ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

132ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1992

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7651
Φύλλο στό PDF
50 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Χριστουγεννιάτικο παραμύθι — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 7651 · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 132

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

μπα Ὁ λ ονλι 4 Χριστουγεννιάτικο παραμύθι ΄Ο Μωσέ, ὁ βοσκός, ἀγρυπνοῦσε πάνω στὴν πλαγιά. Τὸν τελευταῖο καιρὸ εἰ- χαν φανεῖ ἀγρίμια καὶ κλέφτες. Γέμισε πιὰ ἐτοῦτος ὁ τόπος ἅρπαγες. Ρημαδιὸ ἡ γῆ σου, ᾿Ισραήλ’ ξέφραγο ἀμπέλι ὁ λαός σου κι ὁ βασιλιᾶς σου χάρτινος, νὰ τὰ κάνει πλακάκια μὲ τοὺς ὀχτρούς σου. Εὐλογημένος ὁ ᾿Ερχόμενος, ποὺ θὰ πατή- σει ἀπάνω τους καὶ θὰ τοὺς λυώσει σὰ σιχαμερὰ σκουλήκια. ᾿Εμμανουήλ! Μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός! Μόνο μὴν ἀργεῖς, Κύριε. Κάτω στὴν πεδιάδα ἡ πόλη κούρνιαζε ἀποκαμωμένη ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς χλαπαταγή. Μόνο κάτι ἀδύναμα φωτάκια, ποὺ ἀχνόφεγγαν μέσα στὴν πάχνη τῆς νύχτας, μαρτυροῦσαν πὼς τὰ καπηλειὰ δὲν εἶχαν κλείσει ἀκόμα. Τὰ ὡραῖα κορί- τσια μὲ τὰ πέπλα τους φουσκωμένα πανιὰ στὸν ἄνεμο ταξίδευαν στ᾿ ὄνειρο, φεύ- γοντας τὰ πεινασμένα μάτια τῶν μεθυσμένων. «Ἥμαρτον, Κύριε, ἀλλὰ δὲν εἶναι γιὰ τὰ μοῦτρα τους», εἶπε κι ἀκούμπησε τὸ μέτωπο στὸ χῶμα. Τὶς εἶχε δεῖ νιὸ παλληκάρι: τὶς εἰδε πάλι μιὰ νύχτα σὰν τὴν ἀποψινὴ ν᾿ ἀνεβοκατεβαίνουν στὴν ἀστροφεγγιὰ μ᾽ ὁλάσπρες φτεροῦγες πίσω στὴν πλάτη. «΄Η Σκάλα τοῦ ᾿Ιακώβ», ψιθύρισε τρέμοντας κι ἔπεσε μπρούμυτα. Πίσω ἀπὸ τὴν πόλη, κατὰ τὴ μεριὰ τοῦ βουνοῦ, βρισκόταν τὸ σπιτάκι ποὺ στέγαζε τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά του. Μιὰ γυναῖκα μὲ χέρια εὐλογημένα, πού πιαναν τὴν ξερολιθιὰ κι ἐκείνη γεννοβόλαγε ρίζες, βλάσταινε κι ἔδινε καρ- πούς. «᾿Ηλαμά, ἐσὺ εἶσαι ἡ γῆ τοῦ ᾿Ισραήλ». Ἢ µεγάλη ἀπαντοχή του ὅμως ἦταν ὁ Γιούντα. Καμάρωνε τὴν περήφανη θω- ριά του κι ὁ νοῦς του ξεστράτιζε πίσω, στοὺς ἀσύγκριτους πολεμιστὲς ποὺ ξεπᾶ- στρευαν μυριάδες. Παιδὶ ζωηρὸ κι ἀτίθασο χανότανε μὲ τὶς ὧρες, χωρὶς νὰ δίνει λόγο σὲ κανέναν. Ἔτρεμε µέσα στὰ φυλλοκάρδια της ἡ μάνα, γιατὶ γνώριζε τὴν ψυχή του. Εἶχε δεῖ τοὺς σταυρὠµένους νὰ κρέµωνται σὰ σφαχτᾶρια πάνω στὰ ξύ- λα. Τό ᾿ξερε. Οἱ σταυροὶ δὲν εἶναι γιὰ τὸν καθένα, ἀλλὰ μακρυὰ ᾿πὸ τὸ παιδί της. Εἰδε τὴ ρωμαϊκή λεγεῶνα νὰ περνάει ὁ Γιούντα κι ἔμπηξε τὰ νύχια στὶς χοῦ- φτες του. «Αὐτοὺς ἐδῶ πρέπει νὰ τοὺς διώξουµε καὶ στὰ γρήγορα», βρουχήθη. -- Μὲ ποιόν τρόπο; -- Μὲ τὶς σφεντόνες. Καὶ οἱ φίλοι του ἀρχίσανε τὰ χάχανα. ἼΑναψε καὶ κόρωσε τὸ παληκάρι: «Θρασίμια. ᾽᾿Απολειφάδια. Μὲ ποιόν τρόπο νίκησε ὁ Δαυίδ τὸν Γολιάθ» Καὶ κατέβασαν τὰ κεφάλια ντροπιασµένοι. Τὸ ἀγκάθι στὴν καρδιὰ τοῦ πατέρα ἥταν ἡ μικρὴ Ναομί. Φύτευε ὁλημερὶς ἡ- λιοτρόπια ἢ μουτζούρωνε τὶς πέτρες καὶ τὰ ξύλα, γιὰ νὰ φτιάσει, λέει, τὴ θά- λασσα, ποὺ ποτέ της δὲν εἶχε ἀντικρύσει. Τὴν εἶχ᾽ ἀκουστὰ µόνο. Τὰ βράδυα, ὅταν ἡ ᾿Ηλαμὰ δούλευε μὲ τὸ λυχνάρι, ἡ Ναομὶ τὴ ρωτοῦσε συνέχεια γιὰ τὴ θά- λασσα. "Αν εἶναι ὄμορφη, ἂν ἀγαπάει τὰ παιδιά, ἂν τὴ φωτίζουν ἡλιοτρόπια κι ἕνα σωρὸ ἄλλες τέτοιες κουταµάρες. Στέναζε µέσα στὰ κατάᾶρριζά της ἡ μάνα. «Δυστυχό µου κοριτσάκι’ γιατί νὰ μοῦ γεννηθεῖς παραλοϊσμένο...». Βυθισµένος στοὺς λογισμούς του ὁ Μωσέ, δὲν εἶδε τὸ λαμπερὸ ἀσημένιο δί- σκο πού ”ρθε ἀπὸ τὴν ᾿Ανατολὴ κι ἄδειασε μὲ μιᾶς τὸν οὐρανὸ ἀπ᾿ ὅλα του τ᾽ ἀστέρια. Κι ὅταν στάθηκε μπροστά του σχεδόν, πάνω ἀπὸ τὰ ριζὰ τοῦ βουνοῦ, ρίχνοντας τὸ παράξενο φῶς του σ᾽ ἕνα ὠὡρισμένο σημεῖο, στὴ σπηλιὰ ποὺ χρη- σιμοποιοῦσε γιὰ σταῦλο του ὁ ᾿Ελιέζερ, ἀλαφιάστηκε κι ἔσκυψε τὸ πρόσωπο στὶς ἀπαλάμες. Μιὰ μελωδία ὅμως, ποὺ δὲν ἤξερε ποῦθ᾽ ἐρχόταν, γλύκανε τὴν ταν
← καθαρισμένο κείμενο