ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
137ΜΑΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το δείπνο — ΤΣΙΝΑΣ, ΠΑΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤῸ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΛΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ
᾿Εκεῖνον τὸν καιρό, ποὺ ἔγινε ἡ µεταπο-
λίτευσι καὶ ἦλθε κατὰ τοὺς πολλοὺς πάλι
στὸν τόπο µας ἡ Δημοκρατία, μιλᾶμε γιὰ
τὸ ἔτος Ι974, ἔκαμε τὴν ἐμφάνισί του στὸ
χῶρο τῆς ᾿ Αθηναϊκῆς κοινωνίας καὶ ἕνα
σωματεῖο. Τὸ σωματεῖο αὐτὸ εἶχε τὸν τίτ-
λο: «Ἐνώση τῶν ᾿ Ελλήνων Βιβλιοθηκα-
ρίων» καὶ εἶχε ὡς µέλη του ἀρκετὲς κυρίες
τῆς λεγομένης μέσης τάξεως, ποὺ εἶναι στὴ
χώρα µας ἡ ἐπίσης λεγομένη ἀστικὴ τάξις,
ἡ ὁποία καθ᾽ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα ἀ-
πὸ τὸν μεγάλο ποόλεμο καὶ μετὰ ἧτο, ὅπως
θὰ ἔλεγε ὁ Καβάφης, ἐν μέρει χριστιανικὴ
καὶ ἐν πολλοῖς κομμουνίζουσα ἢ μᾶλλον
πότε τὸ ἕνα καὶ πότε τὸ ἄλλο, ἀνάλογα μὲ
τὸν ἀέρα ποὺ ἔπνεε - καὶ δὲν ἦταν ἔτσι μό-
νο στὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅποιο ἄλλο
θέμα ὑπῆρχε ἐπὶ ...τάπητος. Ἔτσι στὸ θέμα
ποὺ εἶχε ὡς ἀντικείμενο τὸ σωματεῖο ποὺ
λέμε, πολλὰ μέλη του, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕ-
νας τμηματάρχης τῆς Βιβλιοθήκης τῆς
Βουλῆς τῶν ᾿ Ελλήνων, εἶχαν τὴ γνώμη, ὅ-
τι δὲν ἔχουμε βιβλιοθῆκες στὴν ᾿ Ελλάδα!
Πρὶν ὅμως προχωρήσουμε στὸ διατα-
κτικὸ µέρος τοῦ «ἐπειδή», ποὺ ἀρχίσαμε
τὴν πρότασι αὐτή, θὰ κάμουμε ἐδῶ μιὰ πα-
ρένθεσι: Βρέθηκα μιὰ φορὰ τὸ καλοκαίρι
τοῦ ἔτους [966 στὸ Θέατρο τοῦ 'Ἡρώδου
τοῦ ᾽Αττικοῦ, ὅπου τὸ Κρατικὸ Θέατρο
παρουσίαζε τὸν «Πλοῦτο» τοῦ ᾿Αριστοφά-
νη. Καθώς διαλέγονται οἱ παράγοντες τοῦ
ἔργου καὶ μιλοῦν γιὰ τὸν πλοῦτο, τὴ φτώ-
χεια καὶ γιὰ ἕνα σωρὸ ἄλλα πράγματα, ἔρ-
χεται σὲ μιὰ στιγμὴ καὶ ὁ λόγος γιὰ τὴν
πατρίδα. --- Καὶ ἡ πατρίδα; ρωτᾶ ὁ ἕνας τὸν
ἄλλο ᾿Αθηναῖο. -- Δὲ βαρυέσαι καημένε,
ποιά πατρίδα; λέει ὁ ἄλλος ᾿Αθηναῖος, πα-
τρίδα εἶναι ὅπου περνᾶμε καλύτερα. Τότε
λοιπόν, τὸ [966 τὸ καλοκαίρι, ὅταν ἧρθε ὁ
διάλογος αὐτός, ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα τοῦ
θεάτρου ξέσπασε σὲ φρενιτιώδη χειροκρο-
τήματα. Αὐτὰ τὰ παρατεταμένα χειροκροτή-
ματα, ποὺ δὲν ἔγιναν ἀσφαλῶς γιὰ τὸν λόγο
τοῦ ἔργου τοῦ ᾿Αριστοφάνη, ἀλλὰ ἔγιναν
γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ποὺ ἐκείνη τὴ
στιγμὴ λεγόταν καὶ ἀντανακλοῦσαν ἀσφα-
λῶς τὸ πνεῦμα ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν 'Ελ-
λάδα, μοῦ ἔκαμαν μεγάλη ἐντύπωσι. Τὸν
ἄλλο χρόνο, τὸ καλοκαίρι, ποὺ εἶχε στὸ
μεταξὺ γίνει ἡ ἐπέμβασι τοῦ Στρατοῦ, ἡ ὁ-
ποία ἔγινε συνεπείᾳ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ
πνεύματος τοῦ ἀπατρισμοῦ ποὺ εἶχε κατὰ-
λάβει τὸν λαὸν -- γιὰ μένα καὶ μόνο αὐτὸ
τὸ ἐπεισόδιο ποὺ ἀνέφερα ἦταν ἀρκετὸ νὰ
δικαιολογήση τὴν ἐπέμβασι ἐκείνη ---,
παιζόταν πάλι ὁ «Πλοῦτος» τοῦ ᾿Αριστοφά-
νη στὸ ἴδιο θέατρο, ἐκεῖ κάτω ἀπὸ τὴν ᾿Α-
ΠΑΝΟΣ ΤΣΙΝΑΣ
Τὸ δεῖπνο
κρόπολι. Πῆγα τότε στὴν πρώτη παράστα-
σι, γιατὶ ἤθελα νὰ ἰδῶ ἀκριβῶς τὴ σκηνὴ ἐ-
κείνη, ποὺ τὸν περασμένο χρόνο ὁ λαὸς μὲ
τόση ὁρμὴ χειροκρότησε τὰ λεγόμενα.
