ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
167ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1995
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Στίς ρίζες της Ρωμιοσύνης — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Κείμενο φύλλου
Στὶς ρίζες τῆς Ρωμιοσύνης
Κραυγὴ ἠκούσθη ἐν Ρωμιοσύνη, φωνὴ μεγάλη λέγουσα: Ζητοῦνται "Ελληνες... ἐπειγόντως.
“Ελλὰς κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι (μὲ τίποτα δὲ μποροῦσε νὰ παρήγορηθεῖ)
ὅτι οὐκ εἰσί».
Παῦσον τὴν φωνή σου,καλέ μου ἄνθρωπε, θὰ σὲ ἀκούσει ὁ ἅγιος Τζήξ. “Ἕλληνες, ἕ ζουρλοί,
«παράφρονες, παραγκωνισάμενοι (..) τὴν γνῶσιν καὶ εὐσέδειαν, τὰ οὐκ ὄντα (τὰ φαῦλα,
ποὺ εἶναι δική τους ἐφεύρεσι ) πρὀ τῶν ὄντων ἐτίμησαν καὶ ἀντὶ τοῦ ὄντως ὄντος θεοῦ (τοῦ
μόνου ἀληθινοῦ ποὺ ἀνεκάλυψαν οἱ ̓Εδραῖοι μέσα στὴν ἀπελπισία τους) τὰ μὴ ὄντα ἐθεοποίησαν,
τῇ κτίσει παρὰ τὸν κτίσαντα λατρεύοντες, πρᾶγμα πάσχοντες ἀνόητον καὶ δυσσεδές
(..) καὶ μὴ τῆς ἀρετῆς τὴν ἀτραπὸν ὁδεύοντες, αἰσχύνη μεγάλη καὶ κίνδυνος (ἐστὶ) ἐν
ἡμέρᾳ κρίσεως (τρέμετε λαοί), ὅτι καὶ γνόντες τὴν τῆς ἀληθείας ὁδόν, ἐναντία ὧν ἔγνωσαν
ἔπραξαν. Φάσκοντες (ἐνῶ ἐκαυχῶντο ὅτι) εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν (..)» οἱ δυστυχεῖς, γιατί,
ἐνῶ οἱ ἴδιοι θλέπουν, προσκυνοῦν θεοὺς ποὺ δὲ ὄλέπουν κι ἐνῶ οἱ ἴδιοι ἀκούουν, προσεύχονται
στὶς πέτρες ποὺ δὲν ἔχουν ἀκοή, ὅπως ἔκαναν οἱ καυχησιάρηδες Πλάτων καὶ Σωκράτης
(αὐτὸς πιὰ κι ἂν τόχε τὸ χούι), ποὺ κατέδαιναν στὸν Πειραιᾶ, γιὰ νὰ προσευχη θοῦν στὸ
ἄγαλμα τῆς ̓Αρτέμιδος.
'Ο προφήτης ̓Ησαῖας, μᾶς διαδεδαιοῖ ὁ ἅγιος, εἶναι κατηγορηματικός: «Αἰσχυνθήτωσαν
οἱ πλάσαντες θεοὺς καὶ γλύφοντες πάντες μάταια. καὶ πάντες ἐξηράνθησαν (...) καὶ ἐντραπήτωσαν
καὶ αἰσχυνθήτωσαν ἅμα (...). Γνῶτε ὅτι σποδὸς (στάχτη) ἡ καρδία αὐτῶν καὶ
πλανῶται». Πῶς λοιπόν, λέει ὁ ἅγιος, δὲ θὰ ) χαρακτηρισθοῦν. ἀπ’ ὅλους ἄθεοι αὐτοὶ ποὺ κατηγοροῦνται
γιὰ ἀσέδεια καὶ ἀπὸ τὴ θεία ἢ ραφή ἀκόμη (ποὺ ἔγραψαν οἱ σοφοὶ τῆς Σιὼν καθ ̓
ὑπαγόρευσιν τοῦ ̓Ιαδέ » Ποιά ἐλπίδα μπορεῖ νὰ ἔχουν καὶ ποιά συγγνώμη μπορεῖ νὰ τοὺς δοθεῖ,
ὅταν πιστεύουν στὰ ἄλογα καὶ “ἀκίνητα ̓ καὶ ὄχι στὸν ἀληθῆ Θεὸ (τῶν νομάδων τῆς ἐρήμου
μὲ τὰ χαρέμια καὶ τὶς καμῆλες μὲ τὰ χρυσᾶ περιδέραια);
Καὶ ἄντε τώρα ἐμεῖς, ποὺ δὲν εἴδαμε ποτὲ ὄντως ὄντος πρόσωπο, καὶ Ρωμαῖοι ὑπήκοοι
ὄντες, νὰ σηκώσουμε κεφάλι, ὅταν τὸ ὑπερόπλο τῶν 'Εόραίων γαζώνει στὰ χέρια τοῦ ἁγίου
“ὑψηλῇ ἐπιστασίᾳ” τοῦ αὐτοκράτορος τῶν Ρωμαίων. Βάρα, ἅγιε, νὰ δῶ τί θὰ καταλάδεις.
