ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
109ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1991
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το "δύο" ως το φαινόμενο του πλήθους — ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ, ΗΛΙΑΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η.Λ. ΤΣΑΊΤΣΟΜΟΙΡΟΣ
Τὸ «νο ὡς φαινόμενο τοῦ πλήθους
ἝΑγνωστη στὴν κοσμολογία ἡ γέννησή του ἀπὸ τὸ «ΕΝ»
Τὸ Α (Ξ 1) καὶ τὸ Β (- 2) τοῦ ᾿Ἑλληνικοῦ ᾽Αλϕαβήτου
Ι. ᾿Αφορμὴ γιὰ τὴν κατάθεσι σκέψεων ἐπὶ τοῦ ἐν ἐπικεφαλίδι θέματος ἀπετέ-
λεσαν δύο σημαντικὰ γιὰ τὴν προσφορά τους σὲ προβληματισμοὺς ἄρθρα τοῦ
«Δαυλοῦ»: (α) τοῦ κ. Σ.Γ.Γ. Παναγιωτάτου «Περὶ Εἰρήνης» καὶ (β) τοῦ κ. Γ.Κ.
Παππᾶ μὲ τίτλο «Τὸ παράδοξον τοῦ Δυαδισμοῦ ἐμπόδιο γιὰ τὴν γνώση τοῦ κό-
σµου». Τὸ κοινὸ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ τῶν δύο ἄρθρων εἶναι ὁ Ἡράκλειτος, τὸν
ὁποῖο «ἐπισκέπτονταυ καὶ οἱ δύο συγγραφεῖς γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ θέµατός των.
2. ἔρευνα τοῦ «ΕΝΟΣ» ὡς τῆς ἀρχῆς τῶν ὄντων, κατὰ τὴν γνώμη µου, ξεκι-
νᾶ εἰς χρόνον ἄγνωστον ἀλλὰ ἓν πάση περιπτώσει περνᾶ πίσω ἀπὸ τοὺς κλασσι-
κοὺς χρόνους. 'Ο ᾿Αριστοτέλης [«Μετὰ τὰ φυσικὰ» 984 Ὁ 27] ξεκινῶντας µία σύ-
ντοµη ἐξέτασι τῶν πρὸ αὐτοῦ ἐρευνητῶν τῆς γενέσεως τοῦ κόσμου λέγει: «Θὰ ἦ-
δύνατο κανεὶς νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι πρῶτος ὁ ᾿ Ησίοδος ἐζήτησε τοιαύτην τινὰ ἀρ-
χήν». Συνεχίζει δὲ λέγοντας: «Ησίοδος δέ, “πάντων μὲν πρώτιστα χάος γένετ᾽
αὐτὰρ ἔπειτα γαῖ᾽ εὐρύστερνος, ἠδ᾽ ἔρος ὃς πάντεσσι μετατρέπει ἀθανάτοισιν’».
"Ἑρμηνεύοντας δὲ μερικὰ τῶν ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, θεωρεῖ τὸν ἔρωτα ἢ τὴν ἐπιθυ-
μία ὡς τοιαύτην ἀρχήν... ὡς ἐὰν ὑπῆρχε στὰ ὄντα μία αἰτία, κινοῦσα καὶ συνδέ-
ουσα τὰ πράγματα [«ὡς δέον ἐν τοῖς οὖσιν ὑπάρχειν τιν᾽ αἰτίαν ἥτις κινήσει καὶ
συνάξει τὰ πράγματα» ]}.
Θὰ σταθῶ ἐπ᾽ ὀλίγον ἐδῶ: (α) διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ συνοπτικὴ ἀναφορὰ τοῦ ᾿Α-
ριστοτέλους στὰ ὑπὸ τῆς Θεογονίας ἀναφερόμενα ὡς τὴν ἀρχὴν τῆς ὀντογενέ-
σεως ὄχι μόνον ἀνεπαρκέστατη ήταν, ἀλλὰ καὶ ἀνερμήνευτα τὰ πλέον σπουδαῖα
ἐκ τῶν ἐντὸς τῶν εἰσαγωγικῶν ἄφησε. Οὐδόλως π.χ. τὸν ἀπησχόλησε ἡ φράσι ὅ-
τι «πάντων μὲν πρώτιστα Χάος γένετ᾽». Μᾶς ἀφήνει μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι: πρώτη
ἀρχὴ ὁ Ἔρος. Οὔτε ἐπίσης τὸν ἀπησχόλησε ἡ ἔννοια τῆς Γαίας, τῆς «εὐρυστέρ-
νου ἢ εὐρυκόλπου», ἥτις «πρῶτον μὲν ἐγείνατο ἴσον ἑαυτῇ οὐρανὸν ἀστερό-
ενθ᾽», ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ἐξίσωσι Γαῖα Ξ Κόσμος δίδει μίαν ἄλλη διάστασι στὴν
θέσι τῶν «παμπαλαίων» κοσμολόγων τῆς «Θεογονίας», θέσι τὴν ὁποία, ὅπως θὰ
δοῦμε, ἐπαναλαμβάνουν οἱ σύγχρονοι κοσμολόγοι. Τὴν θέσι δὲ αὐτὴν δίδαξαν
στὸν ᾿ Ησίοδο οἱ ᾿Ολυμπιάδες Μοῦσες, ὅταν εὑρίσκετο στὸν ᾿Ελικῶνα: «Τόνδε
δὲ πρώτιστα θεαὶ πρὸς μῦθον ἔειπον» (Θεογ., στίχ. 22. 24)]. Οὔτε τέλος ὁ Ἔρος
(ὁ ὁποῖος «πάντεσσι μετατρέπει ἀθανάτοισιν», ποὺ σημαίνει ὅτι: τὰ πάντα κατὰ
τὸν ἁρμόζοντα ἑκάστοτε στὰ πράγματα τρόπο σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου καθι-
στᾶ ἀθάνατα) εἶναι ἡ πρώτη ἀρχή, ἐφ᾽ ὅσον προηγοῦνται αὐτοῦ τὸ Χάος καὶ ἡ
Γαῖα. Σημειώνω, ὅτι ὁ ἀναφερόμενος ὑπὸ τοῦ ᾿Αριστοτέλους στίχος εἶναι διά-
φορος τῶν θεωρουμένων σήμερον ὡς ὀρθῶν (στίχοι 120, 121, 123). Θεωρῦ δέ, ὅτι
ἡ μορφὴ τοῦ στίχου, ὅπως αὐτὴν ὁ ᾿Αριστοτέλης ἐγνώριζε, εἶναι πλησιέστερη
πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν ὑπολοίπων στίχων τῶν σχετικῶν μὲ τὴν κοσμογένεσι.
3. Γιὰ τοὺς ἄγνωστους, λοιπόν, σοφοὺς τῶν «παμπαλαίων χρόνων ...καὶ πολὺ