ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

171ΜΑΡΤΙΟΣ 1996

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 10356 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
71 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Πάν — ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΗΣ, ΣΤΑΥΡΟΣ
    ἀρχή: σελ. 10356 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 171

Κείμενο φύλλου

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ «ΔΑΥΛΟΥ» ΣΤΑΥΡΟΣΚΟΥΤΣΟΠΑΝΝΗΣ Ὃ Πὰν ΣΤΟΣΚΟΤΕΙΝΟ ΘΕΑΤΡΟ.. ́Ο φύλακας κύτταξε μὲ ἀπόγνωση τὰ τραγίσια ποδάρια τοῦ θεοῦ. «Κύριε», εἶπε αὐστηρά, «θὰ μὲ ἐκθέσετε. Γυρίζετε καθυστερημένος καὶ λασπωμένος. Αν μᾶς μυριστοῦν, θὰ χάσω τὴν δουλειά μου». Ὃ θεὸς σταμάτησε νὰ ξεκουμπώνει τὸ πουκάμισο. «Απόψε πῆγα στὰ δουνὰ τῆς πατρἰδας», εἶπε. Ἡ νοσταλγία τρύπωσε στὴν καρδιὰ τοῦ φύλακα. Τὰ θουνὰ τῆς πατρίδας! «Πῶς εἶναι» ρώτησε ψιθυριστά. Ὃ θεὸς πέταξε στὸ τραπέζι τὸν σκοῦφο. «Όμορφα», εἶπε. «Κατεστραμμένα, μὰ πάντα ὄμορφα. Τὸ γνώριμο φῶς. ̓Αλλὰ χωρὶς φωνὲς ζώων καὶ πουλιῶν. Καὶ τὰ δάση λιγοστά. Καὶ παντοῦ σταυροί. Καὶ οἱ πηγὲς στερεμένες». Γυμνὸς καὶ τεράστιος, στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸν φύλακα. Τὰ μάτια του ἔκαιγαν. «Τί ἔκαναν στὴν πατρίδα μας;» ρώτησε. Ἡ φωνή του ἀντήχησε σὲ ὅλες τὶς αἴθουσες τοῦ Μουσείου. «Τί ἔκαναν στὴν πατρίδα μας;». «ΤΙΕΚΑΝΑΝ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ... Ὁ Φφύλακας μαζεύτηκε φοθισμένος στὸ κάθισμά του. Ἡ φωνὴ τοῦ θεοῦ καμπανιστὴ χτυπιόταν στὸ κρανίο του. Σήκωσε τὸ κεφάλι μόνο, ὅταν ἄκουσε τὸ γνωστὸ ποδοδολητὸ νὰ σθήνει. Σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς ὀθόνες τοῦ χλειστοῦ κυκλώματος εἶδε τὸν θεὸ στὴν μαρμάρινη ἀχινησία του νὰ προσπαθεῖ ν ̓ ἀποφύγει τὸ χτύπημα. “Ὅμως ἡ φωνὴ συνέχιζε μέσα του: «Τί ἔκαναν στὴν πατρίδα μας;», «τί ἔκαναν στὸ λαό μας;». Ἡ φωνὴ τοῦ ἔφερε δάκρυα. Μάζευε τὰ ροῦχα τοῦ θεοῦ ἀπὸ τὸ δάπεδο κι ἔκλαιγε δουδά. «Τί ἔκαναν στὸν λαό μου;» συνέχιζε ἡ φωνή, «τί ἔκαναν στὴν πατρίδα μας;». «Μᾶς φυλάκισαν», εἰπε ὁ φύλακας σιωπηλός. Τὸ κλάμα κόπηκε μέσα του. Σκούπισε τὰ δάκρυά του. «Μᾶς φυλάκισαν», εἶπε μαγεμένος. Κύτταξε τὶς μορφὲς στὶς ὀθόνες. «Μᾶς φυλάκισαν», ἐπανέλαδε μεθυσμένος, παίζοντας μὲ τὴν σπίθα δαθιὰ στὰ σπλάγχνα του. «Μᾶς φυλάκισαν. Φυλάκισαν τὶς ψυχές