ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
131ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1992
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Προς Γαλιλαίους — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΩΙ ΑΑΛΡΟΝ/ΜΑ
Πρὸς Γαλιλαίους
Μὲ εἶχαν διδάξει νὰ σὲ καταφρονῶ. Πάσχισαν νὰ μὲ κάνουν νὰ σὲ µισήσω.
μὰ ἐγὼ σ᾽ ἀγάπησα. Καὶ πόνεσα ὅσο τίποτα τὸ ντελικᾶτο ἑξάχρονο ἀγορᾶκι. τὸ
ὀρφανὸ ἀπὸ μητέρα, ποὺ µέσα στὴν ἄγρια νύχτα εἶδε τοὺς Γαλιλαίους τοῦ χρι-
στιανοῦ Κωνστάντιου νᾶ σφάζουν τὸν πατέρα του, τὸν πρωτότοκο ἀδερφό του κι
ἑφτὰ ἕαδέρφια του. «Ὅλοι οἱ αὐτοκράτορες μετὰ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο ὑπῆρξαν
χριστιανοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ᾿Ιουλιανὸ τὸν Παραβάτη ποὺ θέλησε νὰ ἐπαναφέρει
τὴν εἰδωλολατρεία», παπαγάλισα κάποτε στὸ σχολεῖο καὶ πῆρα ἄριστα. Σφαγὴ
χωρὶς μαχαίρι. Οχι ἀπὸ ΄Ἓλληνες φυσικά. ᾿Αλλ᾽ ἀπὸ τὰ ρετάλια καὶ τὰ ὁμοι-
ώματα ἐκείνων, ποὺ ἀφοῦ πρῶτα πῆραν ἀπὸ τὴν πατρίδα µου ὅ,τι τοὺς γυάλισε,
ὅ,τι τοὺς χρειαζόταν καὶ δὲν εἶχαν, μετὰ τὴ ρήμαξαν. Τοὺς βαρύνουν ἐγκλήματα
ποὺ ἀποτελοῦν βλασφημία κατᾶ τοῦ πνεύματος καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπόλογοι
στὸ δικαστήριο τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα
«γιατί στὴν ᾿Αρχαία ᾿Ολυμπία τὰ ἔκαναν γυαλιὰ-καρφιά, ἐνῶ ἄφησαν ἄθικτο τὸ
Κολοσσαῖο», ἐτοῦτος ὁ τόπος θ᾽ ἀρχίσει νὰ ξεστραβώνεται. ᾿Ο Χριστὸς τῶν
Εὐαγγελίων εἶναι προσωπικότητα στὸ ἔπακρο γοητευτική καὶ ἀξιολάτρευτη. Τὸ
γεγονὸς ὅμως ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς καμμιὰ σχέση δὲν ἔχει μαζί του, σηµαίνει
πὼς κάτι σάπιο ὑπάρχει στὸ βασίλειο τῆς Δανιμαρκίας, ποὺ πρέπει να τὸ βροῦ-
µε, Τὸ φέσι ποὺ μᾶς φόρεσε ὁ Μωάμεθ μὲ τὰ κατακάθια τοῦ Μεσαίώνα, κατέβη-
κε χαμηλὰ στὰ μάτια καὶ ῥωλοδέρνουμε σκουντουφλῶντας. ᾿Αλλὰ μὴν τὸ παρα-
ξηλώνετε, πατριῶτες. Μὴν ἐπικαλεῖσθε τοὺς προγόνους µου -- τοὺς «εἴδωλολά-
τρες», ποὺ ρίξατε εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον --, ὅταν θέλετε νὰ δείξετε πρόσωπο,
ὅταν σᾶς πιάνουν τὰ σφιξίµατα καὶ τρῶτε ἀπανωτᾶ τὶς καρπαξδιές. ᾿Επικαλεσθῆ-
τε τοὺς προπάτορές σας, τὶς προσωπικότητες τῆς ζωοτρόφου Γῆς Χαναάν.
Παιδὶ παντέρµο, «παιδὶ μὲ τὸ γρατζουνισµένο γόνατο, ἀδερφάκι τοῦ σύννε-
Φου», ἐξόριστο στὴν ὀρεινὴ Καππαδοκία. ᾿Ὑψώνω µαζί σου τὰ μάτια πρὸς τὸν
οὐρανό, ρωτώντας τ᾽ ἀστέρια μὲ τ᾽ ἀναπάντητα «γιατί». Κρατῶ τὰ μικρὰ χέρια
σου. γιὰ νὰ τὰ ζεστάνεις στὸν ήλιο. Γύρω σου µόνο κατάσκοποι καὶ δάσκαλός
σου ὁ καταδότης ἐπίσκοπος Γεώργιος, ποὺ ἡ ποταπὴ φύση του κρίνει τὴ θρη-
σκευτικὴ ἐκλογή σου. Πρῶτο φῶς ὁ Μαρδόνιος, ἄλλοτε παιδαγωγὸς τῆς µητέ-
ρας σου. Σοῦ μιλάει γιὰ κείνη, γιὰ τὸν Ὅμηρο, γιὰ τὸν ΄ Ησίοδο. Μαζί του ξε-
χνᾶς καὶ ταξιδεύεις σὲ κόσμους ἄλλους. ὅπου λάμπουν ἀξίες αἰσθητικές, ἠθικές,
θρησκευτικές. Μὰ καθὼς σὲ παίρνουν µακριά του γιὰ «τὸ φρούριο τῆς λήθης»,
σπαράζεις.
᾿Απὸ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα ἔρχομαι στὸ Μεδιόλανο καὶ σοῦ ψιθυρίζω «κουρά-
γιο». Μιὰ ἄλλη γυναίκα, ἡ αὐγούστα Εὐσεβία, τὰ καταφέρνει νὰ φύγεις γιὰ τὴν
᾿Αθήνα µέσα σὲ παραλήρημα χαρᾶς. Μ᾿ ἀφοῦ περάσουν τρεῖς μῆνες µέσα στὸ
φῶς τῆς ἑλληνικῆς σοφίας, σὲ παίρνουν καὶ πάλι γιὰ τὸ Μεδιόλανο, γιὰ νὰ ζή-
σεις ἀνάμεσα στοὺς δολοφόνους. Καθὼς τὸ πλοῖο ἀφήνει τὸν Πειραιᾶ, ὑψώνεις
τὰ χέρια πρὸς τὴν ᾿Ακρόπολη «μέσα σὲ πηγὲς δακρύων». Στὴν τόση εὐαισθησία
σου, τὴν ἀνασφάλεια, τὴν ἀτέρμονη μοναξιά σου ποιές μυστικὲς ἀντιστάσεις
γέννησαν τὴ χαλύβδινη θέληση, ποὺ ἔγραψε τὴ φλογισμένη τροχιὰ τῆς τόσο σύ-
ντοµης, ἀλίμονο, ζωῆς σου! Κι ὅταν φεύγοντας τὸ θάνατο, πάλι χάρις στὴν Εὺ-
σεβία, βρίσκεσαι καίσαρας στὴ Γαλατία «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγήν», πῶς µπό-
ρεσες νὰ πραγµατώσεις τοὺς ἄθλους σου ἀνάμεσα στοὺς σπιούνους καὶ τοὺς
προδότες. ὅταν κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ βάρβαροι ἐνεργοῦσαν μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ
--ν»