ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

163ΙΟΥΛΙΟΣ 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9777 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
52 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Εκκλησιαστές — ΑΠΟΓΟΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 9777 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 163

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

| Η ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ ΗΜΩΝ ιγ. Εκκλησιαστής Ποῦ ἦταν κρυμμένος τόσον καιρὸ αὐτός; Εχει καὶ ὡραῖο ὄνομα, μεγαλόπρε- πο. Ο προπάτοράς μας λοιπὸν αὐτός, ὁ ᾿Εκκλησιαστής, ήταν γυιὸς τοῦ Δαόδιὸδ καὶ θασιλιᾶς τῆς Ἱερουσαλήμ. Μιὰ μέρα, ποὺ εἰχε τὶς μαῦρες του, είχαν πέσει τὰ κο- πάδια του ἔξω, κάθισε κι ἔγραψε ἕνα διδλίο, ποὺ δέδαια εἶναι κι αὐτὸ πιὰ σήµε- ρα «ἱερὸ» μας διόλίο, διδλίο-ὁδηγὸς τοῦ τεμπέλη. Καὶ ἀρχίξει: «Ματαιότης μα- ταιοτήτων, εἰπεν ὁ ᾿Εκκλησιαστής' ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιό- τῆς» (« ἔκκλ.»,α ΄2). Τὸ σκέφτηκε πολύ, γιὰ νὰ τὸ γράψη: Στὶς ἑ ἑπτὰ λέξεις οἱ πέ- ντε εἶναι ἡ ματαιότης. Τί μαυρίλα, δρὲ παιδί μου! Πρέπει νὰ ἔχασε πολλὰ πρό- όατα. «Τίς ὠφέλεια εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκ παντὸς τοῦ μόχθου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον μοχθεῖ ὑπὸ τὸν ἥλιον;» («᾿ Εκκλ.», α 3). Ποῦ εἰσαι, ὁρὲ παράδεισε, μὲ τὶς ξάπλες σου καὶ τὸ ἀραλίκι. Τί τὄθελε κι αὐτὸς ὁ Γιαχδέ, νὰ φυτέψῃ μηλιὲς στὸν παρά- δεισο; ᾿Ακόμα ἀραχτοὶ θἄμασταν. Δὲν χόρταινε κι αὐτὴ ἡ λιγούρα ἡ Εὔα, ἤθελε νὰ φάῃ καὶ μῆλα. Καὶ μετὰ ἤοθε ἡ καταστροφή. Μιὰ ζωὴ μόχθος. Γιατί, ὅπως λέ- ει μιὰ παλιὰ παροιμία: «Ἵνα μῆλο τὴν ἡμέρα τὸν Γιαχθὲ τὸν κάνει πέρα». Καὶ μᾶς ἄφησε. ἔτσι μὲ τὴν γλύκα ὁ Γιαχδέ. ο προπάτοράς μας ὅμως ταν καὶ πολὺ µετριόφρων: «Ιδού, ἐγὼ ἐμεγαλύνθην καὶ ηὐξήνθην εἰς σοφίαν ὑπὲρ πάντας τοὺς ὑπάρξαντας πρὸ ἐμοῦ ἐν “Ιερουσα- λήμ, καὶ ἡ καρδία µου ἀπήλαυσε πολλὴν σοφίαν καὶ γνῶσιν» («᾿ ἔκκλ.», α΄ 16). ᾿Αφοῦ λοιπὸν ἔγινε τόσο σοφός, κάποια στιγμὴ κατανοεῖ τὸ σφάλμα