μας». ̓Αργότερα στὸ κρεύδδάτι του, λίγο προτοῦ τὸν πάρει ὁ ὕπνος, ξαναεπανέλαθε: «Μᾶς φυλάκισαν. Φυλάκισαν τὶς ψυχές μας». Ἡ σπίθα συνέχιζε νὰ τσιτσιρίζει. Μὲ μιὰ πρωτόγνωρη διάθεση αὐτοσαρκασμοῦ πρόσθεσε: «Καὶ μᾶς ἔδαλαν φύλακες τῶν φυλαχκῶν μας». ὦ ΚΛΑΙΝ ̓ ΟἹ ΜΑΡΙΟΌΝΕΤΤΕΣ... Ὁ χρόνος κυλοῦσε τὴ ζωή του διαφορετικά. Δὲν ἔκανε τίποτα τὸ νέο, ὅμως ἡ σπίθα δὲν ἔλεγε νὰ σθήσει. Ὑπῆρχε μιὰ ἔνταση, ποὺ ἐλάφρωνε τὴν μονοτονία τῆς καθη μερινότητας. Ζοῦσε. Εἰδικότερα ὅσες φορὲς εἶχε ὀραδυνὴ δάρδια. Ἡ παρουσία ἢ ἡ ἀπουσία τοῦ θεοῦ, οἱ λίγες λέξεις ποὺ ἀντάλλασσαν, τὸν ἔδγαξαν ἔξω ἀπὸ τὰ ὅριά του. Σ ̓ ἕναν χῶρο δίχως σύνορα, σ ̓ ἕναν χρόνο ἀγέρα. ῬἩ σπίθα φούντωνε στὰ σπλάγχνα του Ἀν ὁ πόνος ἦταν γλυκὸς κι ἀληθινός. "Αρχισε νὰ παρακολουθῆ τὴν δράση τοῦ θεοὔ ἀπὸ τὰ ΜΜΕ. Οἱ φῆμες δὲν ἀργησαν νὰ γίνουν πρωτοσέλιδες εἰδήσεις καὶ εἰδικὲς ἐκπομπὲς μεγάλης θεαματικότητας. Παλιοὶ θρύλοι καὶ ξεχασμένες παραδόσεις ξεθάφτηκαν ἀπὸ μνῆμες καὶ θιθλἰα. Τὸ ποδοθολητὀ, ποὺ στοίχειωνε τ ̓ ̓Αρκαδικὰ 6ουνά, ἀποδόθηκε στ ἆλογο τοῦ “Αη-Γιώργη. Γρήγορα ὅμως οἱ εἰδήμονες ἀναλυτὲς τὸ ἀπέρριψαν. Οἱ σταυροὶ τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ θρυματίζονταν, ξέφτισαν τὴν ἀρχικὴ εἰκόνα. Ὥσπου ἱ ἕνας γέρος θοσχὸς μπροστὰ στὶς κάμερες ἔδειξε τὰ ἴχνη: «Δὲν εἶναι ὁπλές», εἶπε. «Τί εἶναι;» ρώτησε ἡ ρεπόρτερ. Ὃ γέρος σχημάτισε μὲ τὸν δείχτη καὶ τὸν μεσαῖο τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ ἕνα Ν καὶ τοποθετόντας τὸν δείχτη, μπροστὰ τὸ πἰεσε στὸ χῶμα. «Νύχι», εἶπε. «Εἶναι νύχι». «Δηλαδή;» ρώτησε ἡ ρεπόρτερ. ιο γέρος ἀκούμπησε. τὸ πίσω τῆς παλάμης στὸ μέτωπο καὶ ἴσιωσε τ ̓ ἀνοιχτὰ δάχτυλα. «Ὁ τοισκατάρατος», εἶπε. Τὸ Ν φάνταζε τώρα σὰν δύο κέρατα. «Ἤ...», ἔκανε ὁ γέρος. «Ἠ....», ρώτησε ἡ ρεπόρτερ. «Ὁ Κωλιοπᾶνας, τὸ ἀερικό...». Ἐεροκατάπιε. «Ὁ Κωλιοπᾶνας, τὸ ἀερικό... ὋὉ Πᾶνας!». Αὐτὸ ήταν. Ἢ εἰκόνα τοῦ γέρου μὲ τὸ Ν στὸ μέτωπο μεταδόθηκε σὲ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς. Θεωρίες ἐπικάλυπταν θεωρίες, καὶ εἰκόνες εἰκόγες. Ξέθαψαν ὅσα νεογέννητα εἶχαν ταφεῖ στὶς ἄκρες τῶν νεκροταφείων, ἀναζητώντας ἀποδείξεις τραγοπόδαρων. Τὸ καταναλώσιμο θέαμα ἔφτασε στὴν ἀποχορύφωσί του. ΜΜΕ καὶ ἐχκλησία ἀλληλοσυμπληρούμενα ξεπερνοῦσαν καὶ τὴν πιὸ ἀτίθασση φαντασία. Τὸ θράδυ, ποὺ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →