ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
169ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1996
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η δημοκρατία του Όμηρου — ΚΟΥΤΡΟΥΒΕΛΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Κείμενο φύλλου
ΚΩΝ. Β. ΚΟΥΓΡΟΥΒΕΛΗΣ
Ἢ δημοκρατία τοῦ Ομήρου
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
Οἱ θασικχὲς καὶ θεμελιώδεις ὁ ἀρχές τοῦ δὴ μοχρατικοῦ συστή ματος πρέπει νὰ πρωτοεμφανίστη χαν
στὴν πρώτη πόλη τοῦ κόσμου, στήν ὁποίαν ἄρχισαν νὰ συγκεντρώνονται οἱ ἄνθρωποι χαὶ νὰ συΥκατοικοῦν
μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τὴν κατάσταση τοῦ μεμονωμένου ἀνθρώπου χαὶ τῆς οἶκογενείας
του τὴν περιγράφει ὁ Ὅμηρος ( Οδύσσειαι 112-115) λέγοντας; «αὐτοὶ (οἱ Κύχλωπες) δὲν ἀποφασίζουν
σὲ συνελεύσεις (ἀγορᾶς) οὔτε κάνουν δίκες, κατοικοῦν στὰ ψηλὰ ὁ ὄρη μέσα σὲ δαθουλὲς
σπηλιές, κι’ ὁ Χαθένας (οἰκογενειάρχης). εἶναι δικαστής τῶν παιδιῶν του καὶ τῶν γυναικῶν του καὶ
δὲν νοιάζεται ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον». Ἢ ἀρχικὴ συνάθροιση καὶ ἡ συγκατοίκηση τῶν ἀνθρώπων σὲ
μιὰ πόλη περιγράφεται ἀπὸ τὸν Πλάτωνα στὸν «Κρατύλο» (μετ. Κ. Ζάμπα, ἔκδ. Γ. Φέξη 1911, σελ.
3), ὅπου λέγει: «οἱ ἄνθρωποι πρὶν ἀποκτήσουν τὴν τέχνη τῆς πολιτικῆς, ζοῦσαν διασκορπισμένοι ἐδῶ
χι ἐκεῖ, γιατὶ τότε δὲν ὑπῆρχαν πόλεις». Τὴν συνέχεια τὴν παραθέτει στὸν «Πρωταγόρα» (μετ. ̓Αρ.
Χαροκόπου, ἔχδ. Γ. Φέξη, σελ. 20), ὅπου λέγει: «ἐξητοῦσαν λοιπὸν (οἱ ἄνθρωποι κάποτε) νὰ συναθροίζωνται
καὶ νὰ σώζωνται (ἀπὸ τὰ ἄγρια θηρία καὶ τοὺς ἐπιδρομεῖς) χτίζοντες πόλεις." Ὅταν ὅ ὅμως
συναθροίζοντο, ἀδικοῦσαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, διότι δὲν εἰχαν πολιτικὴ τέχνη (διοικήσεως), ὥστε πάλιν
σκορπιζόμενοι κατεστρέφοντο ἐκ νέου. Γιὰ ιὰ νὰ μὴν χαθῇ τὸ γένος μας, ὁ Ζεὺς ἔστειλε τὸν ̓Ερμῆ
νὰ δώσῃ στοὺς ἀνθρώπους τὴν εὐσέδεια καὶ τὴν δικαιοσύνη, γιὰ νὰ φέρουν στὴν πόλη τὴν τάξη καὶ
νὰ συνενώσουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὰ δεσμά τῆς ἀγάπης. Κι’ ὅποιος ἐκ τῶν ἀνθρώπων δὲν μποροῦσε
(διὰ τῆς ἀγωγῆς καὶ τῆς παιδείας) νὰ λάδῃ ἀνάλογον μερίδιον εὐσεδείας (σεδασμοῦ) χαὶ δικαίου,
νὰ θανατώνεται σὰν ἀρρώστια τῆς πόλεως (διέταξε ὁ Ζεύς)». Εἶναι λοιπὸν καταφανές, ἕ ὅτι ἡ ἀνάγχη
