ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

159ΜΑΡΤΙΟΣ 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9435 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
30 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. "Ώ, τί κόσμος, μπαμπά" — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 9435 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 159

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ «Ὦ, τί κόσμος, μπαμπᾶ» 25 ᾿Ιουλίου 126]. «Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ Κωνσταντινούπολι ἐπανῆλθε στοὺς “Ἕλληνες ἔπειτα ἀπὸ λατινικὴ κατοχὴ 57 ἐτῶν. “Ο ἀναστηλωτὴς τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας ὑπῆρξε ὁ Μιχαὴλ Π΄ Παλαιολόγος», σφετεριστὴς τοῦ θρόνου (τῶν θρόνων μᾶλλον) καὶ «νέ- ος Κωνσταντῖνος», «νέος Δαυίδ», «νέος Ζοροδάδελ» ἢ ἢ «Σασαδάσσαρ». Ἂν δὲν εἴχατε ποτὲ κακὸ συναπάντημα μὲ τὸν κ. .Ζοροδάδελ, σᾶς πληροφορῶ ὁ ὅτι ὑπῆρδε «υἱὸς τοῦ Σα- λαθιὴλ ἢ τοῦ Φεδαίου καὶ ἐγγονὸς τοῦ δασιλέως ᾿Ιωακείμ. ἾΗτο εἰς ἀπὸ τοὺς ἐπιδόξους διαδόχους τοῦ δασιλικοῦ θρόνου τοῦ ᾿Ιούδα χαὶ ἀναφέρεται εἰς τὸν γενεολογικὸν πίνα- χα τοῦ Κυρίου α ὡς! ἕνας ἀπὸ τοὺς προπάτορας τοῦ ᾿Ιωσή ϕ, τοῦ ἀνδρὸς τῆς Παρθένου». Καὶ τί μᾶς νοιάζει ἐμᾶς; θὰ μοῦ πεῖτε. Οὔτε κι ἐμένα μὲ νοιάξει, ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ μαθαί- νουμε τὴν ἱστορία μας. « “Ἱστορία μου - ἁμαρτία µου», ποὺ λέει καὶ τὸ λαϊκὸν ἆσμα. Στὴν ἀνάμνησι τῆς «ἡμέρας ἐκείνης» ἡ γιαγιά μου ἀπαγγέλλει. Δαυὶδ σὲ ρυθμὸ ἑξά- ψαλμου κι ὅποιον πάρει ὁ χάρος. Δὲν ξέρω, ἂν φταίει ὁ Δαυὶδ ἢ κάποιο ἀπωθημένο τῆς, ἀλλὰ ὅταν τὴν πιάνει αὐτὸς ὁ οἰστρος, αὐτομάτως γαδριώνεται καὶ μὲ κυττάζει ἀφ᾽ ὑψη- λοῦ' μὲ κάποια κακία, θὰ ἔλεγα, ποὺ δὲν εἶναι τοῦ χαρακτῆρος τῆς. Βάνει ἕνα χεράκι καὶ ὁ κ. Καντιώτης, «εὖγε Κλεονίκη», καὶ ἡ ἀγαθὴ γυναῖκα χάνει τελείως τὰ νερά της καὶ παίρνει τὸ ὕφος τοῦ «τάδε λέγει Κύριος». ᾿Εγὼ πάλι είμαι ἄλλο πρᾶγμα. Περή φανη γιὰ τὰ λατινικά μου γονίδια, μπορεῖ χαὶ αὐτο- κρατορικά, τίποτα δὲν ἀποκλείεται, δὲ δίνω δεκάρα σὲ ποιοὺς «ἐπανῆλθε» ἡ ἡ Νέα Ἱερου- σαλὴμ μὲ τοὺς Δαυίδ, τοὺς Ζοροδάδελ καὶ τοὺς Σασαδάσσαρ. Κρατάω ἀπο τὴ Νέα “Ῥώ- µη, θλέπετε, λόγω παπποῦ, ποὺ ξεόδράστηκε στὴν Πελοπόννησο, λατινιστὶ Μωριᾶς ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ λυκὰ μοῦρα ποὺ ἔτρωγαν ἐκεῖ κάτω οἱ Φράγκοι, σὲ σημεῖο νὰ γίνουν ξεφτέ- οια στὰ ης νικά, χωρὶς νὰ τὸ πάρουν εἴδησι. Μπράδο κορίτσια! Καὶ δὲ σᾶς φαινότανε. Ἔξ ἄλλου ἐ ἔτσι κι ἁλλιῶς τό χω πάρει ἀπόφασι. "Οπως κι ἂν ἔρθουν τὰ πράγματα, ἤμουν καὶ θὰ εἰμαι πάντα στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, προδιαγεγραμμένη