ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

171ΜΑΡΤΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10325 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
40 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο μόνος αληθινός και η γυναίκα — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 10325 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 171

Κείμενο φύλλου

σος ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ Ὃ μόνος ἀληθινὸς καὶ ἡ γυναῖκα ̓Αμέριστο τὸ ἐνδιαφέρον, μεγάλη ἡ κατανόησι τοῦ μόνου ἀληθινοῦ γιὰ τοὺς ἀρσενικοὺς ποὺ ζηλεύουν. Εἰναι, θλέπετε, κι αὐτὸ τὸ «κατ ̓ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» ποὺ τὸν πονάει, καὶ τὸ παίρνει προσωπικὰ τὸ ζήτημα. -- ̓Ακοῦστε δῶ, λέει. «Καλὸν γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι», ἐγὼ τουλάχιστον οὐδέποτε ἡ ψάμην, ἀλλ ̓ ἔτσι καὶ σᾶς ὄρεϊ τὸ κακὸ καὶ ξυπνήσετε κάποιο πρωὶ μὲ ψύλλους στ’ αὐτιά, μὴν τὸ πολυεξετάζετε καὶ μὴ χαλᾶτε τὴ ζαχαρένια σας, γιατὶ δὲν ἀξίζει τὸν κόπο. "ἶσια στὸν παπᾶ, κι ἐκεῖνος καθαρίζει γιὰ σᾶς. Καὶ μὲ τὸ ἀζημίωτο θέδαια, μὲ «τὴν προσφορὰ τῆς ζηλοτυπίας» στὰ χέρια τῆς λεγάμενης-ξέρετε τώρα. Γιὰ νὰ ἐπιδιώνουν καὶ οἱ θεσμοί ̓Εσεῖς θὰ μείνετ ̓ ἀπ’ ἔξω καὶ ἢ κατηγορουμένῃ θὰ περάσει στὰ ἰδιαίτερα μόνη καὶ χωρὶς τὸν κηδεμόνα της, γιὰ ν ̓ ἀντιμετωπίση τὴν κρίσι μου «ἐνώπιος ἐνωπίῳ». Σὲ πρώτή φάσι ὁ παπᾶς «θὰ τῆς ἀποκαλύψῃ τὴν κεφαλή», ἔτσι τὸ λένε στὴν ̓Αγία Γ οαφή, γιὰ νὰ τῆς πάρη μιὰ κι ἔξω τὸν ἀέρα καὶ νὰ τῆς δώσει νὰ καταλάδη, τὶ θὰ πῇ ἁμαρτία. Θὰ τὴ συνειδητοποιήση μ’ ἄλλα λόγια. “ Υστερα θ ̓ ἀρχίση τὰ μαγιλίκια γιὰ «τὸ πικρὸν ὕδωρ μὲ τὴν κατάρα», κοινῶς δηλητήριο, μιὰ στὸ καρφὶ καὶ μιὰς στὸ πέταλο δηλαδή, μέχρι: ποὺ ν ̓ ἀρχίση νὰ τρέμη ἀπὸ φόδο καὶ ντροπὴ καὶ ἐνοχὲς γιὰ ἁμαρτίες ποὺ ἔκανε ἢ δὲν ἔκανε, δὲν ἔχει σημασία. Οὔτε κι ἡ ἴδια ξέρει πιά, τί τῆς γίνεται κι ἂν πῆγε ἢ δὲν πῆγε μὲ ἄλλον, «Κύριος ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς», καὶ μπορεῖ νὰ πῆγε στὸν ὕπνο της καὶ τώρα νὰ τὸ θλέπει στὸν ξύπνιο της. Τὸ ἴδιο κάνει. -- Πιές το, θὰ τῆς πῆ τότε ὁ παπᾶς, καὶ «ἂν εἶσαι μεμολυσμένη, θὰ πρησθῇ ἡ κοιλία σου καὶ θὰ σαπῇ ὁ μηρός σου (...) καὶ θὰ γίνῃς κατάρα ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου. ̓Εὰν ὅμως εἶσαι καθαρά, θὰ μείνῃς ἀδλαδὴς καὶ θὰ συλλάδῃς σπέρμα. - ̓Αμήν, ἀμήν», θὰ πῆ τὸ ζωντόδολο καὶ θ ̓ ἀδειάση τὸ κύπελλο. "Ασπρο πάτο. Καὶ ἂν μὲν εἶναι «μεμολυσμένη», θὰ τουμπανιάση καὶ θὰ σαπίση, ἂν δὲ εἶναι καθαρή, θὰ θγῆ ἀπὸ τὰ ἰδιαίτερα σεινάμενη-λυγάμενη καὶ πλήρης ἀρετῆς, καθότι ὀλίγον γκαστρωμένη, γιατὶ παρὰ τὶς ὅποιες ἰδιαιτερότητες τοῦ μόνου ἀληθινοῦ, ἡ γονιμότητα στοὺς ̓Εδραίους εἶναι ἀρετή. ἜΣ οὗ καὶ τὰ χαρέμια. Καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη περίπτωσι ὁ ἄνδρας «θέλει εἶσθαι ἀθῶος» (μετάφραση κι αὐτὴ τῆς Βιθλικῆς ἔταιρείας/), ἡ δὲ γυνή, ὅ,τι τὴ δρῆκε τὴ θρῆκε. Αὐτὸς εἶναι «ὁ νόμος τῆς ζηλοτυπίας» (τοῦ συζύγου) στὴν ̓Αγία μας Γραφὴ (« ̓ Αριθμοὶ» Ε ́ 11-31). Γιὰ τὴ ζηλοτυπία τῆς συζύγου δὲ γίνεται λόγος, γιατί, κατὰ πὼς δείχνουν τὰ πράγματα, ἀνήκει. στὸ εἶδος τοῦ ἀνθρωποειδοῦς ποὺ διέφυγε τὸ «καθ ̓ ὁμοίωσιν», καὶ ἂς πάει νὰ κουρεύεται. Μακρόθυμος καὶ πολυέλεος ὁ Κύριος, τὴν ἐλαφρομυαλιά της «παριδὼν» καὶ τὴν εὐαίσθητὴη ψυχούλα της «ἐχτιμῶν», θὰ τὴν ἀποτιμήσῃ εἰς χρῆμα πολύτιμο καὶ ἁγιώτατο, καθότι «πᾶν ἀνάθεμα (ἀφιέρωμα) ἅγιον ἁγίων ἔσται τῷ Κυρίῳ». Μέσα στὸ χαλασμὸ τοῦ ὄρους Σινᾶ, ποὺ ταρακουνιέται μὲ δώδεκα ρίχτερ, μέσ ̓ σὲ καπνοὺς καὶ σὲ φωτιὲς καὶ χαρατατζοὺμ καὶ σάλπιγγες (κάτι ἤξερε ὁ δικός μας ἀπὸ τὶς στοὲς τῆς Αἰγύπτου) θὰ τὸ λαλήσῃ καὶ πάλι πρὸς τὸν Μωυσῆ, γιὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴ γομοθεσία του: «Ὅταν τις κάμῃ ἐπίσημον εὐχὴν (ἀσφάλεια ψυχῆς μὲ ἔνορκη κατάθεσι οἰκονομικῆς προσφορᾶς, καὶ τύφλα νά χουν τὰ συγ χωροχάρτια ), σὺ θέλεις κάμει τὴν ἐκτίμησιν τῶν ψυχῶν πρὸς τὸν Κύριον. Καὶ ἡ ἐχτίμησίς σου θέλει εἶσθαι, τοῦ μὲν ἀρσενικοῦ, ἀπὸ εἴκοσι ἐτῶν μέχοις ἑξήκοντα (...), πεντήκοντα σίκλοι ἀἀργυρίου, (. .} τοῦ δὲ θηλυκοῦ τριάκοντα. ( Πᾶμε καλά, κορίτσια). ̓Απὸ πέντε ἐτῶν μέχρις εἴκοσι ἡ ἐκτίμησίς σου θέλει εἶσθαι τοῦ μὲν ἀρσενικοῦ εἴκοσι σίκλοι, τοῦ δὲ θηλυκοῦ δέκα. (Εδῶ πέσαμε. στὸ ἥμισυ). ̓Απὸ ἑνὸς μηνὸς μέχρι πέντε ἐτῶν ἡ ἐκτίμησίς σου θέλει εἶσθαι τοῦ μὲν ἀρσενικοῦ πέντε σίκλοι ἀργυρίου, τοῦ δὲ θηλυκοῦ τρεῖς. (Α νεδήκαμε πάλι). ̓Απὸ ἑξήκοντα ἐ ἐτῶν κι ἐπάνω, ἐὰν μὲν εἶναι ἀρσενικόν, ἡ ἐκτίμησίς σου θέλει εἰσθαι δεκαπέντε σίκλοι, ἐὰν δὲ εἶναι θηλυκὸν (ναί...), δέκα σίκλοι ἀργυρίου». (Γιούπιιιι. Ξεπεράσαμε τὸ ἑξῆντα ἕξι κόμμα ἕξι τοῖς
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →