ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
138ΙΟΥΝΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το κατσίκι — ΜΑΥΡΙΔΗΣ, ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤῸ ΔΝΕΚΛΟΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ ΤΟΥ͂
Πρώτη ξύπνησε ἡ θεία ᾿Αννέττα, ὄγῆκε
ἔξω νὰ πάρει τὸ μυαλό της ἀνάσα, νὰ ξε-
κουραστεῖ ἀπὸ τὸ θάρος τοῦ ὕπνου. Πάντα
ἔθλεπε, τὸ πρωὶ κοντά, κάτι ὄνειρα περίερ-
γα, ἀπρόσωπα, φόδους σχηματοποιημέ-
νους, ποὺ τοὺς πίστευε καὶ ποὺ τὴν τυραν-
νοῦσαν. Κομμάτια ἀπὸ χαρτί, ποὺ ἔπρεπε
νὰ ταιριάζουν καὶ ποτὲ δὲν ταίριαζαν, φί-
δια ἀπὸ 6αμθάκι, ἀντικείμενα χαμένα, ποὺ
ἔπρεπε νὰ θρεθοῦν, ἀνησυχίες, ποὺ τρι-
γυρνοῦσαν μέσα στὸ φουσκωμένο τῆς κρα-
νίο.
Ἢ πρωινὴ γαλήνη ἁπλώνονταν σὰν διά-
φανος, ἄυλος πέπλος. Ὃ ἥλιος μόλις εἶχε
ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα, τὰ δέντρα
τῆς ἔγνεφαν γεμᾶτα σκέψη καὶ κατανόη-
ση... Αὐτά, ποὺ τἀόλεπε συνέχεια τόσα χρό-
νια, τῆς φαίνονταν τώρα φρέσκα καὶ ζω-
ντανά, καινούργια καὶ πρωτόγνωρα, σὰν
νὰ φύτρωσαν ξαφνικὰ μέσα στὴ νύχτα.
Προχώφησε μερικὰ δήματα, ἄνοιξε τὴν
πόρτα τῆς ἀποθήκης κ᾽ ἔδγαλε τὸ κατσίχκι.
Τόπιασε ἀπ᾽ τ᾽ αὐτί, τὸ πῆγε παραπέρα νὰ
Ἑεμουδιάσει. Ἔπειτα κάρφωσε μὲ τὴν πέ-
τρα τὸν πάσσαλο κ᾽ ἔδεσε τὸ σχοινί.
“Ὅσο νὰ ξαναγυρίσει στὸ σπίτι, ... ἔγινε
ὅ,τι ἔγινε. Ἢ Μοσχούλα ἀπομακρύνθηχε
νὰ μασήσει λίγο χορτάρι, τὸ σκοινάκι τε-
ντώθηκε ἀπότομα, ὁ πάσσαλος ξεπαραχώ-
θηκε κ᾽ ἡ γίδα κρεμάστηκε ἀπὸ τὸ στόμιο
τοῦ πηγαδιοῦ. Φαίνεται, πὼς τὸ σκοινὶ εἶχε
σκαλώσει σὲ μιὰ χαραμάδα.
Στὴν ἀρχὴ τὸ ζῶο ἔμεινε μετέωρο, κρε-
μασμένο ἀπ᾽ τὸ λαιμὸ ---κινδύνευε νὰ πνι-
γεῖ--- ἔπειτα ὅμως ἐλεθερώθηκε ὁ πάσσα-
λος καὶ ἡ Μοσχούλα ἔπεσε ὁμαλά, προ-
σγειώθηκε ἢ μᾶλλον προσυδατώθηκε στὸν
πάτο τοῦ πηγαδιοῦ. Εὐτυχῶς τὸ κεφάλι της
ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὸ νερό.
