ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
19ΙΟΥΛΙΟΣ 1983
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μεταξύ σοβαρού και αστείου — ΚΑΡΦΙΑΣ, ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΜΕΤΑΞΥ ΣΟΒΑΡΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΟΥ
Τοῦ ᾿Αριστοφάνη Καρφιᾶ
Η!::"- ὡς γνωστόν, οὐχὶ μόνον δὲν
«συμμετέχομεν» εἰς τὰ ἑκάστοτε
ἐν τῷ ποιμνιοστασίῳ διαδραματιζόμε-
να, ἀλλὰ καί, ἀνέκαθεν, κωφεύομεν
εἰς τοὺς προσκλητικούς, παρακλητι-
κούς, ἀπειλητικούς ἤ ἄλλους ἤχους
τῆς -- αὐτῆς, βεβαίως, πάντοτε --
φλογέρας, οἱουδήποτε ποιμένος ἤ
«μπιστικοῦ» παίζοντος ταύτην καὶ ἀ-
νεξαρτήτως ἄν τὴν ἀριστερὰν ἤ δεξιάν
του χεῖρα χρησιμοποιῆ. Ἐφ᾽ ᾧ καὶ οὔ-
τε κρῦον οὔτε ζέστην αἰσθανόμεθα,
κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, δι᾽ οἱονδήποτε
τῆς φλογέρας σκοπὸν καὶ δι᾽ οἱονδή-
ποτε --ἀνάλογον-- τοῦ ποιμνίου χο-
ρόν.
Πλὴν --ὡς παρατηρηταὶ καὶ μόνον
-- ἀκούοντες ἐσχάτως τὸν μέγαν τῆς
ποίμνης βελασμόν, διότι --λέει-- ὁ
μπιστικὸς ἔπαιξεν διὰ τῆς ἀριστερᾶς
χειρὸς «κατάργησιν τῶν ἀπεργιῶν»,
«παραμονὴν τῶν βάσεων», «ἀποδο-
χὴ τῆς ΕΟΚ», ἤτοι σκοπούς, οἱ ὁ-
ποῖοι, κατ᾽ ἔθιμον, διὰ τῆς δεξιᾶς χει-
ρὸς ἔδει νὰ παίζωνται, δὲν δυνάμεθα
νὰ μὴ ἐνθυμηθῶμεν τὸν ἀφελῆ ἐκεῖνον
Χιώτην, ὅστις διαπόρει «πῶς ἤλλαξε
τὴν λειτουργίαν ὁ ηὐλογημένος».
Διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας, ὁ μῦθος ἔχει
ὡς ἑξῆς: Εἰς χωρίον τῆς Χίου, κάποτε,
ὁ ἱερεὺς παρετήρησε ἕνα χωρικόν, διό-
τι εἶχε πολὺ καιρὸν νὰ προσέλθη εἰς
τὴν ἐκκλησίαν. «Παπᾶ μου», ἀπήντη-
σε ὁ χωρικός, πιστεύων ὅτι κάνει καὶ
πνεῦμα, «κάθε Κυριακήν, τὴν ἴδιαν
λειτουργίαν λές, τί νὰ ἔλθω;». «Ἔλα
ἐσύ», τοῦ λέγει ὁ παπᾶς, «κι᾽ ἐγὼ θὰ
τὴν ἀλλάξω». Πράγματι, τὴν ἑπομέ-
νην Κυριακὴν ὁ χωρικὸς προσῆλθε εἰς
τὸν ναόν, πιστεύων ὅτι θὰ ντροπιάση
τὸν παπᾶν, συλλαμβάνων τοῦτον ψευ-
