ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
139ΙΟΥΛΙΟΣ 1993
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η λέξη άρ - άρα - άρουρα — ΜΠΑΡΑΣ, Γ.
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Β. ΜΠΑΡΡΑΣ
Ἢ λέξη ἂρ - ἄρα - ἄρουρα
(8Γ-ε8, ἀρ-ύω, ἀρ-δεύω, ἄρ-χων κ.λπ.)
Ἢ λέξη «ἂρ» εἶναι ὁ συγκεκομμένος τύπος τοῦ ἀρχικοῦ τύπου «ἄρα», ποὺ ση-
μαίνει γῆ, γήπεδον’ κυρίως ἡ καλλιεργήσιμη γῆ, ἡ ἐπιτήδεια πρὸς ἄροσιν καὶ
σποράν, ἄλλως ὁ χέρσος ἀγρός, τὸ κοινῶς χωράφι. Παρ” ὅτι ἡ λέξι ἄρα εἶναι
μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικές, γιατὶ συνδέεται μὲ τὴ μάνα τὴ γῆ -- καὶ ποιὰ ἀπὸ τὶς
λέξεις δὲν εἶναι σηµαντική, θὰ μοῦ πεῖτε ---, ἓν τούτοις εἶναι μιὰ λέξη ξεχασμένη
καὶ παραμερισμένη ἀπὸ τοὺς γλωσσολόγους καὶ τοὺς «εἰδικούς». Ὡς ἄρα δὲν τὴ
βρίσκω στὴν ἁπλῆ της μορφή. Τὴ βρίσκω ὅμως στὴ σύνθετη μορφή της. ᾿Απὸ
αὐτὲς τὶς σύνθετες μορφές της θὰ μποροῦσα νὰ παραθέσω μιὰ ὁλόκληρη σειρά.
Περιορίζομαι ὅμως νὰ ἀναφέρω ἕνα μικρὸ καὶ μόνο ἀριθμὸ ἀπ᾽ αὐτές, τὶς πιὸ
χαρακτηριστικές, καὶ τοῦτο γιὰ ἔλλειψη χώρου.
--- ἄρορα ἢ ἄρουρα (λατιν. 8ΓυΙ48)' ὁ ἀνεπτυγμένος τύπος τῆς λ. ἄρα, ποὺ ση-
μαίνει: τὴν ἀρουμένην γῆν, τὸ ὀργωμένο χωράφι, τὴ γῆ δηλαδὴ ποὺ ἔχει ἤδη ὀρ-
γωθεῖ, καλλιεργηθεῖ, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄρα, πού, ὅπως εἴδαμε, σημαίνει: τὴ γῆ
ποὺ δὲν εἶναι ὀργωμένη, καλλιεργημένη, ἀλλὰ πρόσφορη πρὸς καλλιέργειαν καὶ
σποράν. Βλέπετε, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνα τὰ χρόνια κυριολεκτοῦσαν, ἀκριβολογοῦ-
σαν. Παράγωγο τῆς λ. ἄρουρα ὁ ἀρουραῖος, τὸ ποντίκι τῶν ἀγρῶν.
--- ἀρόωσις ἢ ἄρωσις (καὶ ἄροσις, ὄχι ὀρθόν), ἡ’ τὸ ῥ. ἀρόω καὶ ἀρῶ (λατιν.
8ΓΟ)' τὸ ἄρομα, τὸ ὄργωμα. Μὲ τὴν ἐτυμολογία τῆς λ. δὲν ἀσχολήθηκαν οἱ ἐτυ-
μολόγοι, γιατὶ προφανῶς τὴ θεωροῦνε παράγωγο τοῦ ῥ. ἀρόω ἢ ἀρῶ, ὀργώνω, ἐ-
νῶ τὸ ἀντίθετο συμβαίνει. ᾿Ασχολήθηκαν ὅμως μὲ τὸ ρῆμα ἀρόω.
