ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

138ΙΟΥΝΙΟΣ 1993

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 8072 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
71 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το κατσίκι — ΜΑΥΡΙΔΗΣ, ΜΕΝΕΛΑΟΣ
    ἀρχή: σελ. 8072 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 138

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤῸ ΔΝΕΚΛΟΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ ΤΟΥ͂ Πρώτη ξύπνησε ἡ θεία ᾿Αννέττα, ὄγῆκε ἔξω νὰ πάρει τὸ μυαλό της ἀνάσα, νὰ ξε- κουραστεῖ ἀπὸ τὸ θάρος τοῦ ὕπνου. Πάντα ἔθλεπε, τὸ πρωὶ κοντά, κάτι ὄνειρα περίερ- γα, ἀπρόσωπα, φόδους σχηματοποιημέ- νους, ποὺ τοὺς πίστευε καὶ ποὺ τὴν τυραν- νοῦσαν. Κομμάτια ἀπὸ χαρτί, ποὺ ἔπρεπε νὰ ταιριάζουν καὶ ποτὲ δὲν ταίριαζαν, φί- δια ἀπὸ 6αμθάκι, ἀντικείμενα χαμένα, ποὺ ἔπρεπε νὰ θρεθοῦν, ἀνησυχίες, ποὺ τρι- γυρνοῦσαν μέσα στὸ φουσκωμένο τῆς κρα- νίο. Ἢ πρωινὴ γαλήνη ἁπλώνονταν σὰν διά- φανος, ἄυλος πέπλος. Ὃ ἥλιος μόλις εἶχε ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα, τὰ δέντρα τῆς ἔγνεφαν γεμᾶτα σκέψη καὶ κατανόη- ση... Αὐτά, ποὺ τἀόλεπε συνέχεια τόσα χρό- νια, τῆς φαίνονταν τώρα φρέσκα καὶ ζω- ντανά, καινούργια καὶ πρωτόγνωρα, σὰν νὰ φύτρωσαν ξαφνικὰ μέσα στὴ νύχτα. Προχώφησε μερικὰ δήματα, ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς ἀποθήκης κ᾽ ἔδγαλε τὸ κατσίχκι. Τόπιασε ἀπ᾽ τ᾽ αὐτί, τὸ πῆγε παραπέρα νὰ Ἑεμουδιάσει. Ἔπειτα κάρφωσε μὲ τὴν πέ- τρα τὸν πάσσαλο κ᾽ ἔδεσε τὸ σχοινί. “Ὅσο νὰ ξαναγυρίσει στὸ σπίτι, ... ἔγινε ὅ,τι ἔγινε. Ἢ Μοσχούλα ἀπομακρύνθηχε νὰ μασήσει λίγο χορτάρι, τὸ σκοινάκι τε- ντώθηκε ἀπότομα, ὁ πάσσαλος ξεπαραχώ- θηκε κ᾽ ἡ γίδα κρεμάστηκε ἀπὸ τὸ στόμιο τοῦ πηγαδιοῦ. Φαίνεται, πὼς τὸ σκοινὶ εἶχε σκαλώσει σὲ μιὰ χαραμάδα. Στὴν ἀρχὴ τὸ ζῶο ἔμεινε μετέωρο, κρε- μασμένο ἀπ᾽ τὸ λαιμὸ ---κινδύνευε νὰ πνι- γεῖ--- ἔπειτα ὅμως ἐλεθερώθηκε ὁ πάσσα- λος καὶ ἡ Μοσχούλα ἔπεσε ὁμαλά, προ- σγειώθηκε ἢ μᾶλλον προσυδατώθηκε στὸν πάτο τοῦ πηγαδιοῦ. Εὐτυχῶς