ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

156ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1994

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9275 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
74 ἀπό 97
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μωυσής — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 9275 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 156

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ ζ. Μωυσῆς (1) ᾿Απὸ τοὺς μέγιστους προπάτορές μας. Κι αὐτὸς ἀπὸ μικρὸς ἄρχισε νὰ δηλώνῃ τὰ χαρίσματά του. Ἔτσι «κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἀφοῦ ὁ Μωὺσῆς ἐμεγάλωσε, ἐξῆλθε πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ: καὶ παρατηρῶν τὰ δάρη αὐτῶν, θλέπει ἄνθρωπον Αἱ ἰγύπτιον τύπτοντα “Εόραϊόν τινα ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, περιόλέψας δὲ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καὶ ἰδὼν ὃ ὅτι δὲν ἦτον οὐδείς, ἐπάταξε τὸν Αἰγύπτιον, καὶ ἔκρυψεν αὐτὸν ἐν τῇ ἄμμῳ» (ἼἜξοδος, δ΄ 1], 12). Νάτος ὁ προπάτορας, ἀκόμα δὲν ὄγῆκε ἀπ’ τ᾽ αὐγό, τὸν καθάρισε τὸν Αἰγύπτιο, τοῦ ἔσκαψε τὸν λάκκο, καὶ τὸν ἔχωσε καὶ μέσα. «Οὐ φονεύσεις», που λέει καὶ ἡ ἐντολὴ τοῦ Γιαχδέ. Μεγάλωσε κι ἄλλο ὁ προπάτοράς μας, κι ἔγινε κι αὐτὸς μὲ τὴν σειρά του μέγας τσοπαναραῖος, ὅπως κι ὅλοι οἱ πρὀγονοίτου ἄλλωστε. "Ολα κυλοῦσαν ὄμορφα, καὶ καλά, ὥσπου μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὔδοσκε τὰ πρόδατα, τὸν πῆρε εἴδη σὴ ἀπὸ ψηλὰ ὁ Γιαχδέ. Δὲν εἶχε τί νὰ κάνῃ ἐκείνη τὴν μέρα ὁ πάνσοφος, εἶχε καὶ τὰ κεφάκια του, δὲν τὸ πολυσκέφτηκε καὶ νάσου φάντης “μπαστούνι μπροστὰ στὸν ἅγιο προπάτορα (ἡμῶν. τῶν Ελλήνων). Στὰ πεταχτά, ὅπως συνηθίξει -- ἔφτιαξε τον κόσμο μέσα σὲ ἑπτὰ ἡμέρες, λὲς καὶ τὸν κυνήγαγε κανείς, γιὰ νὰμᾶς δείξῃ ὁ ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος -- πῆγε καὶ χώθηκε σὲ μιὰ θάτο καὶ ἄρχισε να καίγεται. «Μωύῦσῆ, Μωύση, γύρνα νὰ δῇς», τοῦ φώναξε. Χάξεφε ὁ Μωύσῆς μὲ τὸ θέαμα, γιατὶ ἡ 6άτος δὲν Χαιγότανε. Τί εἶναι αὐτό, δρὲ παιδίµου, σκέφτηκε. Καὶ τότε: «καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν Μωῦσήν, Ἐγὼ εἰμαι ὁ Ὧν» (Εξοδος, γ 14). Γιατὶ Ὧν ἦταν τὸ καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, ἂν δὲν τὸ καταλάδατε. ἜΕτσοι ἀπεφάσισε νὰ κάνῃ καὶ τὸν Μωῦσῆ ταχυδακτυλουργό, νὰ τοῦ διδάξῃ τὴν τέχνη. Κάθισε λοιπὸν ὁ προπάτοράς μας σὰν καλὸ παιδί, κι ἄρχισε ὁ μέγας Ὧν νὰ τοῦ μαθαίνῃ κόλπα. «Καὶ εἶπεν πρὸς ( αὐτὸν ὃ Κύριος. Τί εἶναι τοῦτο, τὸ ἐν τῇ χειρί σου; Ο δὲ εἰπε: οἀὄδος. Καὶ εἰπε: Ρίψον αὐτὴν κατὰ γῆς, καὶ ἔγινεν ὄφις» ( ἔξοδος, δ΄ 2, 3). Πάει, τὸν χάξεψε πάλι τὸν προπάτορα. Καὶ συνεχίζει: «ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου, καὶ πίασον αὐτὸν ἀπὸ τῆς οὐρᾶς' καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἔπιασεν αὐτὸν καὶ ἔγινε ράδδος ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ» (Εξοδος, δ΄4). Οὔτε ὁ Χουιντὶ δὲν τἄκανε αὐτὰ τὰ κόλπα. Καὶ ποῦ νὰ δεῖτε καὶ πιὸ κάτω: «Καὶ εἰπεν ἔτι πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος (Ὧν): Βάλε τώρα τὴν χεῖρά σου εἰς τὸν κόλπον σου» (ἐδῶ ἓ ἔχουμε τὸ παλιό, συνηθισμένο Χόλπο μὲ τὸ λαγουδάκι). ”Αστα αὐτά, 6ρὲ Γιαχδέ, τὰ ξέρουμε, τοῦ λέει ὁ προπάτορας. Νὰ σοῦ ὄγάλω ἐγὼ ὅσα λαγουδάκια θέλεις. Μη διάξεσαι, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Ὥν. «Καὶ ἔδαλε τὴν χεῖρα αὐτοῦ εἰς τὸν κόλπον αὐτοῦ: καὶ ὅτε ἐξήγαγεν αὐτήν, ἰδού, ἡ χεὶρ αὐτοῦ λεπρὰ ὡς χιὼν» (Εξοὸδος, δ΄5). Καὶ αὐτὸ τὸ ξέρουμε, 6ρὲ Γιαχδέ, τοῦ ἀπαντᾶ καὶ πάλι ὁ Μωῦσῆς, μιὰ ζωὴ λεπροὶ εἴμαστε ὅλοι, κάτι ἄλλο δὲν ξέρεις; Ἄρχισε νὰ ψιλοτσαντίζεται ὁ μέγας Ὢν. Μὴν διάζεσαι, τοῦ ξαναλέει. «Καὶ εἶπε, δάλε πάλι τὴν χεῖρά σου εἰς τὸν κόλπον σου: καὶ ὅτε ἐξήγαγεν αὐτὴν ἐκ τοῦ κόλπου αὐτοῦ, ἰδού, ἀποκατεστάθη καθὼς ἡ “σὰρξ αὐτοῦ» (Εξοδος, ὃ 6,7). Ἔ, τότε ἀποτρελλάθηκε ὁ προπάτοράς μας. Ποῦ νὰ τὸ φανταστῇ, ὅτι ὁ μέγας Ὧν θὰ τὸν ἔκανε τόσο μεγάλο, ταχυδακτυλουργό,; “Ὅμως, τοῦ λέει, ὑπάρχει ἕνα μικρὸ προδληματάκι, μεγάλε ᾿ Ὥν: «ἐγὼ δὲν εἶμαι εὔλαλος, οὔτε ἀπὸ χθές, οὔτε ἀπὸ προχθές" ἀλλ᾽’ εἰμαι 6ραδύστοµος καὶ δραδύγλωσσος» (Ἔξοδος, δ10). Πωωὼ ρὲ γαμῶτο! Σὲ κεκὲ πέσαμε, φώναξε ὁ Γιαχδέ (ἄλλο ἂν ὁ κ. Σιαμάκης διαφωνεῖ, ἀφοῦ γι’ αὐτὸν ὁ Μωῦσῆς ἐφεῦρε τὸ ᾿Αλφάδητο). Καὶ τώρα τί κάνουμε; "Αντε ὁρὲ Μωύὺσῆ, νὰ σὲ κάνουμε καὶ ἐγγαστρίμυθο, νὰ πάῃ καὶ τὸ παλιάμπελο. ᾿Αλλὰ μέχοις ἐδῶ, δὲν ἔχει τίποτε
← καθαρισμένο κείμενο