ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
113ΜΑΙΟΣ 1991
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Αλληλοκατασκόπευση — ΛΑΜΠΡΟΣ, ΠΑΥΛΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ο ΤΟΥ «Δ»
᾿Απὸ τὴ στιγμὴ ποὺ μὲ κάλεσε ὁ συμβο-
λαιογράφος, ὁ ἀξιοσέβαστος Κ.Π., ἄρχισε
νὰ μὲ κυριεύει μιὰ ἀτμόσφαιρα ἐπιβλητικό-
τητας καὶ περισπούδαστου κύρους, μιὰ ἀ-
χλὺς ἐπισημότητας, ποὺ κορυφώθηκε ὅταν,
μπαίνοντας στὸ γραφεῖο του, τὰ ρουθούνια
μου τ᾿ ἁπάλυνε ἐκείνη ἡ μυρουδιὰ τῶν ἀ-
ντικῶν, τῶν παλιῶν ἔπιπλων τῆς καρυδιᾶς,
πού πρὶν προλάβει νὰ γεράσει τὴν κομμά-
τιασαν, τὴν πρεσσάρισαν καὶ τὴ στήσανε
σὰν ἕνα σπαστικὸ βρυκόλακα, ἀνήμπορο, ἐ-
ξυπηρετικό, πάντα ὑποταγμένο καὶ μὲ γυρ-
τὸ κεφάλι, πού᾽ γινε στὸ τέλος πλάκα ἀπὸ
τὰ χρόνια.
'Ο συμβολαιογράφος, ὁ ἐπιφανέστατος
Κ.Π., πέταξε στὸ τεράστιο του γραφεῖο τὸ
φάκελλο ποὺ τοῦ᾽ χε φέρει ἡ δακτυλογρά-
φος τοὺ κι ἀκούμπησε καὶ τοὺς ἀγκῶνες
του ἐπάνω, λὲς κι ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευτεῖ ὅ-
σο μποροῦσε περισσότερο τ᾽ ἀνοικονόμη-
το πλάτος αὐτῆς τῆς λείας, καλογυαλισμέ-
νης καρυδιᾶς, ποὺ τὸν ὑπονόμευε τόσα χρό-
νια.
Μὲ κύτταζε πάνω ἀπ᾽ τὰ µισά, πρεσβυ-
ωπικὰ γυαλιά του, κι ἐν ὅσῳ οἱ ματιές μας
συναντιώντουσαν, μονάχα γιὰ ἕνα πρᾶγμα
ἤμουν ἀπόλυτα σίγουρος: πὼς ἦταν ἀδύνα-
το νὰ μαντέψει τὴ σκέψη μου ἐκείνης τῆς
στιγμῆς, ποὺ μείωνε σημαντικὰ τὸ κῦρος
του καὶ ποὺ δὲν ἦταν ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀκό-
λουθη: «Γιὰ νὰ γίνεις συμβολαιογράφος,
πρέπει νά᾿χεις βγάλει τὴ Νομική. “Ωραῖα,
ἂν βγάζοντας τὴ Νομικὴ καταπιαστεῖς μὲ
τὴ δικηγορία, ὑπάρχει πιθανότητα κάπως
ν᾽ ἀκουστεῖς, μά... συμβολαιογράφο, μέγα
καὶ τρανό, ἔχει ἀκούσει κανεὶς ποτέ; "Οχι,
γιατί αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα μοιάζει λίγο σὰν
τὴν καταστιχογράφηση».
Κι ἀμέσως ἴσιωσα τὴν καμπουριασµένη
μου ράχη καὶ ἀτένισα αὐτὴν τὴν ἐκπροσώ-
πηση τῆς ἄκρας ἐπισημότητας σὰν ἴσος
πρὸς ἴσον.