Στὸ «Μέγα ᾿Ετυμολογικὸν» (147, 44) τὸ ἀρόω τὸ βρίσκω μὲ τὸν δεύτερό του
τύπο «ἀρῶ», στὴ λέξη ἀρόσω: «ἀρόσω: ἀρῶ παρὰ τὸ ἄρης, ὁ σίδηρος: σιδήρῳ
γὰρ τέμνεται ἡ γῆ διὰ τοῦ ὕνιν». 'Ο Σταματάκος τὸ ἀρόω τὸ θέλει: «ἀπὸ ῥίζα
αρο(Ε)' ἑλλ. ἀρό-ω, ἀρό-σιμος, ἀρο-τήρ, ἄρα-τος, ἄρο-τρον, ἄρου-ρα, “πολύ-η-
ρος᾿ πολυ-άρουρος᾽᾽ (Ησύχ.), Λατιν. 1Γ-Ο, ΓΔ-ΊΙΟΓ, ΙΓΘΒ-{{Ο, ΙΓΘ-ΙΓΗΠΙ, ΗΓΙΙ-5, 0ΓᾺ-
ΠΊ, κ.λπ.». Τὰ αὐτὰ περίπου ἀναφέρει καὶ ὁ Ηο/ίπαπη, γιὰ νὰ καταλήξει ὅτι: «Ἴ-
σως ἀπὸ "αρο-ΓΕ-ρα». (Σηµείωση: 'Ο ἀστερίσκος σηµαίνει, ὅτι ἡ ῥ. ποὺ ἐπικαλοῦ-
νται οἱ ἐτυμολόγοι δὲν ἀπαντᾶ, παρὰ εἶναι πλάσμα τῆς φαντασίας των). ᾽Αλλὰ
καὶ ὁ ΟΠαπίταίπε δὲ μᾶς προσκομίζει τίποτε τὸ καινούργιο, πέραν ἀπὸ ἕνα ἄκρα-
τον βερμπαλισμό. Στὰ ὅσα λένε οἱ ἐτυμολόγοι, ὅπως ἐκτέθηκαν, παρατηρῦ ὅτι:
Ἢ ἐκδοχὴ ποὺ προτείνεται ἀπὸ τὸ ΜΕ, ὅτι ἡ προέλευση τοῦ ἀρόω εἶναι ἀπὸ
τὸ ἄρης, σίδηρος, διότι: «σιδήρῳ τέμνεται ἡ γῆ διὰ τοῦ ὕνιν», δὲν μπορεῖ νὰ γίνει
ἀποδεκτὴ καὶ ἀπορρίπτεται, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ γεννήθηκε ἡ ἀρόωσις ἢ
ἄρωσις, ἀπ᾿ ὅπου καὶ τὸ ἀρόω, δὲν εἶχε διαμορφωθεῖ ἀκόμη ἡ ἔννοια τοῦ ἔργα-
λείου. Τὸ ὑνὶ ἢ γυνὶ προὐποθέτει τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀρότρου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχε
ἀκόμη. Τὸ ἄροτρον, ὅπως εὐθὺς ἀμέσως θὰ δοῦμε, ἐμφανίζεται στὴ δεύτερη φάση
τῆς γεωργίας, ὅπου ἔχομε τὴν ἀροτρίωση. Στὴν ἐποχὴ γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶμε,
στὴν ἐποχὴ ποὺ γεννήθηκε ἡ ἀρόωσις ἢ ἡ ἄρωσις, τὸ ἄρομα, τὸ ὄργωμα ἐγίνετο
μὲ ἀτελῆ µέσα, μὲ τὰ χέρια, μὲ τὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν, θὰ λέγαμε, μὲ τὰ νύχια.
Ἢ ἀρόωσις ἢ ἄρωσις, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς γεωργίας καὶ αὐτῆς τῆς ἔπο-
χῆς εἶναι ἐκπρόσωπος. ᾿Αλλὰ οὔτε καὶ ἐκεῖνες οἱ ἐκδοχὲς ποὺ προτείνονται ᾱ-
ντίστοιχα ἀπὸ τοὺς Σταµατάκο καὶ Ηο/ίπιαπη, ὅτι ἡ προέλευση τῆς λ. ἀρόω προ-