ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

133ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1993

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7707 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
26 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η Ομόνοια, η δεύτερη και η τρίτη φύσι μου — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 7707 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 133

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΑΕΗ Ἢ "Ομόνοια, ἡ δεύτερη καὶ ἡ τρίτη φύσι µου Ποιὸς μπόρεσε νὰ βυθομετρήσει τὶς ἀβύσσους του; ᾿Εγὼ τουλάχιστον κυττάζω πάντα μπροστά, κυττάζω ψηλά, κυττάζω μακρυά. Θεῶμαι, βλέπω, ἀκούω, ὀργίζομαι καὶ δὲν ἁμαρτάνω., «Ἂν δεχτοῦμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατάγεται ἀπὸ τὸ φίδι, ἐξηγοῦνται ὅλα», γράφει κάπου ὁ ἀείμνηστος ᾿Η. Τσατσόμοιρος. ἐμπειρότατος δύτης τοῦ Κουστὼ κατατρόμαξε, ὅταν στὸ βυθὸ τοῦ Εἰρηνικοῦ βρέθηκε ἀντιμέτωπος μ ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο. ᾿Η τρισχαριτωμένη φεγγαροπρόσωπη κυρία -- τὸ χέλι «λύκος» --- τὸν κυττοῦσε κατάματα, καὶ οὔτε ψύλλος στὸν κόρφο σας. Μεταξύ µας, δὲ μοῦ φάνηκε μοχθηρό. ᾿Ερημικὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ κι αὐτό, χαμένο στοὺς βυθούς' ἀλλὰ μακρυὰ ἀπὸ ᾿μᾶς. Τὸ εἶδα νὰ βγαίνει καὶ νὰ μὴν τελειώνει ἀπὸ τὴ σχισμὴ τοῦ βράχου, καὶ πῆγε ὁ νοῦς μου στὸν ὄφι τὸν κατηραμένο, ποὺ στήθηκε μπροστὰ στὴ χαζο-Εὔα, γιὰ νὰ τὴν ἐξαπατή- σει καὶ νὰ πάρει στὸ λαιμό της τὸν ἀθῶο ᾿ Αδάμ. Ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πρᾶγμα, «ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ κορωνὶς τῆς δημιουργίας» καὶ ὅλ᾽ ἡ φασα- ρία, «ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ τῇ γῇ κάτω», γι᾿ αὐτὸν ἔγιναν καὶ γιὰ χά- ρη του θυσίασε ὁ Μεγαλοδύναμος τὸ µοναχογιό του. Τὸν ἔρριξε ἀνάμεσά µας, καὶ μὴν τὸν εἴδατε, Μὲ κάτι τέτοια εἶναι, ποὺ πῆραν κι ἐμένα τὰ μυαλά µου ἀέρα κι ἔχω μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό µου. Κάθε φορά ὅμως ποὺ τὸν πιάνω νὰ κάνει ζαβολιές, ἡ πυξίδα χοροπηδάει σὰν τρελλὴ καὶ χάνω τε- λείως τὸν προσανατολισμό µου. Πάντως ἂν κρίνω ἀπὸ τὰ κοσμητικὰ ἐπίθε- τα, ποὺ στιγµάτισαν τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά µου χρόνια, δὲν πρέπει νὰ εἷ- μαι ἀπὸ φυσικοῦ µου δειλή. «᾽Αντάρτη» καὶ «κατσαπαλιᾶ» μ᾽ ἀποκαλοῦσαν οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὰ ἔε- μπροστιάσματα μὲ τ᾽ ἀγόρια καὶ τὰ τρεχαλητὰ πάνω στὶς μάντρες. «᾿Αλα- φροϊσκιωτη», γιατὶ χανόμουνα, λέει, μὲ τὶς ὧρες στὸ δάσος καὶ κουβέντια- ζα μὲ τὰ ζουζούνια, «κουρσάρο», σὰν πήγαινα κόντρες μὲ τὰ κύματα, ὅταν τὸ ᾿Ιόνιο ἀγρίευε. "Αφηνα τὶς γυναῖκες τῶν ψαράδων νὰ τσιρίζουν κι ἔψα- χνα στὸν ὀρίζοντα γιὰ τὸν κουρσάρο, ποὺ γρήγορος σὰν τὸν ἄνεμο θὰ μ᾽ ἔπαιρνε μαζί του στὶς τέσσερις θάλασσες τῆς Γῆς. Ὅταν «Οἱ Πειραταὶ τοῦ Αἰγαίου» μοῦ γνώρισαν τὸν “Ερρῖκο ντ᾽ ᾽Αλμπαρέ, κατάλαβα τὸ σφάλμα µου κι ἔπαψα ν᾿ ἀσχολοῦμαι μὲ παρακατιανούς. Τώρα, θέλεις ἡ γενικὴ κα- τακραυγή, θέλεις ἡ πίεση (διάβαζε σφαλιάρες) καὶ ἡ κατάλληλη ἀγωγή, δεφύτρωσε στὰ καλὰ καθούμενα ἡ ἀγουρίδα, ἡ πολιτισμένη ἐκείνη νεαρὴ προσωπικότητα, ποὺ δὲν ἤξερα τί νὰ τὴν κάνω, γιατὶ πέρα ἀπὸ μιὰ ἐπίπλα- στη χαυνωτικὴ ἠρεμία καὶ τὴν ἱκανοποίηση μιᾶς ἀνούσιας µαταιοδοέξίας δὲ μοῦ χρησίμευε σὲ τίποτα. Χωρὶς νὰ τὸ πάρω εἴδηση, «εἶχαν χτίσει τὸ σπίτι µου πάνω στὴν ἀγορά». Καθαρμένη πιὰ καὶ κουρεµένη, πανέτοιµη γιὰ τὸ χρῖσμα --- «τὶς μεγά- λες λεωφόρους τῆς ζωῆς»---, νά ᾽μαι ἔξω ἀπὸ τὸ φαρμακεῖο τοῦ Μπακάκου. Χτυπῶντας ὅμως ἐπάνω σ᾽ ἐκεῖνον τὸν βρώμικο μουντὸ στρόβιλο, ὅπου κυριαρχοῦσαν οἱ μηχανὲς καὶ οἱ ἄνθρωποι µίκραιναν, παραμέριζαν κάτω ᾱ- πὸ μιὰ βία ποὺ τὴν ἔνοιωθα νὰ σφίγγει ἀπὸ παντοῦ, τὰ στήλωσα. Δὲν πρό- λαβα νὰ ξεκαθαρίσω, ἂν ἦταν ὁ φόβος μπροστὰ σὲ δυνάμεις ποὺ μὲ ἕεπερ- νοῦσαν ἢ τὸ ἀλάθητο ἔνστικτο, ποὺ μαζὶ μὲ τοὺς προδοµένους φίλους µου, τὸν ἀέρα, τὸν ἥλιο, τὸ χῶμα, τὸ νερό, μὲ καλοῦσαν ἀπεγνωσμένα κοντά τους. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἤθελαν τὸ καλό µου μ᾽ ἔπιασαν ἀπὸ τὰ χέρια καὶ μὲ ----ᾱ
← καθαρισμένο κείμενο