ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
159ΜΑΡΤΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- "Ώ, τί κόσμος, μπαμπά" — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ
«Ὦ, τί κόσμος, μπαμπᾶ»
25 ᾿Ιουλίου 126]. «Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολι ἐπανῆλθε στοὺς “Ἕλληνες
ἔπειτα ἀπὸ λατινικὴ κατοχὴ 57 ἐτῶν. “Ο ἀναστηλωτὴς τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας
ὑπῆρξε ὁ Μιχαὴλ Π΄ Παλαιολόγος», σφετεριστὴς τοῦ θρόνου (τῶν θρόνων μᾶλλον) καὶ «νέ-
ος Κωνσταντῖνος», «νέος Δαυίδ», «νέος Ζοροδάδελ» ἢ ἢ «Σασαδάσσαρ». Ἂν δὲν εἴχατε
ποτὲ κακὸ συναπάντημα μὲ τὸν κ. .Ζοροδάδελ, σᾶς πληροφορῶ ὁ ὅτι ὑπῆρδε «υἱὸς τοῦ Σα-
λαθιὴλ ἢ τοῦ Φεδαίου καὶ ἐγγονὸς τοῦ δασιλέως ᾿Ιωακείμ. ἾΗτο εἰς ἀπὸ τοὺς ἐπιδόξους
διαδόχους τοῦ δασιλικοῦ θρόνου τοῦ ᾿Ιούδα χαὶ ἀναφέρεται εἰς τὸν γενεολογικὸν πίνα-
χα τοῦ Κυρίου α ὡς! ἕνας ἀπὸ τοὺς προπάτορας τοῦ ᾿Ιωσή ϕ, τοῦ ἀνδρὸς τῆς Παρθένου». Καὶ
τί μᾶς νοιάζει ἐμᾶς; θὰ μοῦ πεῖτε. Οὔτε κι ἐμένα μὲ νοιάξει, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ μαθαί-
νουμε τὴν ἱστορία μας. « “Ἱστορία μου - ἁμαρτία µου», ποὺ λέει καὶ τὸ λαϊκὸν ἆσμα.
Στὴν ἀνάμνησι τῆς «ἡμέρας ἐκείνης» ἡ γιαγιά μου ἀπαγγέλλει. Δαυὶδ σὲ ρυθμὸ ἑξά-
ψαλμου κι ὅποιον πάρει ὁ χάρος. Δὲν ξέρω, ἂν φταίει ὁ Δαυὶδ ἢ κάποιο ἀπωθημένο τῆς,
ἀλλὰ ὅταν τὴν πιάνει αὐτὸς ὁ οἰστρος, αὐτομάτως γαδριώνεται καὶ μὲ κυττάζει ἀφ᾽ ὑψη-
λοῦ' μὲ κάποια κακία, θὰ ἔλεγα, ποὺ δὲν εἶναι τοῦ χαρακτῆρος τῆς. Βάνει ἕνα χεράκι καὶ
ὁ κ. Καντιώτης, «εὖγε Κλεονίκη», καὶ ἡ ἀγαθὴ γυναῖκα χάνει τελείως τὰ νερά της καὶ
παίρνει τὸ ὕφος τοῦ «τάδε λέγει Κύριος».
᾿Εγὼ πάλι είμαι ἄλλο πρᾶγμα. Περή φανη γιὰ τὰ λατινικά μου γονίδια, μπορεῖ χαὶ αὐτο-
κρατορικά, τίποτα δὲν ἀποκλείεται, δὲ δίνω δεκάρα σὲ ποιοὺς «ἐπανῆλθε» ἡ ἡ Νέα Ἱερου-
σαλὴμ μὲ τοὺς Δαυίδ, τοὺς Ζοροδάδελ καὶ τοὺς Σασαδάσσαρ. Κρατάω ἀπο τὴ Νέα “Ῥώ-
µη, θλέπετε, λόγω παπποῦ, ποὺ ξεόδράστηκε στὴν Πελοπόννησο, λατινιστὶ Μωριᾶς ἀπὸ τὰ
πολλὰ καὶ λυκὰ μοῦρα ποὺ ἔτρωγαν ἐκεῖ κάτω οἱ Φράγκοι, σὲ σημεῖο νὰ γίνουν ξεφτέ-
οια στὰ ης νικά, χωρὶς νὰ τὸ πάρουν εἴδησι. Μπράδο κορίτσια! Καὶ δὲ σᾶς φαινότανε.
Ἔξ ἄλλου ἐ ἔτσι κι ἁλλιῶς τό χω πάρει ἀπόφασι. "Οπως κι ἂν ἔρθουν τὰ πράγματα, ἤμουν
καὶ θὰ εἰμαι πάντα στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, προδιαγεγραμμένη ἀπὸ τὸ θέλημά του. «ἤΑμρι ἃ
Μούνκου», κατὰ πὼς λένε (λέγανε τουλάχιστον) καὶ οἱ Σουαχίλι τοῦ Κιλιμάντξαρο. Καὶ
αὐτὸ εἶναι κάτι, ποὺ κολλάει σὰ σύφιλι καὶ ὶ μεταδίδεται μὲ τὸν ἀέρα, σὰν ἀνεμοόλόϊ, ἀλλὰ
δὲ χάνει ποτὲ τὴν ἀξία του. Παραμένει ἐσαεὶ τοῦ συρμοῦ καὶ ἔχει πέρασι.
Τὰ ἤξερε αὐτὰ ὁ τετραπέρατος Μ ιχαλάκης καὶ ὅπως εἶχε 6ρεγµένη τή φωλιά του μὲ τὶς
συνωμοσίες καὶ τὸ σφετερισμὸ. τοῦ θρόνου τῶν /Ιασκάρεων, ποὺ ἦσαν πολὺ ἀγαπητοί,
ἔδαλε μπρὸς τὰ μεγάλα µέσα: «Ανακατάληψι Κωνσταντινουπόλεως» (οὔξω οἱ θεοµίση-
τοι Λατῖνοι!) χαὶ «ἦταν θέλημα Θεοῦ» νὰ περάσει ὁ Μιχαὴλ τὴ Χρυσῆ Πύλη αὐτοπρο-
σώπως σὰν ὁ μεγάλος ὁ ἐλευθερωτής, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τὴν Κωνσταντινούπολη δέδαια
δὲν τὴν ἀπελευθέρωσε ἐλόγου του οὔτε οἱ φίλοι του οἱ Γενουάτες. Τὸ δρόµο εἶχαν ἀνοί-
δει ὁ . Βατάτζης καὶ ὁ 6. άσκαρης, κι ἐκεῖνος ποὺ ἔδιωξε τελικὰ τοὺς Λατίνους ήταν ὁ
Αλέξιος Στρατηγόπουλος. Τόσο «θείῳ θελήματι» ἐλευθερωτὴς ὑπῆρξε ὁ Μιχαήλ, ὥστε
εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ τὸν πείσουν γιὰ τὸ γεγονός. Βρισκόταν τότε στὸ Μετεώριο τῆς Μ.
᾿Ασίας καί,κλό-κλό, ἄφησε νὰ περάσουν κάπου τρεῖς ἑδδομάδες, ἆ ὥσπου νὰ στρώσουν τὰ
πράγματα. Στὶς 15 Αὐγούστου, ἀνήμερα τῆς Παναγίας, ἔκανε τὸ μεγάλο ντοῦ.
᾿«Μακρὰ ἡ πομπή. Μπροστὰ προχωροῦσε τὸ παλλάδιον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ
εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἡ Οδηγήτριας (τί ἔχει τραδήξει κι αὐτὴ τέλος πάντων" καλὰ τὸ γιο,
ἀλλὰ καὶ τὴ μάνα, μωρέ; ) καὶ πίσω της ὁ Μιχαὴλ πεζός, τελετουργικός», ἐνῶ τὰ πλήθη πα-
φαληροῦσαν. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος. Οἱ καλόγεροι ἐ ἔτρεχαν ἔξαλλοι στολίζοντας μὲ
λου οὔύδια τὰ μοναστήρια. Ζήτω ἡ ᾿Ορθοδοξία. Κάτω τὸ Πἱοφιιο. Γιὰ τὴν Κωνοταντι-
νούπολι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ καρφάκι δὲν τοὺς καιγότανε, ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων.
Στὴ Χρυσῆ Πύλη στάθμευσε, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεὸ μὲ τὶς προσευχὲς ποὺ είχε σκα-
ρώσει ὁ μέγας λογοθέτης Γ Ἑώργιος ᾽᾿Ακροπολίτης (ἄντε καὶ καλός «δικηόρος», Γεώργιε).
Μπροστὰ στὸ ναὸ τῶν ᾿Αγίων ᾿Αποστόλων ὕ ὕψωσε στήλη μὲ τὸ ἄγαλματ τοῦ προστάτη του
ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, στὸν ὁποῖον ἕνα ἄλλο ἀγαλμα, μὲ τή µορφή τοῦ αὐτοκράτορα, προ-
σέφερε τὸ ὁμοίωμα τῆς Πόλεως.
Πέρα στὴ Νίκαια ὁ νόμιμος αὐτοκράτωρ, ὁ ὀκταετὴς ᾿Ιωάννης 4’ /άσκαρης, ἄκουγε
προσεκτικὰ τὸ μάθημα γιὰ «τὰ μεγάλα τῆς πίστεως κατορθώματα» ἀπὸ τὸν πατριάργη
᾿Αρσένιο. Σὲ κάποια στιγμὴ ἀνοίγει ἡ πόρτα καὶ μπαίνει ἕνας ἀγγελιαφόρος τοῦ Μιχαήλ,