ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
158ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μωυσής (ΙΙΙ) — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ |
θ. Μωυσῆς (111)
᾿Αφοῦ λοιπόν, ὅπως εἴδαμε καὶ στὰ προηγούμενα («Δ αυλός», τ. 156, 157),
ὁ ἅγιος προπάτοράς «μας» ἄλλαξε μὲ τὶς ἐπιδόσεις του ὡς θαυματοποιοῦ τὰ
φῶτα τοῦ Φαραώ, μάζεψε τοὺς συμπατριῶτες του καὶ ξεκίνησαν: «ἀνεχώρη -
σαν δὲ οἱ υἱοὶ ᾿Ισραὴλ ἀπὸ Ραμεσσῆ εἰς Σοκχώθ, περίπου ἑξακόσιαι χιλιάδες
ἄνδρες πεζοί, χωρὶς τῶν παιδίων. Μετ’ αὐτῶν συνανέδη καὶ μέγα πλῆθος σύμ-
μικτον ἀνθρώπων, καὶ ποίμνια, καὶ ἀγέλαι, κτήνη πολλὰ σφόδρα». (Εξοδος,
ιό’ 37). ἼΑρχισαν λοιπὸν ὅλοι αὐτοὶ νὰ περπατᾶνε, ἔκαναν ἀρκετὰ χιλιόμε-
τρα, καὶ κάποια στιγμὴ λογικὰ τοὺς ἔκοψε ἡ πεῖνα. Αὐτὸ σήμαινε, πὼς ἦρθε
ἡ ὥρα. τοῦ Γιαχδέ. Κατεδαίνει λοιπὸν μ’ ὅλο τὸ ὕφος καὶ ἀνακοινώνει: «Οὗτος
εἶναι ὁ νόμος τοῦ Πάσχα" οὐδεὶς ἀλλογενὴς θέλει φάγει ἀπ’ αὐτοῦ» ( Εδ., ιό’
43). Καὶ συνέχισε: «ὁ ξένος δὲ καὶ ὁ μισθωτὸς δὲν θέλουσι φάγει ἀπ’ αὐτοῦ»
(Εδ., ιό’ 45). ᾿᾽Απὸ τότε ὁ μισθωτὸς ήταν στὸ κυνήγι. ᾿Αλλὰ ἄφησε κι ἕνα πα-
ραθυράκι ὁ πάνσοφος: «καὶ ἐάν τις ξένος, παροικῶν μετὰ σοῦ, θέλῃ νὰ κάμῃ
τὸ Πάσχα εἰς τὸν Κύριον, ἂς περιτμη θῶσι πάντα τὰ ἀρσενικὰ αὐτοῦ, καὶ τό-
τε ἂς πλησιάσῃ, διὰ νὰ κάμῃ αὐτό"» (ἼἜξ., ι6 48). Μὲ λίγα λόγια δηλαδή, κό-
ψε τὸ πουλάκι, νὰ φᾶς φαγάκι. ᾿Αλλιῶς, φᾶτε μάτια ψάρια. Τότε ήταν, ποὺ
ἀνοίξανε τὰ πρῶτα ὑπαίθρια χειρουργεῖα, καθὼς τὰ στομάχια τῶν ξένων ἀρχί-
σανε νὰ δίνουνε συναυλίες κρουστῶν ἀπὸ τὴν πεῖνα. Εἶχε θουτήξει κι ὁ προ-
πάτοράς «μας» τὴν ψαλίδα κι ἔκοδε πουλάκια ἀδέρτα. ᾿ ᾿Εόγαλε ὅλο του τὸ
ἄχτι. Βλέπετε μπρὸς στὴν πεῖνα τί εἶναι ὁ πόνος. Στὴν συνέχεια ὁ Γιαχδὲ λα-
λεῖ πρὸς τὸν ἅγιο προπάτορά «μας» λέγοντας: «Κ αθιέρωσον εἰς ἐμὲ πᾶν πρω-
τότοκον διανοῖγον πᾶσαν μήτραν μεταξὺ τῶν υἱῶν ᾿Ισραὴλ, ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως
κτήνους ἰδικόν µου εἶναι τοῦτο» (" Ἐξοὸδ., ιγ΄ 1). Καὶ παρακάτω: «διὰ τοῦτο θυ-
σιάζω εἰς τὸν Κύριον πᾶν ἀρσενικὸν διανοῖγον τὴν μήτραν καὶ πᾶν πρωτό-
τοκον τῶν υἱῶν μου ἐξαγοράξω» ( Εξοὸδ,, ιγ΄ 15). Τώρα, ἂν κάπου μπερδευτεῖ
ῇ ἐξαγορὰ μὲ τὴν θυσία, μικρὸ τὸ κακό, ἀφοῦ καὶ τὰ δύο, ὅπως εἴδαμε παρα-
πάνω, ἄνθρωποι καὶ κτήνη, τοποθετοῦνται στὴν ἴδια ζυγαριὰ καὶ εἶναι ἱερὰ
καὶ δικά του.