Ὁ ἐντιμότατος Κ.Π. μοῦ ἀνταπέδωσε τὸ
βλέμμα, πασπαλίζοντάς το μὲ ἀρκετὴ δόση
ἀπορίας γι᾿ αὐτὴν τὴν ἀπροσδόκητη ἄντε-
πίθεσή μου, καὶ ἄρχισε ἀμέσως, σὰν ἕνα
εἶδος ἀπολογίας, νὰ μοῦ διαβάζει ἕνα ἔγ-
γραφο, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὴ διαθήκη
ΠΑΥΛΟΣ ΛΑΜΠΡΟΣ
᾿Αλληλοκατασκόπευση
ἑνός πάμφτωχου γερούλη ποὺ πέθανε μόνος
κι ἐγκαταλειμμένος στὸ νοικιασµένο κα-
µαράκι τῆς αὐλῆς τοῦ τριόροφου, ἐτοιμόρ-
ροπου σπιτιοῦ, ὅπου στεγαζόταν καὶ ἡ τα-
πεινὴ ἀφεντιά µου καὶ ποὺ ἔλεγε, αὐτὴ ἡ
διαθήκη τοῦ ταλαίπωρου, πὼς μοῦ ἄφηνε
τ᾽ ὁλοστρόγγυλο ποσὸ τῶν ἑξακοσίων ἕ-
κατομμυρίων, ποὺ ἦσαν κατατεθειµένα
στὴν τάδε Τράπεζα --καὶ ὁ συμβολαιογρά-
φος, ὁ καθ᾽ ὅλα ἀξιοσέβαστος Κ.Π., μοῦ ᾱ-
νέµισε ἀπὸ μακρυὰ ἕνα μπλὲ βιβλιαράκι,
λὲς καὶ ἦταν δυνατὸν ποτὲ νὰ μπορέσω ἐγὼ
νὰ διακρίνω, ἀπὸ μιὰ τέτοια ἀπόσταση, τὸν
ἀριθμὸ ἕξι μὲ τὴ συµπαθέστατη τοὺ ἀκο-
µπανία, ἐκεῖνα τὰ ὁλοστρόγγυλα ὀχτὼ μη-
δενικά.
«Μὰ ὁ γερο-Μιαούλης», ἄρχισα νὰ λέω
ἐγὼ ἐννοώντας πάντα αὐτὸν τὸν ρακένδυτο
γέρο, ποὺ τὸν βγάλαμε ἔτσι ἐπειδὴ ἡ δια-
μαρτυρία του γιὰ τὴν θεονηστικοµάρα του
ἔμοιαζε σὰν τὸ νιαούρισµα τῶν ψωραλέων
ψοφογάτων, «ὁ γερο-Μιαούλης δὲν εἶχε νὰ
πληρώσει οὔτε γιὰ τὸ ρεῦμα, οὔτε γιὰ νερό.
Δὲν εἶχε φῶς, πλενόταν στὴ βρύση τῆς αὖὐ-
λῆς κι ἐρχόταν σὲ μᾶς πρωί, μεσημέρι, βρά-
δυ, γιὰ ἕνα πιάτο φακὲς --- καλά, γιὰ λίγο
γάλα, τὸ πρωΐ».
"Ο ἐπιφανέστατος κ. Π. ἀνασήκωσε τὰ
βοστρυχώδη, κατάµαυρα, πυκνά του φρύ-
δια, πού΄᾽ µοιαζαν σὰν καμπυλωμένα κερα-
µίδια στέγης καὶ ποὺ φαίνονταν ἔτσι πῶς ἐ-
πισφράγιζαν μιὰ ἐτυμηγορία ποὺ δὲν ἔπι-
δεχόταν τὴν παραμικρότερη κὰν ἀμφισβή-
τηση.
Στὸ δρόµο, στὸ σπίτι, στὸ γραφεῖο, στὸ
κρεββάτι, ἀναμάσαγα συνέχεια τὰ λόγια τὰ
ἐπίσημα, τὰ δηµόσια, αὐτοῦ τοῦ τραντα-
χτοῦ συμβολαιογράφου, τοῦ κ. Π., ποὺ μ᾽ ἔ-
καναν ἐπιτέλους ὄχι ἁπλῶς πλούσιο ἀλλὰ
ζάμπλουτο, τσιµπώντας κάθε τόσο τὸ µπρά-
τσο µου, νὰ δῶ ἂν εἶμαι ξύπνιος, ἂν δὲν μοῦ
παίζουνε κανένα κακόγουστο παιχνίδι οἱ
συμβολαιογράφοι καὶ οἱ κυρ-Μιαούληδες
ὅλου τοῦ κόσμου.
«Μὰ πῶς ἦταν δυνατό; Αὐτὸς δανειζό-
ταν συνεχῶς ἀπὸ ἐμᾶς, ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ δανει-
ζόμασταν διαρκῶς, ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ παρὰ ἀ-
πὸ τὴν ἴδια τὴν ᾿Εφορία, ἀναβάλλοντας