ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

170ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10232 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
27 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ψυχουντάκης — ΣΑΡΩΘΡΟΝ
    ἀρχή: σελ. 10232 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 170

Κείμενο φύλλου

Ο ΚΑΛΑΘΟΣ ΤΩΝ ΑΧΡΗΣΤΩΝ ὑΨυχουντάκής «Μάταιος κόπος... Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης. ”Αδιχκα ἐμόχθησα αἰῶνες τώρα νὰ τὸν ἐξαφανίσω ἆἀπὸ προσώπου γῆς. ̓Εξαπέλυσα ἐναντίον του ρομφαῖες. ̓Αμέτρητοι ἦταν οἱ νεκροί του. Τοῦ ἔκαψα τὰ διδλία. Προσεπάθησα ἀπὸ χαρδίας νὰ πατάξω τὸν πολιτισμόν του. Τὶς ἐπιστῆμες τὶς ἐξαπέστειλα στὸ πῦρ τὸ ἐξώτεοον. Κι ὅμως διεσώθηκε. Πάλιν ἐσήκωσε κεφάλι. Καὶ τότε τὸν ἐσυκοφάντησα. 4ιέστρεψα τὴν ἱστορίαν του. Γενεὲς συκοφαντῶν ἐσπούδασα" καὶ ἔστησαν καταντικρύ του Ινδοευρωπαίους, Φοίνικες, Σουμέριους, ἀκόμα καὶ μαύρους τῆς Αφρικῆς. Καὶ ὅμως ἐξεγλυστροῦσε. Καὶ τότε διέφθειρα καὶ τὴν ἴδιαν του τὴν γλῶσσαν. Εἶπα, ὅτι ἠσύχασα πλέον ἀπὸ τὸν τρισκατάρατον. Καὶ ὅμως νάτος πάλι, πετιέται. Συγκλάψατε μετ ̓ ἐμοῦ, πάσης φύσεως θωμιοσυνιστές. “Ὅσο καὶ νὰ τὸν καῖμε, αὐτὸς ἀναγεννᾶται ἀπὸ τὴν τέφρα του. Φοίνικας εἶναι καὶ φοίνικας τὸ ἔμόλημά του. Τί μοῦ μένει πλέον νὰ τὸν κατανικήσω; "Οσο κι ἂν ὁ Μπιράν, ὁ ἀρχαιολόγος μου, προσπαθῆ παρὰ τὶς κατακραυγὲς τῶν ἄλλων συναδέλφων του νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι κι ἐμεῖς ἀρχαῖος λαὸς εἴμαστε, πρὸ τοῦ δ00 π.Χ., ποὺ μέχρι τώρα ἀναγκάσαμε νὰ δεχθοῦν οἱ ἄλλοι. δὲν μὲ ἐπείοαζε, ὅτι κάποιοι σὰν τὸν ἀχρεῖο τὸν Τόμσον εἰπαν, ὅτι οἱ δασιλεῖς μας ἦταν πλάσματα τῆς φαντασίας μας. δὲν πάει νὰ λένε, ὅ,τι θέλουν... ̓Εγὼ ἔχω φροντίσει νὰ ἐλέγχω τὴν ἐπίσημη παιδεία. Στὰ χέρια μου κρατῶ τὴν μόρφωσιν τῶν λαῶν. » ̓Αλλὰ νᾶτος, ὀρθὸς στέκεται πάλιν ἐμπρός μου, ἀλώδητος. ̓Εμπόδιο μεγάλο γιὰ τὴν ἐπιδολὴν ἑνὸς νέου μεσαίωνα. Καὶ δὲν θλέπω ὁ δύστυχος τὸν τρόπον νὰ συνεχίσω τὸ θεάρεστον ἔργο, ποὺ κάποτε παρά λίγο νὰ πετύχω, νὰ τὸν ἐξαφανίσω. Τώρα ὅμως πῶς; Τότε τὰ διδλία ἦταν μετρημένα, ἐνῶ τώρα οἱ ἐκδόσεις