέλος ὁ Ἔρος (ὁ ὁποῖος «πάντεσσι μετατρέπει ἀθανάτοισιν», ποὺ σημαίνει ὅτι: τὰ πάντα κατὰ τὸν ἁρμόζοντα ἑκάστοτε στὰ πράγματα τρόπο σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου καθι- στᾶ ἀθάνατα) εἶναι ἡ πρώτη ἀρχή, ἐφ᾽ ὅσον προηγοῦνται αὐτοῦ τὸ Χάος καὶ ἡ Γαῖα. Σημειώνω, ὅτι ὁ ἀναφερόμενος ὑπὸ τοῦ ᾿Αριστοτέλους στίχος εἶναι διά- φορος τῶν θεωρουμένων σήμερον ὡς ὀρθῶν (στίχοι 120, 121, 123). Θεωρῦ δέ, ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ στίχου, ὅπως αὐτὴν ὁ ᾿Αριστοτέλης ἐγνώριζε, εἶναι πλησιέστερη πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ὑπολοίπων στίχων τῶν σχετικῶν μὲ τὴν κοσμογένεσι. 3. Γιὰ τοὺς ἄγνωστους, λοιπόν, σοφοὺς τῶν «παμπαλαίων χρόνων ...καὶ πολὺ
← καθαρισμένο κείμενο