τῆς ἐφευρέσεως ἑ ἑνὸς συστήματος διοική σεως μιᾶς πόλεως- -χράτους προέχυψε ἀπὸ τὴν συνάθροιση
τῶν ἀνθρώπων χαὶ τὴν συγκατοϊκησή, τους σὲ ἕνα τόπο, τὴν «πρώτη πόλη ». Μία τέτοια πόλη στὸν
Ἑλληνικὸ χῶρο ἦταν ἡ Λυκόσουρα, ἡ ὁποία ἰδρύθηκε στην Αρκαδία ἀπὸ τὸν καιρὸ τῶν Πελασγῶν,
ὅπως λέγει ὁ Παυσανίας στ’ «Αρκαδικά» (μετ. Α. Παπαθεοδώρου, ἐχδ. Πάπυρος 1975, παρ. 38) καὶ
μία ἄλλη στὴ Θεσσαλία, ἡ ”Αργισσα, χρονολογουμένη ἀπὸ τὸ ἔτος 8200 περίπου π.Χ., ὅπως ἄποδεινύεται
στὸ ἄρθρο μου «Ἢ ἀπάτη τῆς [νδοευρωπαϊκῆς», «Δαυλός», τ. 1950/1994, σελ. 8833-8848. Μετὰ
τὴν Λυκόσουρα οἱ ἐγγονοὶ τοῦ Πελασγοῦ ἵδρυσαν εἴκοσι μία νέες ὁμώνυμες πόλεις κατὰ τὸ ὑπόδειγμα
τῆς πρώτης στὴν ̓Αρκαδία, ἐνῶ ὁ Θεσπρωτός, ὁ Οἰνωτρός κι’ ὁ Φθῖος ἵδρυσαν πόλεις στὴ
Θεσπρωτία, στὴ νοτιοδυτική Ἰταλία καὶ στὴν Φθιώτιδα ἀντίστοιχα. Ἐπίσης ἀπὸ τὶς πόλεις τῆς
̓Αρχαδίας Παλλάντιον καὶ Τραπεζοῦντα ἱδρύθησαν οἱ πρῶτες ἀποιχίες τοῦ κόσμου στὴν Ἰταλία
καὶ στὴν περιοχὴ τοῦ Εὐξείνου Πόντου, ὅπως γράφουν ὁ Ἡρόδοτος (Α 56, Β 51, Η 44), ὁ Διόδωρος
ὁ Σικιελιώτης (Ε 80-81), ὁ Στράδων (Ε, χεφ. 2) χαὶ ἄλλοι.
̓Απὸ τότε, τὸ ἔτος 8200 πρὸ Χριστοῦ, μέχρι τὸ ἔτος 3100 πρὸ Χριστοῦ, ὅτε διαδραματίζονται τὰ τοῦ
Τρωϊκοῦ πολέμου (6λ. «Δαυλόν», τ. 158, Φεθρουάριος 1995), ἔχουν παρέλθει 5100 περίπου χρόνια,
μέσα στὰ ὁποῖα τὸ πρωτοεφευρεθὲν σύστημα διοικήσεως τῆς πόλεως- «κράτους ἐξελίχθη καὶ ἔλαθε
τὴν μορφὴ τῶν λαϊκῶν συνελεύσεων τῆς ἀγορᾶς, δείγματα τῶν ὁποίων παρου σιάζονται στὴ συνέχεια
τοῦ παρόντος ἀρθρου. Λείπουν θέθαια πολλὲς λεπτομέρειες περιγραφῆς τοῦ συστή ματος, ἀλλὰ ἐκ τῶν
διασωζομένων εἰναι εὔχολο ν ̓ ἀναλογισθῇ χανεὶς τὶς προεχτάσεις τους, γιὰ νὰ ὑγάλῃ τὰ προσωπικάτου
συμπεράσματα. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ξεχνᾶ αὐτὸ ποὺ λέγει ἑ ὁ Παυσανίας στ «Αρχαδικά» του
(κεφ. Ἰ, παρ. 4): «ὁ Πελασγὸς διέφερε τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ γι’ αὐτὸ ἐξελέγη δασιλεύς. ̓Εκ τοῦ
ὀνόματός του ἡ χώρα ἐκλήθη Πελασγία καὶ οἱ κάτοικοί της Πελασγοί».
Τ ̓ ἀποσπάσματα τῶν Ομηρικῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται στὸ παρόν, προέρχονται
ἀπὸ τήν:
α.-- Ἰλιάδα, τόμ. Α ́, μετ. Α. Παπαγιάννη-Ν. Σηφάχι, ἔκδ. Πάπυρος 1975.