ἔχουν διασπαρεῖ σὲ ὁλόκληρον τὸν κόσμον. ”Αχ, γιατὶ νὰ μὴ προσέξω τότε; ̓Ενόμιζα, ὅτι τὸ ἐπέτυχα. ̓Απεκοιμή θηκα στὶς δάφνες τῆς πρόσκαιρης νίκης μου. Αν καὶ ὄχι παρθένος, τὴν ἔπαθα ὅπως οἱ μωρὲς τῶν γραφῶν. Τί νὰ κάνω; Τὶς ἐκκλησίες ἔδαλα τοὺς ὁμογενεῖς σατανιστὲς νὰ τὶς καῖνε, καὶ δὲν ἔπιασε. ̓Εόγήκαν. οἱ δικοίμου καὶ εἶπαν, πὼς τὶς φωτιὲς τὶς ἔδαλαν σατανιστές. Αχ, καὶ δὲν ἔλαδαν ὑπ’ ὄψιν τους τὸν παπᾶ-ρωμιό, ποὺ εἶπε πὼς τὶς φωτιὲς τὶς ἔδαλαν κάποιοι ἀρχαιολάτρες. Κι οἱ συκοφαντίες δύσκολα περνοῦνε στὶς ἡμέρες μας. Αὐτὸ εἶναι ποὺ μὲ σκοτώνει. ἽΕνα ἕνα τὰ ὅπλα μου ἐσίγησαν. » Όλα μου τὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιτηδεύματα ἐναντίον του διελύθησαν. Εἰς κονιορτὸν διελύθησαν τὰ τείχη, ἐκτὸς τῶν ὁποίων ἠθέλησα νὰ τὸν ἀπομονώσω. Καὶ ποιός τὰ κατερήμαξεν ὅλα; Ἕνας ποιμένας, ἕνας τσοπάνης κρητικός, ἕνας Ψυχουντάκης. Σχολεῖο δὲν ἐπῆγε, ἐπιστήμονας δὲν ἔγινε" καὶ ἔπιασε καὶ μετέφρασε "Ὅμηρο' καὶ τὰ δύο ἔπη. ̓Ερωτεύτηκε, λέει, τὴν ̓Οδύσσεια. Καὶ εὑρέθηκαν καὶ κάποιοι “κουξουλοὶ” ἐκεῖ χάτω στὸ πανεπιστήμιο τῆς Κρήτης καὶ τοῦ ἐξέδωσαν τὴν Ιλιάδα. Καὶ εἶπε καὶ ἕνας Στέφανος Τροχανᾶς, πὼς ἀξίζει νὰ δημιουργηθῆ μιὰ τράπεζα μνήμης καὶ αὐτογνωσίας. Αὐτὸ δηλαδή, ποὺ τόσα χρόνια προσεπάθησα εὐλαδικὰ νὰ ἐξαφανίσω. Μὰ πῶς καὶ πάλι μοῦ ἐξέφυγαν καὶ διωρίστηκαν τέτοιοι σὲ πανεπιστήμια; Καὶ ἀπὸ ἐπάνω νὰ λένε, ὅτι ὁ "Όμηρος καὶ ὁ Κορνάρος ἀδελφωμένοι ζοῦν ἐκ νέου στὸ ἔργο αὐτοῦ τοῦ Ψυχουντάκη. Καὶ νἄχη νὰ λέη, ὅτι ἐπιδιώνουν παλιὰ ἔθιμα ἀκόμα καὶ σήμερα. Μὰ αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια τοῦ Ελληνα διακαῶς ἐπόθησα νὰ διακόψω. Μάταιος ὅμως κόπος. Συγκλαύσατε μετ ̓ ἐμοῦ, ἀδελφοὶ ἐξουσιαστές' αὐτὸς δὲν πεθαίνει μὲ τίποτα. »Οὐαἱ ὑμῖν, Ινδοευρωπαῖοι, Φοίνικες καὶ λοιποί. Ο πρῶτος στίχος τῆς μεταφράσεως σᾶς ἐπάταξε σφόδρα... Οὐαὶ ὑμῖν, Μαρωνίτεν, Μπαμπινιῶτεν καὶ Σακελλαρομποῦρδεν, ὅτι ἐπατάχθητε ὑπὸ ἑλληνικῆς “ἀγκλίτσας”. Κλαῦσε, πτωχὲ παπᾶ-ρωμιέ, ἐπὶ τῆς ἅγιαστούρας σου' τὰ παγανὰ ξανάρχονται». Κλαυθμὸς ἐξουσιαστοῦ, καὶ γιὰ τὴν ἀντιγραφήν Σάρωθρον
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →