ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

156ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1994

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9259 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
58 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. "Προσκυνήματα" — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 9259 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 156

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ «Προσκυνήµατα» «᾿Αχτὸ παραμύθι ποὺ ἀγαπῶ (ποὺ μοῦ τὴν εἶχε στήσει, γιὰ τὴν ἀχρίδεια), νὰ μὴν ἦταν μόνο παραμύθι». Ἥ Κοκκινοσκουφίτσα πάντως στὸ δάσος τῶν λύκων δὲν ἦταν µόνο παραμύθι’ οὔτε ἡ παρατηµένη στοὺς λύκους γιαγιά. Τί ζητάει, ἀπὸ μένα ἡ καμπάνα τῆς Κυριακῆς; Αὐτὸ πιὰ χι ἂν εἶναι παραμῦθι. Κυριακάτικο ξύπνήμα στὸ λεκά νοπέδιο μὲ «εὐαγγελ ἰζου». ᾿Οξύμωρα σχήματα, ποὺ πνέουν τὰ λοίσθια. Τὰ πο- λυόροφα ἀνεδαίνουν, οἱ καμπάνες χατεθαίνουν' ἀκολουθοῦν τὴ μοῖρα τῶν ναῶν, ποὺ δουλιάζουν ὥρα τὴν ὥρα. Τὰ «ρετιρὲ» κυττάζουν κι’ ὅλας ἀφ᾽ ὑψηλοῦ τὰ καμπαναριά. ΄Η τσιμεντούπολι προχωρεῖ ἀκάθεχτη, καταύροχθίζει τὰ πάντα, Καταστρέφει καὶ καταστρέφεται. Σὲ λίγο θὰ πε; ράση ἀπὸ πάνω τους μοιραῖο κῦμα τοῦ χρόνου. ο ᾿Αδαμ θὰ δὴ καὶ πάλι γυμνὴ τὴν ἀλ ἤθεια, τὸ θανάσιμο λάθος τοῦ «κατακυριεύσατε». Πρὸς τὸ παρὸν ὅλοι φεύγουν, ἀγρίμια ποὺ διαισθάνο- νται τὸν κίνδυνο" ξαναγυρίζουν μὲ τὴν καρδιὰ δαρειά, ἡ καμπάνα πουλάει ἀκόμη" ἕως πότε; Τὴν ἡμέρα τοῦ Σαὐδάτου, καὶ τῆς Παρασκευῆς, ξεχινοῦν τὰ «πούλμαν» γιὰ τὰ προσκυνήµα- τα, «φορτωμένα» πίστι, ᾿Αδραὰμ ποὺ παρῴκησε καὶ κεφτεδάχκια. «Πάροικος εἰς γῆν ἀλλοτρίαν» ἐγώ, στὴ δική µου γῆ. Ἢ καμπάνα ὑποχωρεῖ: «ἀνεπαισθήτως» δίνει τὴ θέση τῆς στὸ σήμαντρο, ποὺ θυμίζει τὰμ- τάμ, φέρνει ἕ ἕναν ἀέρα ἀφρικανικῆς ζούγκλας χωρὶς τὴν ὑγεία τῆς. ᾿Εκεῖ ἡ «ἄρνη- σις τοῦ κόσμου», ἡ « νέχρωσις τῆς σαρκός», ὁ «θεωρητικὸς καὶ ἀπράγμων δίος». ᾽Εκεῖ και ἡ ἁγιό- χουπα τῆς Ρωμιοσύνης ἀποκαθαίρει τοὺς μπαρουτοκαπνισμένους ἀστοὺς «ἀπὸ πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλαχίαν». " Ὅσο μεγαλύτερες ἀποστάσεις τηροῦνται ἀπὸ «τὸ δέντρο τῆς γνώσεως», τό- σο τὸ καλύτερο. « Ἣ παιδεία ποτὲ δὲν θεωρή θηχε ἀπαραίτητη προὔπόθεση. γιὰ τὸν καλὸ μονα χὸ καὶ γενιχότερα γιὰ τὸν καλὸ χριστιανό». Πρόδατα χρειάζεται ὁ τσοπάνης, ὄχι τσακάλια. «Οἱ Ἕλληνες ( τρόπος τοῦ λέγειν) μοναχοὶ ὶ οὐδαμῶς φιλοτιμοῦνται νὰ μάθωσι γράμματα (τὰ χαρίζουν στοὺς εἰδωλολάτρες). ᾿Αναγιγνώσκουσι μόνον μηχανικῶς ὅσα ἡ ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ ὑπηρεσία αὐτῶν τυπικῶς ἐπιδάλλει