ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

137ΜΑΙΟΣ 1993

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 7995 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
58 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το δείπνο — ΤΣΙΝΑΣ, ΠΑΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 7995 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 137

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤῸ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΛΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ᾿Εκεῖνον τὸν καιρό, ποὺ ἔγινε ἡ µεταπο- λίτευσι καὶ ἦλθε κατὰ τοὺς πολλοὺς πάλι στὸν τόπο µας ἡ Δημοκρατία, μιλᾶμε γιὰ τὸ ἔτος Ι974, ἔκαμε τὴν ἐμφάνισί του στὸ χῶρο τῆς ᾿ Αθηναϊκῆς κοινωνίας καὶ ἕνα σωματεῖο. Τὸ σωματεῖο αὐτὸ εἶχε τὸν τίτ- λο: «Ἐνώση τῶν ᾿ Ελλήνων Βιβλιοθηκα- ρίων» καὶ εἶχε ὡς µέλη του ἀρκετὲς κυρίες τῆς λεγομένης μέσης τάξεως, ποὺ εἶναι στὴ χώρα µας ἡ ἐπίσης λεγομένη ἀστικὴ τάξις, ἡ ὁποία καθ᾽ ὅλο τὸ χρονικὸ διάστημα ἀ- πὸ τὸν μεγάλο ποόλεμο καὶ μετὰ ἧτο, ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Καβάφης, ἐν μέρει χριστιανικὴ καὶ ἐν πολλοῖς κομμουνίζουσα ἢ μᾶλλον πότε τὸ ἕνα καὶ πότε τὸ ἄλλο, ἀνάλογα μὲ τὸν ἀέρα ποὺ ἔπνεε - καὶ δὲν ἦταν ἔτσι μό- νο στὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅποιο ἄλλο θέμα ὑπῆρχε ἐπὶ ...τάπητος. Ἔτσι στὸ θέμα ποὺ εἶχε ὡς ἀντικείμενο τὸ σωματεῖο ποὺ λέμε, πολλὰ μέλη του, μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἕ- νας τμηματάρχης τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς τῶν ᾿ Ελλήνων, εἶχαν τὴ γνώμη, ὅ- τι δὲν ἔχουμε βιβλιοθῆκες στὴν ᾿ Ελλάδα! Πρὶν ὅμως προχωρήσουμε στὸ διατα- κτικὸ µέρος τοῦ «ἐπειδή», ποὺ ἀρχίσαμε τὴν πρότασι αὐτή, θὰ κάμουμε ἐδῶ μιὰ πα- ρένθεσι: Βρέθηκα μιὰ φορὰ τὸ καλοκαίρι τοῦ ἔτους [966 στὸ Θέατρο τοῦ 'Ἡρώδου τοῦ ᾽Αττικοῦ, ὅπου τὸ Κρατικὸ Θέατρο παρουσίαζε τὸν «Πλοῦτο» τοῦ ᾿Αριστοφά- νη. Καθώς διαλέγονται οἱ παράγοντες τοῦ ἔργου καὶ μιλοῦν γιὰ τὸν πλοῦτο, τὴ φτώ- χεια καὶ γιὰ ἕνα σωρὸ ἄλλα πράγματα, ἔρ- χεται σὲ μιὰ στιγμὴ καὶ ὁ λόγος γιὰ τὴν πατρίδα. --- Καὶ ἡ πατρίδα; ρωτᾶ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ᾿Αθηναῖο. -- Δὲ βαρυέσαι καημένε, ποιά πατρίδα; λέει ὁ ἄλλος ᾿Αθηναῖος, πα- τρίδα εἶναι ὅπου περνᾶμε καλύτερα. Τότε λοιπόν, τὸ [966 τὸ καλοκαίρι, ὅταν ἧρθε ὁ διάλογος αὐτός, ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα τοῦ θεάτρου ξέσπασε σὲ φρενιτιώδη χειροκρο- τήματα. Αὐτὰ τὰ παρατεταμένα χειροκροτή- ματα, ποὺ δὲν ἔγιναν ἀσφαλῶς γιὰ τὸν λόγο τοῦ ἔργου τοῦ ᾿Αριστοφάνη, ἀλλὰ ἔγιναν γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο ποὺ ἐκείνη τὴ στιγμὴ λεγόταν καὶ ἀντανακλοῦσαν ἀσφα- λῶς τὸ πνεῦμα ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν 'Ελ- λάδα, μοῦ ἔκαμαν μεγάλη ἐντύπωσι. Τὸν ἄλλο χρόνο, τὸ καλοκαίρι, ποὺ εἶχε στὸ μεταξὺ γίνει ἡ ἐπέμβασι τοῦ Στρατοῦ, ἡ ὁ- ποία ἔγινε συνεπείᾳ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ πνεύματος τοῦ ἀπατρισμοῦ ποὺ εἶχε κατὰ- λάβει τὸν λαὸν -- γιὰ μένα καὶ μόνο αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ποὺ ἀνέφερα ἦταν ἀρκετὸ νὰ δικαιολογήση τὴν ἐπέμβασι ἐκείνη ---, παιζόταν πάλι ὁ «Πλοῦτος» τοῦ ᾿Αριστοφά- νη στὸ ἴδιο θέατρο, ἐκεῖ κάτω ἀπὸ τὴν ᾿Α- ΠΑΝΟΣ ΤΣΙΝΑΣ Τὸ δεῖπνο κρόπολι. Πῆγα τότε στὴν πρώτη παράστα- σι, γιατὶ ἤθελα νὰ ἰδῶ ἀκριβῶς τὴ σκηνὴ ἐ- κείνη, ποὺ τὸν περασμένο χρόνο ὁ λαὸς μὲ τόση ὁρμὴ χειροκρότησε τὰ λεγόμενα. "Ηρθε ἡ ροὴ τοῦ διαλόγου τοῦ ἔργου καὶ ὁ ἠθοποιὸς εἶπε: --- Καὶ ἡ πατρίδα; καὶ ὁ ἄλ- λος ἠθοποιὸς εἶπε καὶ αὐτός: - Δὲ βαρυέ- σαι καημένε, ποιά πατρίδα; Πατρίδα εἶναι, ὅπου περνᾶμε καλύτερα. Ακρα σιωπὴ στὸ ἐκκλησίασμα τοῦ θεάτρου. Τώρα λοιπὸν στὸ ἔτος [974 καὶ µετά, ποὺ ἦρθε πάλι ἡ Δημοκρατία, οἱ πολιτικοί, ποὺ ἦρθαν πάλι στὴν ἀρχή, ἐξαπέλυσαν ἑ ἕ- να χείμαρρο προπαγάνδας κατὰ τῆς προη- γουµένης διακυβερνήσεως τῆς ᾿ Ελλάδος ἀ- πὸ τοὺς στρατιωτικούς, ποὺ οὔτε μέτρο, ὅ- σον ἀφοροῦσε στὴν ἔντασιν, οὔτε ὅριο, ὅ- σον ἀφοροῦσε στὴν ἕκτασιν, εἶχε. Οἱ πολι- τικοὶ βεβαίως δικαιολογηµένως ὡς ἕνα ση- μεῖο ἔλεγαν ὅ,τι ἔλεγαν, διότι ἤθελαν διὰ βοῆς, θρήνου καὶ παραδαρμοῦ νὰ ἔξοστρα- κίσουν ἀπὸ τὸν πολιτικὸ στίβο τοὺς ἀν- θρώπους ἐκείνους, ποὺ ἐπὶ ἑπτὰ ὁλόκληρα χρόνια τοὺς ἀποστέρησαν τὰ διάφορα ἀξι- ὦματα ποὺ εἶχαν, ἀλλὰ ὁ λαός; Αχ αὐτὸς ὁ λαός! 'Ο 'ἙΕλληνικὸς λαὸς κάτω ἀπὸ μιὰ ἐμπνευσμένη ἡγεσία μπορεῖ καὶ κάμνει θαύ- ματα. Εχοντας ὅμως μιὰ ἀνίκανη ἡγεσία ἢ μιὰ κακὴ ἡγεσία ἢ καθόλου ἡγεσία, ὅπως συνέβη τότε στὴν Κατοχὴ ἀπὸ τὰ Γερμα- νικὰ στρατεύματα, ὁ "Ἑλληνικὸς λαὸς δια- λύεται ὅπως τὰ χιόνια στὰ βουνὰ τὴν ἄνοι- ξι, χάνει τὸν εἰρμὸ τῆς σκέψεώς του καὶ γίνεται σὰν ἕνα σύννεφο ἀποκομμένο ἀπὸ τ᾽ ἄλλα σύννεφα, ποὺ εἶναι ἕρμαιο τῶν πέ- ντε ἀνέμων. Συμβαίνει ὅμως τὸ περίεργο, ποὺ ἐνῶ ὁ λαός, ὡς λαός, γίνεται ἕρμαιο τῶν πέντε ἀνέμων, ὡς ἄτομο μεμονωμένο ὁ ΓἝλληνας καὶ ὡς μικρὲς ὁμάδες ἀντέχει στὶς δοκιμασίες καὶ ἔχει καρτερία καὶ ὑπο- μονὴ ἀνεξάντλητη. ᾿Εγώ, ποὺ γεννήθηκα ἐ- πάνω ἐκεῖ στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου καὶ ἔζησα ἐκεῖ κοντὰ στὸ λαὸ τῆς ὑπαίθρου χώρας, εἶχα πολλές, μὰ πάρα πολλὲς τέτοιες ἐ- μπειρίες τότε στὶς δύσκολες ἡμέρες τῆς Κατοχῆς, καὶ αὐτό, ἔχω τὴ γνώμη, ὅτι συνέ- βη καὶ στὴ νεώτερη ἐποχή, μετὰ τὴν Κα- τοχή. ”Αλλο τὸ θέµα, ἂν σὲ μερικὲς ὁμάδες τοῦ λαοῦ, ὅπως καὶ ἡ ὁμάδα γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε, καὶ τὰ ἄτομα καὶ ἡ ὁμάδα, συμπε- ριφέρονται ὅπως τῆς ἀλεποῦς τὸ παιδί, ποὺ λέει ὁ «μουραππᾶς», τὸν ὁποῖο ὁ Στέφανος Γρανίτσας συμπεριέλαβε στὸ βιβλίο του, ποὺ εἶχε τὸν τίτλο «Τὰ ἄγρια καὶ τὰ ἤμερα τοῦ βουνοῦ καὶ τοῦ λόγγου». "Ας ἰδοῦμε ὅμως τί λέει ὁ «μουραππᾶς» ἐ- κεῖνος: «Κάποτε, λέει, ποὺ ἦταν φοβερὸς
← καθαρισμένο κείμενο