ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
163ΙΟΥΛΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Εκκλησιαστές — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
| Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ
ιγ. Εκκλησιαστής
Ποῦ ἦταν κρυμμένος τόσον καιρὸ αὐτός; Εχει καὶ ὡραῖο ὄνομα, μεγαλόπρε-
πο. Ο προπάτοράς μας λοιπὸν αὐτός, ὁ ᾿Εκκλησιαστής, ήταν γυιὸς τοῦ Δαόδιὸδ καὶ
θασιλιᾶς τῆς Ἱερουσαλήμ. Μιὰ μέρα, ποὺ εἰχε τὶς μαῦρες του, είχαν πέσει τὰ κο-
πάδια του ἔξω, κάθισε κι ἔγραψε ἕνα διδλίο, ποὺ δέδαια εἶναι κι αὐτὸ πιὰ σήµε-
ρα «ἱερὸ» μας διόλίο, διδλίο-ὁδηγὸς τοῦ τεμπέλη. Καὶ ἀρχίξει: «Ματαιότης μα-
ταιοτήτων, εἰπεν ὁ ᾿Εκκλησιαστής' ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιό-
τῆς» (« ἔκκλ.»,α ΄2). Τὸ σκέφτηκε πολύ, γιὰ νὰ τὸ γράψη: Στὶς ἑ ἑπτὰ λέξεις οἱ πέ-
ντε εἶναι ἡ ματαιότης. Τί μαυρίλα, δρὲ παιδί μου! Πρέπει νὰ ἔχασε πολλὰ πρό-
όατα. «Τίς ὠφέλεια εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκ παντὸς τοῦ μόχθου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον
μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον;» («᾿ Εκκλ.», α 3). Ποῦ εἰσαι, ὁρὲ παράδεισε, μὲ τὶς ξάπλες
σου καὶ τὸ ἀραλίκι. Τί τὄθελε κι αὐτὸς ὁ Γιαχδέ, νὰ φυτέψῃ μηλιὲς στὸν παρά-
δεισο; ᾿Ακόμα ἀραχτοὶ θἄμασταν. Δὲν χόρταινε κι αὐτὴ ἡ λιγούρα ἡ Εὔα, ἤθελε
νὰ φάῃ καὶ μῆλα. Καὶ μετὰ ἤοθε ἡ καταστροφή. Μιὰ ζωὴ μόχθος. Γιατί, ὅπως λέ-
ει μιὰ παλιὰ παροιμία: «Ἵνα μῆλο τὴν ἡμέρα τὸν Γιαχθὲ τὸν κάνει πέρα». Καὶ
μᾶς ἄφησε. ἔτσι μὲ τὴν γλύκα ὁ Γιαχδέ.
ο προπάτοράς μας ὅμως ταν καὶ πολὺ µετριόφρων: «Ιδού, ἐγὼ ἐμεγαλύνθην
καὶ ηὐξήνθην εἰς σοφίαν ὑπὲρ πάντας τοὺς ὑπάρξαντας πρὸ ἐμοῦ ἐν “Ιερουσα-
λήμ, καὶ ἡ καρδία µου ἀπήλαυσε πολλὴν σοφίαν καὶ γνῶσιν» («᾿ ἔκκλ.», α΄ 16).
᾿Αφοῦ λοιπὸν ἔγινε τόσο σοφός, κάποια στιγμὴ κατανοεῖ τὸ σφάλμα του: «4ιό-
τι ἐν πολλῇ σοφίᾳ εἶναι πολλὴ λύπη: καὶ ὅστις προσθέτει γνῶσιν, προσθέτει πό-
νον» («Εχκλ.», α 168).