ἀπὸ τὸ θέλημά του. «ἤΑμρι ἃ Μούνκου», κατὰ πὼς λένε (λέγανε τουλάχιστον) καὶ οἱ Σουαχίλι τοῦ Κιλιμάντξαρο. Καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι, ποὺ κολλάει σὰ σύφιλι καὶ ὶ μεταδίδεται μὲ τὸν ἀέρα, σὰν ἀνεμοόλόϊ, ἀλλὰ δὲ χάνει ποτὲ τὴν ἀξία του. Παραμένει ἐσαεὶ τοῦ συρμοῦ καὶ ἔχει πέρασι. Τὰ ἤξερε αὐτὰ ὁ τετραπέρατος Μ ιχαλάκης καὶ ὅπως εἶχε 6ρεγµένη τή φωλιά του μὲ τὶς συνωμοσίες καὶ τὸ σφετερισμὸ. τοῦ θρόνου τῶν /Ιασκάρεων, ποὺ ἦσαν πολὺ ἀγαπητοί, ἔδαλε μπρὸς τὰ μεγάλα µέσα: «Ανακατάληψι Κωνσταντινουπόλεως» (οὔξω οἱ θεοµίση- τοι Λατῖνοι!) χαὶ «ἦταν θέλημα Θεοῦ» νὰ περάσει ὁ Μιχαὴλ τὴ Χρυσῆ Πύλη αὐτοπρο- σώπως σὰν ὁ μεγάλος ὁ ἐλευθερωτής, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Τὴν Κωνσταντινούπολη δέδαια δὲν τὴν ἀπελευθέρωσε ἐλόγου του οὔτε οἱ φίλοι του οἱ Γενουάτες. Τὸ δρόµο εἶχαν ἀνοί- δει ὁ . Βατάτζης καὶ ὁ 6. άσκαρης, κι ἐκεῖνος ποὺ ἔδιωξε τελικὰ τοὺς Λατίνους ήταν ὁ Αλέξιος Στρατηγόπουλος. Τόσο «θείῳ θελήματι» ἐλευθερωτὴς ὑπῆρξε ὁ Μιχαήλ, ὥστε εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ τὸν πείσουν γιὰ τὸ γεγονός. Βρισκόταν τότε στὸ Μετεώριο τῆς Μ. ᾿Ασίας καί,κλό-κλό, ἄφησε νὰ περάσουν κάπου τρεῖς ἑδδομάδες, ἆ ὥσπου νὰ στρώσουν τὰ πράγματα. Στὶς 15 Αὐγούστου, ἀνήμερα τῆς Παναγίας, ἔκανε τὸ μεγάλο ντοῦ. ᾿«Μακρὰ ἡ πομπή. Μπροστὰ προχωροῦσε τὸ παλλάδιον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ἡ Οδηγήτριας (τί ἔχει τραδήξει κι αὐτὴ τέλος πάντων" καλὰ τὸ γιο, ἀλλὰ καὶ τὴ μάνα, μωρέ; ) καὶ πίσω της ὁ Μιχαὴλ πεζός, τελετουργικός», ἐνῶ τὰ πλήθη πα- φαληροῦσαν. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος. Οἱ καλόγεροι ἐ ἔτρεχαν ἔξαλλοι στολίζοντας μὲ λου οὔύδια τὰ μοναστήρια. Ζήτω ἡ ᾿Ορθοδοξία. Κάτω τὸ Πἱοφιιο. Γιὰ τὴν Κωνοταντι- νούπολι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ καρφάκι δὲν τοὺς καιγότανε, ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων. Στὴ Χρυσῆ Πύλη στάθμευσε, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεὸ μὲ τὶς προσευχὲς ποὺ είχε σκα- ρώσει ὁ μέγας λογοθέτης Γ Ἑώργιος ᾽᾿Ακροπολίτης (ἄντε καὶ καλός «δικηόρος», Γεώργιε). Μπροστὰ στὸ ναὸ τῶν ᾿Αγίων ᾿Αποστόλων ὕ ὕψωσε στήλη μὲ τὸ ἄγαλματ τοῦ προστάτη του ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, στὸν ὁποῖον ἕνα ἄλλο ἀγαλμα, μὲ τή µορφή τοῦ αὐτοκράτορα, προ- σέφερε τὸ ὁμοίωμα τῆς Πόλεως. Πέρα στὴ Νίκαια ὁ νόμιμος αὐτοκράτωρ, ὁ ὀκταετὴς ᾿Ιωάννης 4’ /άσκαρης, ἄκουγε προσεκτικὰ τὸ μάθημα γιὰ «τὰ μεγάλα τῆς πίστεως κατορθώματα» ἀπὸ τὸν πατριάργη ᾿Αρσένιο. Σὲ κάποια στιγμὴ ἀνοίγει ἡ πόρτα καὶ μπαίνει ἕνας ἀγγελιαφόρος τοῦ Μιχαήλ,
← καθαρισμένο κείμενο