ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
135ΜΑΡΤΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η βυζαντινή ευγενής Θεοδώρα Φραντζή για την στάση της Εκκλησίας στην Άλωση — ΚΑΛΥΒΑΣ, ΣΤΑΥΡΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
7842
ΔΑΥΛΟΣ/ 135, Μάρτιος 1993
Ἢ βυζαντινὴ εὐγενὴς Θεοδώρα Φραντζῆ
γιὰ τὴν στάση τῆς ᾿Εκκλησίας στὴν Άλωση
᾿Αξιότιμε κ. διευθυντά,
Εἰς τὰ δύο τελευταῖα τεύχη τοῦ «Δαυ-
λοῦ» δημοσιεύτηκε ἄρθρο μὲ τίτλο «Ελ-
ληνισμὸς, Χριστιανισμὸς στὸ Βυζάντιο»
τοῦ κ. Εὐάγγελου Μπεξῆ. Θἄθελα νὰ κάμω
µία συμπληρωματικἡ παρέμβαση εἰς αὐτὴν
τὴν ἐργασίαν, γράφοντας γιὰ τὴν στάση
καὶ τὸν ρόλο ποὺ κράτησε ἡ ᾿Εκκλησία
τὴν ἱστορικὴ στιγμὴ τῆς ἁλώσεως τῆς
Κωνσταντινουπόλεως. Τὴν πικρὴ ἀλήθεια
τὴν πληροφορούμεθα ἀπὸ ἕνα συγκλονι-
στικὸ ἔγγραφο. Πρόκειται γιὰ τὸ βιβλίο
«᾿Η πτῶσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως» τῆς
Θεοδώρας Φραντζῆ. (Θεοδώρα Φραντζῆ:
κόρη τοῦ Γεωργ. Φραντζῆ, μεγάλου πρω-
τοβεστιαρίου τοῦ Κων. Παλαιολόγου. Πα-
ντρεύτηκε τὸν ἱππότη ᾿Ἑδουάρδο ντὲ Ῥυ-
στών, στρατιωτικὸ σύμβουλο του αὐτοκρά-
τορα. Μετὰ τὴν ἅλωση δραπέτευσε στὴν
Μεγάλη Βρεταννία μαζὶ μὲ τὸν σύζυγό της.
᾽Εκεῖ, μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ λο-
γοκρισία, ἔγραψε τὸ ἔργο: «,Η πτῶσις τῆς
Κωνσταντινουπόλεως». ᾿Εξεδόθη τὸ πρῶ-
τον τὸ 1454 τοῦ Ι.Μ. Νεα]ε. Ἔχει µετα-
φραστεῖ στὰ 'Ἑλληνικὰ ὑπὸ Χ.Α. Παρμε-
νίου. Τὸ κείµενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι µετά-
φραση ἀπὸ τὸ αὐτούσιο πρωτότυπο, σελ.
32 κ.ἓξ.):
«Κατὰ τὶς ἐννέα ἡ ώρα ἄνοιξε ἡ μικρὴ
πόρτα τοῦ μοναστηριοῦ. ἽἝ νας μοναχός,
κουκουλωμένος ἀπὸ τὸ κεφάλι μέχρι τὰ νύ-
χια, βγῆκε μὲ προφύλαξη καὶ γρήγορα
προχώρησε πρὸς τὴν θάλασσα. 'Ο ἱππότης
᾿Εδουάρδος (ντὲ Ρυστώὠν) (Σ.Σ.: ὁ σύζυγος
τῆς συγγραφέως) μαζὶ μὲ τὸν σωματοφύλα-
κά του, προσέχοντας νὰ μὴν τὸν χάσουν ἀ-
πὸ τὰ μάτια τους, τὸν παρακολουθοῦσαν ἀ-
πὸ μακριά. Ἔτσι, ἀνάμεσα ἀπὸ ἐλεεινὰ
δρομάκια, χωρὶς νὰ τοὺς καταλάβει, ἔφτα-
σαν στὴν παραλία. Σ᾽ αὐτὸ τὸ μέρος, ἂν
καὶ τὸ σκοτάδι ἦταν βαθύ, μπόρεσαν νὰ
διακρίνουν ἕτοιμη νὰ ξεκινήσει μιὰ βάρκα
φορτωμένη μὲ πέντε-ἕξι ἀνθρώπους. Κρυμ-
μένοι σὲ μιὰ γωνιά, κατάφεραν νὰ ξεχωρί-
σουν τὶς κουβέντες.
--- ᾿Εδῷ καὶ μισὴ ώρα βλέπαμε τὸ φῶς
καὶ σὺ ἀργοῦσες. Νομίσαμε, ὅτι μᾶς κο-
ρόιδεψες.