ἼΑχ, θρὲ προπάτορα, τί τὴν ἤθελες τὴν γνώση, καλὰ δὲν εἶναι τὰ προδατάκια
καὶ τὰ γίδια; Βγάζουνετυράκι, προδιές, κρέας, ἀκίνδυνα πράγματα, κι ὄχι μῆλα
κι ἄλλους ἐπικίνδυνους καρπούς. Ποιός ξέρει, πόσα μῆλα θᾶφαγε ὁ προπάτορας,
γιὰ νὰ γίνῃ τόσο σοφός. Κι ἀφοῦ τἄφαγε ὅλα μαζεμένα, λυπήθηκε, γιατὶ δὲν
ἄφησε τίποτα γιὰ μετά, καὶ στὴν συνέχεια, ἀφοῦ δαρυστομάχιασε, τὄόγαλε τὸ συ-
μπέρασμα: «ὅστις προσθέτει γνῶσιν, προσθέτει πόνον». "Ε, τί ἄλλο μποροῦσε νὰ
περιμένῃ; ᾿Εδῶ ἔφαγε ὅλα τὰ μῆλα τοῦ ᾿Ισραήλ, εἶναι νὰ μὴν πονάει τὸ στομάχι;
Καὶ λέγαμε λιγούρα τὴν Εὔα, ποὔφαγε ἕνα µηλαράκι, κι αὐτὸ μισό.
Καὶ συνεχίξει: « ᾿Εγὼ εἶπα ἐν τῇ καρδίᾳ μου. ᾿Ελθὲ τώρα, νὰ σὲ δοκιμάσω δι᾽’
εὐφροσύνης, καὶ ἐντρύφα εἰς ἀγαθά: καὶ ἰδού, καὶ τοῦτο ματαιότης» («᾿ Εκκλ.»,
6’ 1). Τί στομάχι εἶναι αὐτό, θρὲ παιδί μου; ᾿Αφοῦ ξεπάτωσε τὶς μηλιές, πεινάει
κι ἄλλο. Τρώει κι ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ἀγαθὰ ποὺ δρίσκει μπροστά του, καὶ στὸ τέ-
λος καταλήγει: «Τὰ πάντα ματαιότης», πάλι δὲν χόρτασε. "Αν εἶναι δυνατόν! Μὰ
τί εἶναι τέλος πάντων, προπάτορας ἢ ἀχόρταγος; Ὕστερα: «᾿Εσκέφθην ἐν τῇ καρ-
δίᾳ μου νὰ εὐφράνω τὴν σάρκα μου μὲ οἶνον, ἐνῷ ἔτι ἡ καρδία μου ἠσχολεῖτο μὲ
τὴν σοφίαν» («᾿ Εκκλ.», θ΄ 2). ᾿Ενῶ ἔτρωγε λοιπόν, σκέφτηκε νὰ πιῇ καὶ λίγο κρα-
σάκι, μήπως καὶ σταματήσῃ κάποια στιγμὴ νὰ τρώῃ. Γιατί, ὅπου λέει καρδία,
ὅπως καὶ στὸ παραπάνω ἀπόσπασμα, ἐννοεῖ κοιλιά-- καὶ τὰ δύο ἀρχίζουν ἀπὸ
κάππα. Τί κοιλιά, τί καρδιά. Αὐτὰ ὅμως εἶναι ἀλληγορικὰ πράγματα καὶ πρέπει
γὰ τὰ ἐξηγοῦμε, γιὰ νὰ γίνονται κατανοητά. ἤΕτσι, ὅταν λέει ὅτι ἡ καρδιά του
ἠσχολεῖτο μὲ τὴν σοφία, ἂν ἀντικαταστήσουμε ὅπου καρδιὰξκοιλιὰ καὶ ὅπου
σοφίαξμῆλα, τότε μόνο ὄγαίνει τὸ νόημα. ᾿Ενῶ ἀσχολεῖτο τὸ στομάχι του μὲ τὰ
μῆλα, τότε σκέφτηκε νὰ πιῇ κρασί. ᾿Αλλὰ εἴπαμε, αὐτὰ εἶναι ἀνώτερα πράγµα-
τα. Μόνο ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Γιαχθὲ μπορεῖ νὰ τὰ σκεφτῇ.