Τὸ σπίτι ἄρχισε νὰ ξυπνάει σιγὰ σιγά. Ἢ
μητέρα, ὁ πατέρας, τὰ μεγάλα παιδιά... ἑτοι-
μάζονταν ὁ καθένας νὰ ζήσει τὴ δική του
ΜΕΝΕΛΑΟΣ
ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Τὸ κατσίκι
μέρα. Οἱ φωνὲς τῆς θείας ᾽Αννέττας τοὺς
ἔφεραν ὅλους γύρω ἀπὸ τὸ πηγάδι. Ὅμως
ἦταν ἀδύνατο νὰ θοηθήσουνε τὴ Μοσχού-
λα, ποὺ περίμενε ὑπομονετικὴ μὲ τὸ θλέμμα
της νὰ ἐχλιπαρεῖ τὴ σωτηρία ἀπὸ πάνω,
ἀπὸ τὸ φωτεινὸ στρογγυλὸ κομμάτι τοῦ
οὐρανοῦ, αὐτὸ τὸ θλέμμα ποὺ τὸ ὑποψιά-
ζονταν μᾶλλον νοερὰ παρὰ τὸ ἔθλεπαν. Τὸ
θάθος ἤτανε µεγάλο καὶ σκοτεινό. Οἱ
γνῶμες τῆς οἰχογένειας διασταυρώνονταν
ἐπάνω ἀπὸ τὸ στόμιο τοῦ πηγαδιοῦ, ὡστό-
σο δὲν ὑπῆρχε τίποτε χειρότερο, ποὺ νὰ
μποροῦσε νὰ προσεγγίσει τὸ ὑπομονετικὸ
ὁράμα τῆς Μοσχούλας, οὔτε σκάλα οὔτε
σκοινὶ οὔτε στήριγμα οὔτε κανένας τρόπος.
Τὰ λόγια δὲν μποροῦσαν νὰ ὑλοποιηθοῦν.
Ἢ λέξη σκάλα δὲν εἶχε δαθμίδες καὶ μὲ τὴ
λέξη σχοινὶ δὲν μποροῦσες νὰ δεθεῖς ἀπὸ
τὴ μέση καὶ νὰ κρεμαστεῖς. Ἡ λέξη δοήθεια
μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια, ἕνας ἀέρας, ἕνα
σύννεφο, καὶ τὸ ἐξοχικό τους σπιτάκι μα-
κρυὰ ἀπὸ κάθε συνοικισμό. Ζούσανε μιὰ
ζωὴ μονότονη, ἥσυχη, ποὺ τὴν περίζωναν
ἀλάργα, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, μερικὰ ἀνάρια κτί-
σματα ἀπομονωμένα.
"Αξαφνα ὁ θεῖος ᾿Αργύρης ἄστραψε, φω-
τίστηκε τὸ μυαλό του. Ἔτρεξε στὸ μικρὸ
καφενεῖο τῆς γειτονιᾶς κι ἅρπαξε τὸ τηλέ-
φωνο. ἜἜψαξε τὸ νούμερο τῆς Πυροσθε-
στικῆς, ζήτησε τὸν κύριο Διαμαντῆ --ῄτα-
νε παλιοὶ σύντροφοι στὰ καράδια. Ἔπειτα
ἀπὸ ἀρκετὴν ὥρα ἕνα µεγάλο αὐτοχίνητο
ἀρματωμένο μὲ ὅλα τὰ σύνεργα σταμάτησε
κάπου ἀλάργα καὶ πήδηξαν ἀπὸ μέσα τρεῖς
πυροσθέστες.
Ὡστόσο ἡ δουλειὰ δὲν ἦταν εὔκολη ἀκό-
μη καὶ γιὰ τὴν ὀργανωμένη ὑπηρεσία. Οἱ
ἄνθρωποι αὐτοὶ διέθεταν ὅλα τὰ μέσα, γιὰ
νὰ αἰωροῦνται στὰ ὕψη, ὄχι γιὰ νὰ κατε-
δαίνουν στὰ σπλάγχνα τῆς γῆς. Εἴχανε σκά-
λες, ποὺ σκαρφάλωναν στὸν ἀέρα, ἁπλώ-
νονταν σὰν πελώρια μηχανικὰ χέρια μὲ