Ἐν συνεχείᾳ ὁ Γιαχδὲ γίνεται λάμπα καὶ μάλιστα ἱπτάμενη, προκειμένου νὰ
προστατεύσῃ τοὺς περιούσιους, γιὰ νὰ μὴν χαθοῦν τὴν νύκτα. ᾿Αλλὰ αὐτοὶ χα-
θήκανε τὴν μέρα καὶ γυρνάγανε σαράντα χρόνια χαμένοι στὴν ἔρημο, ἡ νύ-
κτα τοὺς μάρανε; ««Ο δὲ Κύριος προεπορεύετο αὐτῶν, τὴν ἡμέραν, ἐν στύλῳ
νεφέλης, διὰ νὰ ὁδηγῇ αὐτοὺς ἐν τῇ ὁδῷ: τὴν δὲ νύκτα, ἐν στύλῳ πυρός, διὰ
νὰ φέγγῃ εἰς αὐτούς: ὥστε νὰ ὁδοιπορῶσιν ἡμέραν καὶ νύκτα» (Εξοὸδος, ιγ΄
21). Φαντάσου δηλαδή, νὰ μὴν εἴχανε καὶ τὸν Γιαχόέ. ᾿Ακόμα γύρες θὰ φέρ-
νανε καὶ θὰ ρίχνανε ἔξω καὶ τὸν ὀργανισμὸ ΓΙ. Α.ΧΡΒ.Ε.-4ΕΗ. Σὲλίγο ὃ ὅμως
τὰ στομαχικὰ ταμποῦρλα ἆ ἄρ χισαν νὰ ξαναχτυπᾶνε, ὁπότε οἱ ἱ ἐργαζόμενοι στὸν
ὀργανισμὸ ἔκαναν τὴν πρώτη τους ἀπεργία: «καὶ ἐγόγγυξε πᾶσα ἡ συναγωγὴ
τῶν υἱῶν ᾿Ισραὴλ κατὰ τοῦ Μωυσέως καὶ κατὰ τοῦ ᾿Α αρὼν ἐν τῇ ἐρήμῳ. Καὶ
εἶπον πρὸς αὐτοὺς οἱ υἱοὶ ᾿Ισραήλ. Εἴθε νὰ ἀπεθνήσκομεν ὑπὸ τῆς χειρὸς τοῦ
Κυρίου ἐν τῇ γῇ τῆς Αἱ ἰγύπτου, ὅτε ἐκαθήμεθα πλησίον τῶν λεδήτων τοῦ κρέ-
ατος, καὶ ὅτε ἐτρώγομεν ἄρτον εἰς χορτασμὸν» ( Εδοδ., ιστ 3).
Τότε εἶναι, ποὺ ὁ Γιαχδὲ ἀποφασίζει νὰ τοὺς ταΐσει ψωμί καὶ ἀρχίζει νὰ
τοὺς πετάει ἀπὸ ψηλὰ τὰ ξεροκόμματα: «Καὶ εἰπε Κύριος πρὸς τὸν Μωυσῆν.
᾿Ιδοὺ θέλω δρέξει εἰς ἐσᾶς ἄρτον ἐξ οὐρανοῦ» (Εξοδος, ιστ 4). Κατὰ πῶς λέ-
με, τοὺς πέταξε τὰ δικά του ψίχουλα. Τί νὰ κάνουν ὅμως, ἐδῶ κόντεψαν νὰ