τὸ κεφάλι της ἔμεινε ἔξω ἀπὸ τὸ νερό. Τὸ σπίτι ἄρχισε νὰ ξυπνάει σιγὰ σιγά. Ἢ μητέρα, ὁ πατέρας, τὰ μεγάλα παιδιά... ἑτοι- μάζονταν ὁ καθένας νὰ ζήσει τὴ δική του ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ Τὸ κατσίκι μέρα. Οἱ φωνὲς τῆς θείας ᾽Αννέττας τοὺς ἔφεραν ὅλους γύρω ἀπὸ τὸ πηγάδι. Ὅμως ἦταν ἀδύνατο νὰ θοηθήσουνε τὴ Μοσχού- λα, ποὺ περίμενε ὑπομονετικὴ μὲ τὸ θλέμμα της νὰ ἐχλιπαρεῖ τὴ σωτηρία ἀπὸ πάνω, ἀπὸ τὸ φωτεινὸ στρογγυλὸ κομμάτι τοῦ οὐρανοῦ, αὐτὸ τὸ θλέμμα ποὺ τὸ ὑποψιά- ζονταν μᾶλλον νοερὰ παρὰ τὸ ἔθλεπαν. Τὸ θάθος ἤτανε µεγάλο καὶ σκοτεινό. Οἱ γνῶμες τῆς οἰχογένειας διασταυρώνονταν ἐπάνω ἀπὸ τὸ στόμιο τοῦ πηγαδιοῦ, ὡστό- σο δὲν ὑπῆρχε τίποτε χειρότερο, ποὺ νὰ μποροῦσε νὰ προσεγγίσει τὸ ὑπομονετικὸ ὁράμα τῆς Μοσχούλας, οὔτε σκάλα οὔτε σκοινὶ οὔτε στήριγμα οὔτε κανένας τρόπος. Τὰ λόγια δὲν μποροῦσαν νὰ ὑλοποιηθοῦν. Ἢ λέξη σκάλα δὲν εἶχε δαθμίδες καὶ μὲ τὴ λέξη σχοινὶ δὲν μποροῦσες νὰ δεθεῖς ἀπὸ τὴ μέση καὶ νὰ κρεμαστεῖς. Ἡ λέξη δοήθεια μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια, ἕνας ἀέρας, ἕνα σύννεφο, καὶ τὸ ἐξοχικό τους σπιτάκι μα- κρυὰ ἀπὸ κάθε συνοικισμό. Ζούσανε μιὰ ζωὴ μονότονη, ἥσυχη, ποὺ τὴν περίζωναν ἀλάργα, ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ, μερικὰ ἀνάρια κτί- σματα ἀπομονωμένα. "Αξαφνα ὁ θεῖος ᾿Αργύρης ἄστραψε, φω- τίστηκε τὸ μυαλό του. Ἔτρεξε στὸ μικρὸ καφενεῖο τῆς γειτονιᾶς κι ἅρπαξε τὸ τηλέ- φωνο. ἜἜψαξε τὸ νούμερο τῆς Πυροσθε- στικῆς, ζήτησε τὸν κύριο Διαμαντῆ --ῄτα- νε παλιοὶ σύντροφοι στὰ καράδια. Ἔπειτα ἀπὸ ἀρκετὴν ὥρα ἕνα µεγάλο αὐτοχίνητο ἀρματωμένο μὲ ὅλα τὰ σύνεργα σταμάτησε κάπου ἀλάργα καὶ πήδηξαν ἀπὸ μέσα τρεῖς πυροσθέστες. Ὡστόσο ἡ δουλειὰ δὲν ἦταν εὔκολη ἀκό- μη καὶ γιὰ τὴν ὀργανωμένη ὑπηρεσία. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διέθεταν ὅλα τὰ μέσα, γιὰ νὰ αἰωροῦνται στὰ ὕψη, ὄχι γιὰ νὰ κατε- δαίνουν στὰ σπλάγχνα τῆς γῆς. Εἴχανε σκά- λες, ποὺ σκαρφάλωναν στὸν ἀέρα, ἁπλώ- νονταν σὰν πελώρια μηχανικὰ χέρια μὲ
← καθαρισμένο κείμενο