δόμενον. Ὅμως ὁ πονηρὸς λευίτης εἷ-
χε κάμει ὄντως ἀλλαγάς. Εἶχε τοποθε-
τήσει τὸν δεξιὸν ψάλτην ἀριστερὰ καὶ
τὸν ἀριστερὸν δεξιά. Ὃ χωρικός, ἀ-
γράμματος ὦν, δὲν κατηνόει βεβαίως
τὸ τί ἐψάλλετο, ἀλλὰ τὸ πῶς ἐψάλλε-
το μόνον, ἀκούων δὲ τὰ --ἴδια,
βέβαια--- τροπάρια μὲ διαφορετικὰς
φωνὰς ἐπείσθη, ὅτι ὁ ἱερεὺς εἶχεν ἀλ-
λάξει τὴν λειτουργίαν. Ἐφ᾽ ᾧ καὶ κατὰ
τὴν διανομὴν τοῦ ἀντιδώρου τὸ παρε-
δέχθη εἰς τὸν ἐρωτήσαντα σχετικῶς
καὶ ὑπὸ τοὺς μύστακάς τοὺ μειδιῶντα
ἱερέα. "Ὅμως, ἐξερχόμενος τοῦ ναοῦ
καὶ ἐπανασκεπτόμενος τὰ διαδραμα-
τισθέντα, κάτι δὲν τοῦ ἐφαίνετο σω-
στόν. Ὅθεν καὶ ἠκούσθη διαπορῶν:
«Μὰ καὶ Βαγγέλιον ἤβγαλε καὶ ἅγια ἤ-
βγαλε καὶ τρεῖς καμπάνες βρόντηξεν.
Πῶς ἤλλαξε τὴν λειτουργίαν ὁ ηὐλογη-
μένος»;
Τὸν ἀφελῆ Χιώτην, λοιπόν, ἐσκε-
πτόμην, ὅτε ---ὡς διαβάζω εἰς τὰς ἐφη-
μερίδας --- ἡ φλαγέρα ἤρχισεν νὰ παί-
ζη τὸν παλαιόν, γνωστόν, ἀνατολίτι-
κον σκοπόν -- «Τοῦρκοι εἰς τὸ Αἱ-
γαῖον». Ἣ ποίμνη καλεῖται νὰ ἠρεμήση:
«Λησμόνει Τιμολέον, διότι ὅστις λησμονεῖ,
δὲν ἐνθυμεῖται πλέον»...
Δ ιαµένω εἰς ἐν ὀρθογώνιον κουτί,
χωρισµένον εἰς μικρότερα κου-
τιά. Δίπλα, ἐπάνω καὶ κάτω, ὑπάρ-
χουν ἄλλα παρεμφερῆ κουτιά, ὅπου,
προφανῶς, διαμένουν ἄλλοι ἄνθρω-
ποι. Λέγω προφανῶς, ἐπειδὴ τὴν πα-
ρουσίαν των ἐκ τῶν θορύβων µόνον εἰ-
κάζω, τοὺς ἰδίους δὲ δὲν ἠξεύρω ἄν
τοὺς ἔχω συναντήση ποτέ.
Κάθε πρωϊ ἠχεῖ ἕν μικρὸ κουτί, ποὺ
ἔχω δίπλα εἰς τὸ κρεββάτι. Θὰ ἐγερθῶ
ἀμέσως, θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ κουτί-
μπάνιο, θὰ πλυθῶ, θὰ ξυρισθῶ χρησι-
μοποιῶν ἕν ἄλλο κουτάκι --τὴν ἠἦλε-
κτρικὴν μηχανήν. ᾽Ακολούθως, θὰ ἀ-
νοίξω ἕνα λευκὸν κουτί, ποὺ τὸ λέγω
ψυγεῖον, διὰ νὰ βγάλω τὸ κουτὶ μὲ τὸ
γάλα. Ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου κουτιοῦ θὰ ψή-
σω καφέν, τὸν ὁποῖον θὰ πιῶ βιαστι-
κά, κυτάζων συνεχῶς τὸ μικρὸ κουτά-
κι ποὺ ἔχω δεμένον. εἰς τὸν ἀριστερὸν