αὐτοῖς, οὐδὲν ἑ ἐννοοῦντες, οὐδὲν διδάσκοντες τὸν λαὸν καὶ οὐδὲν δυνάμενοι νὰ διδάξωσι, διότι εἶναι ἀγράμματοι». (Στέφανος Οογίαομ, ἱερεὺς τῆς γερμανικῆς πρεσύείας στὴν Κωνσταντινούπολι, 1577). ᾿Ακόμη καὶ στὰ μεγάλα μοναστήρια (Αγιον Ὅρος, Μέγα Σπήλαιο, Πάτμος) τὸ ποσοστὸ τῶν μονα χῶν ποὺ ἤξεραν ἀἁ ἀνάγνωσι χαὶ γραφὴ κυμαινόταν γύρω στὰ 390. Καὶ ὑπῆρξαν λόγιοι, κληρικοὶ χαὶ λαϊκοὶ ( Παχώμιος Ρουσᾶνος - | όος αἱ, ᾿Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Κοραῆς, ἤάνθιμος Γαξῆς), ποὺ μίλησαν μὲ αὐστηρότητα «γιὰ τὴν ἀμάθεια τῶν μοναχῶν καὶ τὴν ἀπροθυμία τους νὰ συνεισφέρουν στὴν παιδεία», ἐνῶ κάλλιστα μποροῦσαν. Ρωμιὸς μπαμπανᾶτος ὁ κ. Μπαμπινιώτης 6) γαίνει στὸ γυαλὶ καὶ γυαλίζεται' χαὶ εὐτυχῶς, λέ- εἰ, τὰ «χρυφὰ σχολειά», καὶ εὐτυχῶς ἡ ᾿Αγία Γραφή, ποὺ ἔσωσαν τὴν Ελλη νικὴ Γλῶσσα χι ἔζη- σαν αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα. Σχεφθῆτε, τί θὰ παθαίναμε, ἂν ἡ “Αγία Γραφή, τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν μισελλή γων προφητῶν συμπεριλαμδα γομένη ς, εἶχε κυκλοφορήσει στὴν ἀραμαϊχὴ φέρ᾽ εἰπεῖν. "Αν ὁ λαλίστατος Παῦλος εἰχε πεῖ τὰ τόσα ὡραῖα του στὴ γλῶσσα ποὺ μίλησε ὁ Γιαχ- δὲ στοὺς προπάτορες τοῦ χ. Μπαμπινιώτη, ὁ κ. Μπαμπι γιώτης θὰ ἔ ἔμενε χωρὶς ἀκροατήριο (μᾶλλον θά χανε κάποια ἄλλη δουλειά), γιὰ Χ. θιστιανισμὸ δὲν θά ᾽χε πάρει εἴδησι οὔτε δ᾽ Αραφάτ, κι ἐμεῖς τί θὰ γινόμαστε «χωρὶς δαρδάρους»; Οὔτε κἂν ἅγιο Φλωρίνης θὰ εἴχαμε, νὰ μᾶς διαφωτί ζει µε ὁμιλίες ( «ὡς ἱεροχῆρυξ τῆς ἱερᾶς ἀρχιεπισχοπῆς ᾿Α θηνῶν», παρακαλώ) καὶ διθλία, ὅπου ὁ Δαυὶδ «νικᾷ τὸν “Ομηρο». Βρόντα Δυκαθδηττέ. Καὶ ἐπειδὴ οἱ θαυμασταὶ τοῦ κ. Καντιώτη ἀγνοοῦν προ- φανῶς, χατὰ ποῦ πέφτει ὁ Ὅμηρος, ὁ ἅγιος διευκρινίζει: Αὐτὸν γιά, «ποὺ ἔγραψε τὴν Ἰλιάδα χαὶ τὴ ν᾿Οδύ ύσσεια». Φοράδα-ἄ ἄχερο. («Χρ. Σπίθα», ᾿Οκτώδριος 1 904). Εἶσαι ἀπόλαυσι, σεδα- σμιώτατε, μόνο ποὺ γεννήθηκες σὲ λάθος χρόνο. Σὲ φαντάζομαι νὰ ὁδηγεῖς τὶς ὀρδὲς τῶν μελα- νοχιτώνων ἐναντίον τῶν ἀγαλμάτων, χαὶ χρυφὴ τρεμούλα παραλύει τοὺς ἁρμούς μου. Καὶ τὴν σήμερον ὅμως δὲν ὑ ὑστερεῖς. Το διδλίο σου, ὅπου ὁ Δαυὶδ ξαπλώνει: κάτω (καὶ) τὸν Ὅμηρο, γεν- νοδολάει ἀπὸ τὸ 1957, καὶ ἕπεται συνέχεια. Μὲ τὴ φόρα πού χεις πάρει, ὅπου νά 'ναι Χαθαριζεις χαὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ' “Ἕλληνες ποιήτές, καὶ σὲ καμαρώνουμε στὴν ᾿Ακρόπολη, νὰ ὑψώνεις θριαμδικἀ τὸ ἄστρο τοῦ Δαυίὸό. «Προδοκάτσια», διαμαρτύρεται ὁ ὁ Χριστὸς ἔξω ἆ ἀπὸ τὴ Μητρό- πολη «φωνῇ μεγάλῃ ». Δὲν ἔχω τίποτα μὲ τοὺς "Ελληνες καὶ μάλιστα μὲ τὸν "Όμηρο. Τὰ κάνουν
← καθαρισμένο κείμενο