ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

113ΜΑΙΟΣ 1991

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 6558 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
61 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Αλληλοκατασκόπευση — ΛΑΜΠΡΟΣ, ΠΑΥΛΟΣ
    ἀρχή: σελ. 6558 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 113

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ο ΤΟΥ «Δ» ᾿Απὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μὲ κάλεσε ὁ συμβο- λαιογράφος, ὁ ἀξιοσέβαστος Κ.Π., ἄρχισε νὰ μὲ κυριεύει μιὰ ἀτμόσφαιρα ἐπιβλητικό- τητας καὶ περισπούδαστου κύρους, μιὰ ἀ- χλὺς ἐπισημότητας, ποὺ κορυφώθηκε ὅταν, μπαίνοντας στὸ γραφεῖο του, τὰ ρουθούνια μου τ᾿ ἁπάλυνε ἐκείνη ἡ μυρουδιὰ τῶν ἀ- ντικῶν, τῶν παλιῶν ἔπιπλων τῆς καρυδιᾶς, πού πρὶν προλάβει νὰ γεράσει τὴν κομμά- τιασαν, τὴν πρεσσάρισαν καὶ τὴ στήσανε σὰν ἕνα σπαστικὸ βρυκόλακα, ἀνήμπορο, ἐ- ξυπηρετικό, πάντα ὑποταγμένο καὶ μὲ γυρ- τὸ κεφάλι, πού᾽ γινε στὸ τέλος πλάκα ἀπὸ τὰ χρόνια. 'Ο συμβολαιογράφος, ὁ ἐπιφανέστατος Κ.Π., πέταξε στὸ τεράστιο του γραφεῖο τὸ φάκελλο ποὺ τοῦ᾽ χε φέρει ἡ δακτυλογρά- φος τοὺ κι ἀκούμπησε καὶ τοὺς ἀγκῶνες του ἐπάνω, λὲς κι ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευτεῖ ὅ- σο μποροῦσε περισσότερο τ᾽ ἀνοικονόμη- το πλάτος αὐτῆς τῆς λείας, καλογυαλισμέ- νης καρυδιᾶς, ποὺ τὸν ὑπονόμευε τόσα χρό- νια. Μὲ κύτταζε πάνω ἀπ᾽ τὰ µισά, πρεσβυ- ωπικὰ γυαλιά του, κι ἐν ὅσῳ οἱ ματιές μας συναντιώντουσαν, μονάχα γιὰ ἕνα πρᾶγμα ἤμουν ἀπόλυτα σίγουρος: πὼς ἦταν ἀδύνα- το νὰ μαντέψει τὴ σκέψη μου ἐκείνης τῆς στιγμῆς, ποὺ μείωνε σημαντικὰ τὸ κῦρος του καὶ ποὺ δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀκό- λουθη: «Γιὰ νὰ γίνεις συμβολαιογράφος, πρέπει νά᾿χεις βγάλει τὴ Νομική. “Ωραῖα, ἂν βγάζοντας τὴ Νομικὴ καταπιαστεῖς μὲ τὴ δικηγορία, ὑπάρχει πιθανότητα κάπως ν᾽ ἀκουστεῖς, μά... συμβολαιογράφο, μέγα καὶ τρανό, ἔχει ἀκούσει κανεὶς ποτέ; "Οχι, γιατί αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα μοιάζει λίγο σὰν τὴν καταστιχογράφηση». Κι ἀμέσως ἴσιωσα τὴν καμπουριασµένη μου ράχη καὶ ἀτένισα αὐτὴν τὴν ἐκπροσώ- πηση τῆς ἄκρας ἐπισημότητας σὰν ἴσος πρὸς ἴσον. Ὁ ἐντιμότατος Κ.