̓Αὄάντι μαέστρο: «Αρχή πορνείας ἐπίνοια εἰδώλων .(.... Ταλαίπωροι δὲ καὶ ἐν νεκροῖς αἱ
ἐλπίδες αὐτῶν (μᾶς ἔχει ξαναγράψει ὁ ἅγιος), οἵτινες ἐκάλεσαν θεοὺς ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων.
Πεσόντες καὶ καταπεσόντες {...) ἀνθρώπους καὶ ἀνθρώπων μορφὰς {...) εἰς θεοὺς ἀνέθηκαν
(..) καὶ τῆς ἑαυτῶν κακίας (τὴν ἐφεύρεσιν) τὴν ἡδονὴν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν θεοποιήσαντες προσκυνοῦσι».
.
Διότι “ἐξ ἀρχῆς μὲν οὐκ ἣν κακία” οὔτε τώρα ὑπάρχει στοὺς ἁγίους τοῦ ̓Ιαδέ: οἱ Ἕλληνες
τὴν ἀνεκάλυψαν «τῇ τοῦ ὄφεως συμδουλίᾳ (ἀπὸ Μωυσέως λοιπὸν ἡ προετοιμασία) ὕστερον
ἐπινοεῖν ἤρξαντο (τὴν κακίαν) καὶ τὰ ἑαυτῶν ἀνατυποῦσθαι (στὰ γλυπτά τους) καὶ τὴν τῶν
εἰδώλων ἐπίνοιαν ἑαυτοῖς ἀνεπλάσαντο (σὰν τὰ μοῦτρα τους), τὰ οὐκ ὄντα ὡς ὄντα λογιζόμενοι
(...). ὋὉ Δημιουργὸς καὶ παμδασιλεὺς (ὅμως, ̓Ιαδέ), ὑπερέκεινα πάσης οὐσίας καὶ ἀνθρωπίνης
ἐπινοίας ὑπάρχων (. ) διὰ τοῦ ἰδίου Λόγου τοῦ Σωτῆρος ἡ ἡμῶν ̓Ιησοῦ Χριοτοῦ τὸ ἀνθρώπινον
γένος κατ ̓ ἰδίαν εἰκόνα πεποίηκε», εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀγάλλεται ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ
συνομιλεῖ μὲ τὸ θεῖον, «ζῶν τὸν ἀπήμονα (χωρὶς φθορὰ καὶ δάκρυα) καὶ μακάριον, ὄντως
ἀθάνατον ὄίον». (τί ὡραῖα!) καὶ ὅταν δὲν ἔχει τὸ μυαλό του στὸ πονηρὀ, στὶς ἐπιθυμίες τοῦ
σώματος δηλαδή, ἀλλὰ ψυχανεμίζεται στοὺς αἰθέρες, «ἄνω μετάρσιος γίνεται» (καὶ ἀποκτᾶ
“ἐλευθέρας” γιὰ τὸν Παράδεισο καὶ τὰ ἐνδιαιτήματα τοῦ Λόγου καὶ τοῦ Πατέρα τοῦ Λόγου).
Καὶ ἄντε τώρα ἐγὼ νὰ μαζέψω τὸ Νικολάκη, ποὺ μοῦ ξημερώθη κε ἄντρας. Κατὰ πὼς τὸ πάει
αὐτὸς ὁ γαδριᾶς, τὸν ἔχασε κιόλας τὸν Παράδεισο. Καὶ νά χω ἀπὸ πάνω καὶ τὴ Γαλλίδα,
νὰ μοῦ δείχνει σὲ “γκρό-πλάν”, τίτραθᾶνε γιὰ τὸν Παράδεισο κάτι κοριτσάκια τῆς Αφρικῆς
καὶ τῆς ̓Ασίας, ποὺ ἔχουν τὰ μυαλά καὶ τὴν ἡλικία τοῦ Νικολάκη.
̓Απὸ τὶς φλέδες τῆς ἑλληνικῆς θάλασσας καὶ τῶν σδησμένων ἡφαιστείων τὴν πέτρα, ἀπὸ
τὸ γάλα τῆς συκιᾶς καὶ τῆς ἐλιᾶς τὸ αἷμα θὰ γεννηθεῖ στὸν αἰῶνα μου ὃ ποιητὴς ποὺ θὰ γρά-