--- Δὲν μπόρεσα νὰ γράψω τὰ γράμματα
γρηγορώτερα. Μετὰ νόμισα ὅτι μὲ παρα-
κολουθοῦσαν δύο ἄτομα. Γι᾿ αὐτὸ ἔκανα
κύκλο καὶ ἦλθα ἀπὸ τὴν ὁδὸ τοῦ ᾿Αγίου
Τροφίμου. ᾿Αλλά, γιὰ τ᾽ ὄνομα τοῦ Θεοῦ,
μὴν χάνουμε τὴν ὥρα μας. ᾿Αρκετὰ καθυ-
στερήσαμε, εἶπε ὁ μοναχὸς καὶ πήδησε
στὴν βάρκα.
- Κάτι ὕποπτο συμβαίνει, Κοντάρι, εἴ-
πε χαμηλόφωνα ὁ ἱππότης στὸν σύντροφό
του. ᾿Εκεῖνος ὁ ἄνθρωπος ποὺ μίλησε
πρῶτος καὶ εἶπε γιὰ τὸ φῶς, δὲν σοῦ φαίνε-
ται σὰν γνώριμος;
-- Στὴν τιμή μου, ἀπάντησε ὁ Βαράγ-
γιος. Πιστεύω, ὅτι ἦταν ὁ Μέγας Δούκας
Λεόντιος.
Κύτταξαν ἀπέναντι πρὸς τὸ Βόσπορο
καὶ διέκριναν ἕνα φωτεινὸ σημάδι. Πρέπει
αὐτὴ ἡ κόκκινη φλογίτσα νὰ ἔβγαινε ἀπὸ
τὸ μοναστήρι τῆς ᾿Αγίας Εὐφημίας. Μετὰ
ἀπὸ πέντε λεπτὰ ἀνέβηκαν πρὸς τὸ φῶς,
πού, ὅπως εἶχαν ὑπολογίσει, ἔβγαινε ἀπὸ
τὸ νησάκι τοῦ Βράχου τοῦ Λεάνδρου. ᾿Ε-
κεῖ βρισκόταν ἕνα μισογκρεμισμένο φρού-
ριο μὲ μιὰ σκάλα μικρή, ποὺ ὁδηγοῦσε
ψηλὰ στὸν πύργο. Μὲ προσοχὴ καὶ ἀκρο-
πατώντας σκαρφάλωσαν στὰ ξύλινα σκα-
λοπάτια καὶ κύτταξαν μέσα. Τὸ ἐσωτερικό,
ἂν καὶ ἔρημο ἀπὸ χρόνια, διατηριόνταν σὲ
καλὴ κατάσταση καὶ προσέφερε μιὰ καλὴ
κρυψώνα κι ἕνα γερὸ καταφύγιο ἀπὸ τὰ μά-
τια τοῦ κόσμου καὶ ἀπὸ τὴν κακοκαιρία.
Δὲν δυσκολεύτηκαν νὰ ἐντοπίσουν μιὰ πα-
ρέα ἀνδρῶν καὶ μὲ ἄνεση παρακολούθησαν
ὁλόκληρη συζήτηση.
- ᾿Αλλὰ πρέπει νὰ εἴμαστε ἔξασφαλι-
σμένοι ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς πασᾶ µου, ἔ-
λεγε ἡ μιὰ φωνή, ποὺ εὔκολα κατάλαβαν ὅ-
τι ἀνῆκε στὸν Μεγάλο Δούκα. ᾿Εσεῖς ζητᾶ-
τε ὅρκους, ἐνέχυρα καὶ ὁμήρους, χωρὶς νὰ
προσφέρετε τίποτα. Αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιο
καὶ δὲν μᾶς εὐχαριστεῖ καθόλου.
- [Ὁ ἀρχηγὸς τῶν πιστῶν, ὁ Μωάμεθ,
ἀποκρίθηκε ἡ ἄλλη φωνή, ποὺ ἀνῆκε στὸν
μεγάλο πασᾶ τῆς ᾿Ανδριανούπολης, τὸν
Ῥεσίτ, ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπ᾿ αὐτόν, ἐπιθυμεῖ
νὰ μὴν χυθεῖ τὸ αἷμα τῶν ὑπηκόων του κα-
θώς καὶ τῶν Ναζωραίων, γιατὶ ἔτσι μᾶς
προστάζουν τὰ ἱερά μας βιβλία, ποὺ γρά-
φουν: «αἰχμαλωσία στοὺς ἀπίστους καὶ θά-