του: «4ιό- τι ἐν πολλῇ σοφίᾳ εἶναι πολλὴ λύπη: καὶ ὅστις προσθέτει γνῶσιν, προσθέτει πό- νον» («Εχκλ.», α 168). ἼΑχ, θρὲ προπάτορα, τί τὴν ἤθελες τὴν γνώση, καλὰ δὲν εἶναι τὰ προδατάκια καὶ τὰ γίδια; Βγάζουνετυράκι, προδιές, κρέας, ἀκίνδυνα πράγματα, κι ὄχι μῆλα κι ἄλλους ἐπικίνδυνους καρπούς. Ποιός ξέρει, πόσα μῆλα θᾶφαγε ὁ προπάτορας, γιὰ νὰ γίνῃ τόσο σοφός. Κι ἀφοῦ τἄφαγε ὅλα μαζεμένα, λυπήθηκε, γιατὶ δὲν ἄφησε τίποτα γιὰ μετά, καὶ στὴν συνέχεια, ἀφοῦ δαρυστομάχιασε, τὄόγαλε τὸ συ- μπέρασμα: «ὅστις προσθέτει γνῶσιν, προσθέτει πόνον». "Ε, τί ἄλλο μποροῦσε νὰ περιμένῃ; ᾿Εδῶ ἔφαγε ὅλα τὰ μῆλα τοῦ ᾿Ισραήλ, εἶναι νὰ μὴν πονάει τὸ στομάχι; Καὶ λέγαμε λιγούρα τὴν Εὔα, ποὔφαγε ἕνα µηλαράκι, κι αὐτὸ μισό. Καὶ συνεχίξει: « ᾿Εγὼ εἶπα ἐν τῇ καρδίᾳ μου. ᾿Ελθὲ τώρα, νὰ σὲ δοκιμάσω δι᾽’ εὐφροσύνης, καὶ ἐντρύφα εἰς ἀγαθά: καὶ ἰδού, καὶ τοῦτο ματαιότης» («᾿ Εκκλ.», 6’ 1). Τί στομάχι εἶναι αὐτό, θρὲ παιδί μου; ᾿Αφοῦ ξεπάτωσε τὶς μηλιές, πεινάει κι ἄλλο. Τρώει κι ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ἀγαθὰ ποὺ δρίσκει μπροστά του, καὶ στὸ τέ- λος καταλήγει: «Τὰ πάντα ματαιότης», πάλι δὲν χόρτασε. "Αν εἶναι δυνατόν! Μὰ τί εἶναι τέλος πάντων, προπάτορας ἢ ἀχόρταγος; Ὕστερα: «᾿Εσκέφθην ἐν τῇ καρ- δίᾳ μου νὰ εὐφράνω τὴν σάρκα μου μὲ οἶνον, ἐνῷ ἔτι ἡ καρδία μου ἠσχολεῖτο μὲ τὴν σοφίαν» («᾿ Εκκλ.», θ΄ 2). ᾿Ενῶ ἔτρωγε λοιπόν, σκέφτηκε νὰ πιῇ καὶ λίγο κρα- σάκι, μήπως καὶ σταματήσῃ κάποια στιγμὴ νὰ τρώῃ. Γιατί, ὅπου λέει καρδία, ὅπως καὶ στὸ παραπάνω ἀπόσπασμα, ἐννοεῖ κοιλιά-- καὶ τὰ δύο ἀρχίζουν ἀπὸ κάππα. Τί κοιλιά, τί καρδιά. Αὐτὰ ὅμως εἶναι ἀλληγορικὰ πράγματα καὶ πρέπει γὰ τὰ ἐξηγοῦμε, γιὰ νὰ γίνονται κατανοητά. ἤΕτσι, ὅταν λέει ὅτι ἡ καρδιά του ἠσχολεῖτο μὲ τὴν σοφία, ἂν ἀντικαταστήσουμε ὅπου καρδιὰξκοιλιὰ καὶ ὅπου σοφίαξμῆλα, τότε μόνο ὄγαίνει τὸ νόημα. ᾿Ενῶ ἀσχολεῖτο τὸ στομάχι του μὲ τὰ μῆλα, τότε σκέφτηκε νὰ πιῇ κρασί. ᾿Αλλὰ εἴπαμε, αὐτὰ εἶναι ἀνώτερα πράγµα- τα. Μόνο ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Γιαχθὲ μπορεῖ νὰ τὰ σκεφτῇ.
← καθαρισμένο κείμενο