Π. μοῦ ἀνταπέδωσε τὸ βλέμμα, πασπαλίζοντάς το μὲ ἀρκετὴ δόση ἀπορίας γι᾿ αὐτὴν τὴν ἀπροσδόκητη ἄντε- πίθεσή μου, καὶ ἄρχισε ἀμέσως, σὰν ἕνα εἶδος ἀπολογίας, νὰ μοῦ διαβάζει ἕνα ἔγ- γραφο, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὴ διαθήκη ΠΑΥΛΟΣ ΛΑΜΠΡΟΣ ᾿Αλληλοκατασκόπευση ἑνός πάμφτωχου γερούλη ποὺ πέθανε μόνος κι ἐγκαταλειμμένος στὸ νοικιασµένο κα- µαράκι τῆς αὐλῆς τοῦ τριόροφου, ἐτοιμόρ- ροπου σπιτιοῦ, ὅπου στεγαζόταν καὶ ἡ τα- πεινὴ ἀφεντιά µου καὶ ποὺ ἔλεγε, αὐτὴ ἡ διαθήκη τοῦ ταλαίπωρου, πὼς μοῦ ἄφηνε τ᾽ ὁλοστρόγγυλο ποσὸ τῶν ἑξακοσίων ἕ- κατομμυρίων, ποὺ ἦσαν κατατεθειµένα στὴν τάδε Τράπεζα --καὶ ὁ συμβολαιογρά- φος, ὁ καθ᾽ ὅλα ἀξιοσέβαστος Κ.Π., μοῦ ᾱ- νέµισε ἀπὸ μακρυὰ ἕνα μπλὲ βιβλιαράκι, λὲς καὶ ἦταν δυνατὸν ποτὲ νὰ μπορέσω ἐγὼ νὰ διακρίνω, ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀπόσταση, τὸν ἀριθμὸ ἕξι μὲ τὴ συµπαθέστατη τοὺ ἀκο- µπανία, ἐκεῖνα τὰ ὁλοστρόγγυλα ὀχτὼ μη- δενικά. «Μὰ ὁ γερο-Μιαούλης», ἄρχισα νὰ λέω ἐγὼ ἐννοώντας πάντα αὐτὸν τὸν ρακένδυτο γέρο, ποὺ τὸν βγάλαμε ἔτσι ἐπειδὴ ἡ δια- μαρτυρία του γιὰ τὴν θεονηστικοµάρα του ἔμοιαζε σὰν τὸ νιαούρισµα τῶν ψωραλέων ψοφογάτων, «ὁ γερο-Μιαούλης δὲν εἶχε νὰ πληρώσει οὔτε γιὰ τὸ ρεῦμα, οὔτε γιὰ νερό. Δὲν εἶχε φῶς, πλενόταν στὴ βρύση τῆς αὖὐ- λῆς κι ἐρχόταν σὲ μᾶς πρωί, μεσημέρι, βρά- δυ, γιὰ ἕνα πιάτο φακὲς --- καλά, γιὰ λίγο γάλα, τὸ πρωΐ». "Ο ἐπιφανέστατος κ. Π. ἀνασήκωσε τὰ βοστρυχώδη, κατάµαυρα, πυκνά του φρύ- δια, πού΄᾽ µοιαζαν σὰν καμπυλωμένα κερα- µίδια στέγης καὶ ποὺ φαίνονταν ἔτσι πῶς ἐ- πισφράγιζαν μιὰ ἐτυμηγορία ποὺ δὲν ἔπι- δεχόταν τὴν παραμικρότερη κὰν ἀμφισβή- τηση. Στὸ δρόµο, στὸ σπίτι, στὸ γραφεῖο, στὸ κρεββάτι, ἀναμάσαγα συνέχεια τὰ λόγια τὰ ἐπίσημα, τὰ δηµόσια, αὐτοῦ τοῦ τραντα- χτοῦ συμβολαιογράφου, τοῦ κ. Π., ποὺ μ᾽ ἔ- καναν ἐπιτέλους ὄχι ἁπλῶς πλούσιο ἀλλὰ ζάμπλουτο, τσιµπώντας κάθε τόσο τὸ µπρά- τσο µου, νὰ δῶ ἂν εἶμαι ξύπνιος, ἂν δὲν μοῦ παίζουνε κανένα κακόγουστο παιχνίδι οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ κυρ-Μιαούληδες ὅλου τοῦ κόσμου. «Μὰ πῶς ἦταν δυνατό; Αὐτὸς δανειζό- ταν συνεχῶς ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ δανει- ζόμασταν διαρκῶς, ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ παρὰ ἀ- πὸ τὴν ἴδια τὴν ᾿Εφορία, ἀναβάλλοντας
← καθαρισμένο κείμενο