"Ηρθε ἡ ροὴ τοῦ διαλόγου τοῦ ἔργου καὶ ὁ
ἠθοποιὸς εἶπε: --- Καὶ ἡ πατρίδα; καὶ ὁ ἄλ-
λος ἠθοποιὸς εἶπε καὶ αὐτός: - Δὲ βαρυέ-
σαι καημένε, ποιά πατρίδα; Πατρίδα εἶναι,
ὅπου περνᾶμε καλύτερα. Ακρα σιωπὴ στὸ
ἐκκλησίασμα τοῦ θεάτρου.
Τώρα λοιπὸν στὸ ἔτος [974 καὶ µετά,
ποὺ ἦρθε πάλι ἡ Δημοκρατία, οἱ πολιτικοί,
ποὺ ἦρθαν πάλι στὴν ἀρχή, ἐξαπέλυσαν ἑ ἕ-
να χείμαρρο προπαγάνδας κατὰ τῆς προη-
γουµένης διακυβερνήσεως τῆς ᾿ Ελλάδος ἀ-
πὸ τοὺς στρατιωτικούς, ποὺ οὔτε μέτρο, ὅ-
σον ἀφοροῦσε στὴν ἔντασιν, οὔτε ὅριο, ὅ-
σον ἀφοροῦσε στὴν ἕκτασιν, εἶχε. Οἱ πολι-
τικοὶ βεβαίως δικαιολογηµένως ὡς ἕνα ση-
μεῖο ἔλεγαν ὅ,τι ἔλεγαν, διότι ἤθελαν διὰ
βοῆς, θρήνου καὶ παραδαρμοῦ νὰ ἔξοστρα-
κίσουν ἀπὸ τὸν πολιτικὸ στίβο τοὺς ἀν-
θρώπους ἐκείνους, ποὺ ἐπὶ ἑπτὰ ὁλόκληρα
χρόνια τοὺς ἀποστέρησαν τὰ διάφορα ἀξι-
ὦματα ποὺ εἶχαν, ἀλλὰ ὁ λαός; Αχ αὐτὸς
ὁ λαός! 'Ο 'ἙΕλληνικὸς λαὸς κάτω ἀπὸ μιὰ
ἐμπνευσμένη ἡγεσία μπορεῖ καὶ κάμνει θαύ-
ματα. Εχοντας ὅμως μιὰ ἀνίκανη ἡγεσία ἢ
μιὰ κακὴ ἡγεσία ἢ καθόλου ἡγεσία, ὅπως
συνέβη τότε στὴν Κατοχὴ ἀπὸ τὰ Γερμα-
νικὰ στρατεύματα, ὁ "Ἑλληνικὸς λαὸς δια-
λύεται ὅπως τὰ χιόνια στὰ βουνὰ τὴν ἄνοι-
ξι, χάνει τὸν εἰρμὸ τῆς σκέψεώς του καὶ
γίνεται σὰν ἕνα σύννεφο ἀποκομμένο ἀπὸ
τ᾽ ἄλλα σύννεφα, ποὺ εἶναι ἕρμαιο τῶν πέ-
ντε ἀνέμων. Συμβαίνει ὅμως τὸ περίεργο,
ποὺ ἐνῶ ὁ λαός, ὡς λαός, γίνεται ἕρμαιο
τῶν πέντε ἀνέμων, ὡς ἄτομο μεμονωμένο ὁ
ΓἝλληνας καὶ ὡς μικρὲς ὁμάδες ἀντέχει
στὶς δοκιμασίες καὶ ἔχει καρτερία καὶ ὑπο-
μονὴ ἀνεξάντλητη. ᾿Εγώ, ποὺ γεννήθηκα ἐ-
πάνω ἐκεῖ στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου καὶ ἔζησα
ἐκεῖ κοντὰ στὸ λαὸ τῆς ὑπαίθρου χώρας,
εἶχα πολλές, μὰ πάρα πολλὲς τέτοιες ἐ-
μπειρίες τότε στὶς δύσκολες ἡμέρες τῆς
Κατοχῆς, καὶ αὐτό, ἔχω τὴ γνώμη, ὅτι συνέ-
βη καὶ στὴ νεώτερη ἐποχή, μετὰ τὴν Κα-
τοχή. ”Αλλο τὸ θέµα, ἂν σὲ μερικὲς ὁμάδες
τοῦ λαοῦ, ὅπως καὶ ἡ ὁμάδα γιὰ τὴν ὁποία
μιλᾶμε, καὶ τὰ ἄτομα καὶ ἡ ὁμάδα, συμπε-
ριφέρονται ὅπως τῆς ἀλεποῦς τὸ παιδί, ποὺ
λέει ὁ «μουραππᾶς», τὸν ὁποῖο ὁ Στέφανος
Γρανίτσας συμπεριέλαβε στὸ βιβλίο του,
ποὺ εἶχε τὸν τίτλο «Τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἤμερα
τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου».
"Ας ἰδοῦμε ὅμως τί λέει ὁ «μουραππᾶς» ἐ-
κεῖνος: «Κάποτε, λέει, ποὺ ἦταν φοβερὸς