ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

166ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1995

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 9958 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
73 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Τυμφρηστός — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 9958 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 166

Κείμενο φύλλου

ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Τυμφρηστὸς Θ’ ἀνάψω τῇ σδησμένη ἑστία σου καὶ θὰ προσφέρω τὶς πίττες σου ἀπὸ χόρτα μυριστικά, γάλα ἀπὸ τὶς χατσίχες σου, μέλι ἀπὸ τὶς πλαγιὲς τοῦ Τυμφρηστοῦ. Τούτ’ ἡ γραφὴ εἶναι δική σου, κυρά. Θὰ ψάξει νὰ δρεῖ τὴν ψυχή σου, ὅποια καὶ νά ́ναι. Δὲ θὰ ξεστρατίσει σὲ ἐπικήδειους καὶ μνημόσυνα τῆς ρουτίνας. Εἶχες τὴ μοῖρα τοῦ δέντρου καὶ τῆς τραγικῆς ρίξας του. τῆς Χαρυδιᾶς, ποὺ ἴσχιωνε τὴν αὐλή σου καὶ γέμιξε τὶς χοῦφτες τῶν παιδιῶν νωποὺς καρπούς: ποὺ καμμιᾶς τιμῆς δὲν εἶχε χρεία καὶ κανένα στολίδι δὲν τῆς ταίριαξε. “Ὕπνος-θάνατος, θάνατος-ὕπνος. Τί ὄνειρα ὄλέπεις, κυρά; “Εν’ ἀστέρι πέφτει καὶ κάνω μιὰ εὐχή: Νὰ ὀνειρευτεῖς, πὼς εἰσαι ἡ λυγερὴ τῶν δεκαεφτὰ χρόνων καὶ σέρνεις τὸ χορὸ κάτω ἀπὸ τὸ γερο-πλάτανο. Κι ἐκεῖνος ὁ λεδέντης, ποὺ ξέρουμε κι οἱ δυό, ὁ φουστανελλᾶς ντέ, ἁρπάζει μ’ ἕνα σάλτο τὸ πεσμένο μαντήλι σου καὶ τὸ φέρνει στὸ στῆθος του. Τί θὰ γίνει κάποτε τ ̓ ὄνειρό σου; Ποιά μορφή, ποιό σχῆμα ζωῆς θὰ πάρει; Θὰ γίνει ἔλατος, ἀνθισμένη κερασιά, πουλὶ μοναχικὸ τῆς νύχτας, ἀγρὸς σπαρμένος ἀνεμῶνες; ἢ φαρμάκι, ὄράχος ἐκδίκησης; «Καὶ στὰ μάτια μέσα τῶν δυθῶν ἀνερμήνευτος ἔμεινε ὁ ἀστερίας -- καὶ στὰ δάθη μέσα τῶν ματιῶν ἀνεπίδοτο ἔμεινε τὸ ἡλιοδασίλεμα (...). -- Βαθιὰ κάτω ἀπ ̓ τὸ χῶμα συννέφιασε ἀνεθάζοντας --χαλίχι μαῦρο-- καὶ ὄροντές, ἡ ὀργὴ τῶν νεκρῶν --καὶ ἀργὰ στὸν ἄνεμο τρίζονταςἐγυρίσανε πάλι μὲ τὸ στῆθος μπροστὰ-φοθερά, -- τῶν ὄράχων τὰ ἀγάλματα». «Μὲ τὴν πρώτη σταγόνα τῆς δροχῆς πέθανε τὸ καλοκαίρι». Οἱ ὀμίχλες πιάσαν τὰ χαμηλὰ καὶ τὸ χῶμα ποὺ σὲ σκεπάζει νότισε. "Ενα ρἴγος διαπερνάει τὸ δάσος. Πόσα χρόνια σήκωσες; Πόσα χρόνια ἄντεξες; Μακάρι νά ξερες. Ποιά καστανιά, ποιά καρυδιὰ μετράει τὰ χοόγια; Εκεῖνο τὸ ὁλοστρόγγυλο “Ο”, ποὺ σχημάτισες μὲ τὰ δάχτυλα, λίγο πρὶν φύγεις, κυττάζοντας ἴσια στὰ μάτια τὴ νύφη σου, τί νὰ σήμαινε ἄραγε; Τετέλεσται; Ὅλα εἶναι μη δέν; Θλιδερὴ διαπίστωσι ἦταν, κραυγὴ τοῦ ἀνθρώπου, νουθεσία ἢ ἀπειλὴ γιὰ κείνη ποὺ σοῦ πῆρε τὸ γιὸ τὸν αἵροντα τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου; Βγαίνω στὸ ξύλινο χαγιάτι σου καὶ δυθίζομαι στὸ ἔρεδος. Κάποιος εἶπε, ὅτι «ἡ νύχτα τὰ ξέρει ὅλα». Καὶ ἡ νύχτα τῆς ὀξιᾶς καὶ τοῦ ἔλατου δὲν ἔχει καμμιὰ σχέσι μὲ τὴ νύχτα τῆς μεγάλης πολιτείας. ̓Εκείνη δὲν εἶναι παρὰ ψευδεπίγραφη μέρα. Τὸ φῶς της εἶναι φκιαχτὸ χι ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ παραπλανᾶ, νὰ πλαστογραφεῖ τὴν πραγματικότητα. Αὐτὸς νά ταν ὁ λόγος, ποὺ δὲν ἔτρεφες ἐκτίμησι γιὰ τοὺς πρωτευουσιάνους; ο ἐρχομός τους ἦταν γιὰ σένα χάτι σὰν ἐπέλασι δαρδάρων. Ἔχανες τὴν ἰσορροπία σου καὶ γινόσουν ἐριστική, ἐπιθετικὴ χάποτε. 4ὲν παρέλειπες ὅ ὅμως νὰ μᾶς χαρίξεις τὴ θαλπωρὴ τῆς ἑστίας σου, νὰ προσφέρεις «χαρυδάκι» τὸ ἀπομεσήμερο, νὰ ψήνεις κάστανα στὰ κάρόουνα, πατάτες στὴ χόδολη γιὰ τὰ παιδιά. Μαζί μου τὰ πήγαινες καλά. Σ ̓ εὐχαριστῶ γιὰ τὴ φιλία σου, γιὰ τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ μοῦ ἔδειξες. ταν κάτι σὰν ἐπιδοκιμασία τῆς ̓ Εστίας, ἀποδοχὴ τῆς μάνας Γῆς. Καὶ ήταν ἐκεῖνα τὰ δράδυα, ποὺ καθιομένη στὸ παραγώνι ἄκουγα τὶς ἱστορίες σου. " Ελεγες-ἔλεγες, καὶ τί δὲν ἔλεγες; -- «Τ’ ἤμουνα τότε ποὺ ἤρθανε νὰ μὲ κλέψουνε' κοπελλούδα στὸ πρῶτο λουλούδιομα. Νά ̓ναι Γενάρης μήνας καὶ νά 'μαι ὁλομόναχη μέσα στὴν ἄγρια νύχτα μ ̓ ἑφτὰ κουτσούδελα. "Ακουσα πρῶτα τὰ σκυλιὰ μακρυά, ὕστερα στὴ στάνη τοῦ Προκόπη, μετὰ στὸ χωριό. Κοπήκανε. Μιὰ πιστολιά, ὕστερα δεύτερη. Λουφάξανε. Χ ουφτώνω τὸ μαυρομάνικο καὶ ξεχρεμάω τὸ (ν)τουφέκι. Τὰ μικρὰ σκούζανε. -- Σκᾶστε μωρέ. Βάνω αὐτί. ̓Ακούω χαλίκια νὰ χαρ χαλᾶνε καὶ κουδέντες χαμηλόφωνες στὴν αὐλή. --"Ανοιξε. "Ελα μὲ τὸ καλό, γιὰ νὰ μὴ σὲ πάρουμε μὲ τὸ ζόρι. Βάνω τὴν κάννη στὸ καφασωτό. Μπὰμ-μπὰμ-μπάμ. -- Ρὲ ἄντρες τῆς ντροπῆς. ̓Ελᾶτε μέσα νὰ σᾶς κεράσω. Μὴν τοὺς εἴδατε. Καπνὸς καὶ μπαρούτι. Καὶ σὰν τό ̓φερε ὁ λόγος, ἐδῶ φτιάναμε τὰ δόλια γιὰ τοὺς καπεταναίους. Μὲς στὴ γῆ σὰν τοὺς τυφλοπόντικες. Ἢ ἐκκλησιὰ εἶναι ι σχαμμένη ἀπὸ κάτω. Τοῦρκος δὲν πάτησε στὸ χωριό. Μήτε Γερμανός. Ὕστερα ἦρθαν τὰ αἴσχῃ. Εἶδα νὰ καῖνε σπίτια, νὰ σφάζουν μὲ τὸ κονσερδοκούτι. Φαγωθήκαμε “μεταξύ μας. Τί στὴν ὀργὴ χρύδει ὁ ἄνθρωπος μέσα του πιά. "Ασε. Δὲ θέλω νὰ τὰ θυμᾶμαι». -- «Ξέρεις, κυρά, κάτω σ ̓ ἐμᾶς, κι ἐκεῖ ἀκόμα ποὺ δὲν πάτησε Τοῦρκος, ξε-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →